ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

αγαπ.ποι.Δημιουργίες καταξιωμένων Ελλήνων & ξένων Λογοτεχνών,

ποιήματα αλλά και πεζά που αγαπώ και άντεξαν στο χρόνο…

ironic-twist1

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1911 – 1991)

%ce%b2%cf%81%ce%b5%cf%84%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83

      ΑΝ ΔΕ ΜΟΥ ‘ΔΙΝΕΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΚΥΡΙΕ

Αν δε μου ‘δινες την ποίηση , Κύριε,

δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω.

Αυτά τα χωράφια δε θα ‘ταν δικά μου.

Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές,

να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,

να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,

η έρημός μου λαό,

τα περιβόλια μου αηδόνια.

Λοιπόν, πώς σου φαίνονται ; Είδες

τα στάχυα μου, Κύειε ;  Είδες τ’ αμπέλια μου ;

Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως

στις γαλήνιες κοιλάδες μου ;

Κι έχω ακόμη καιρό !

Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.

Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.

Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται.

Ωστόσο, δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα.

Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό,τι μου δίνεις.

Γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.

Γιατί θά ‘ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι

το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει

να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά

για τους τσοπάνηδες της αγάπης.


%cf%80%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%b5%cf%83

ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ΟΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ

Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,

άσπρισαν απ’ τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους,

γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.

Κάθονταν κάτω απ’ το φεγγάρι και με νοιάζονταν,

κάθονταν κάτω απ’ το φεγγάρι και με μάλωνε :

Χτες σ’ έλουσα, χτες σ’ άλλαξα, πού γύριζες –

ποιος γιόμισε τα ρούχα σου δάκρυα και νεραντζάθια.


 ΝΤΙΝΟΣ  ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, είναι ένας σύγχρονος ‘Ελληνας ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης, και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομα του λογοτέχνη είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Μαρτίου1931. Φοίτησε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και πήρε το πτυχίο του Τομέα Κλασικών Σπουδών. Κατόπιν εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης από το 1958 ως το 1965. Εργάστηκε δε και ως επιμελητής εκδόσεων. Το 1958 επίσης ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Διαγώνιος» και τον εκδοτικό οίκο «Εκδόσεις Διαγωνίου». Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε ο λεγόμενος «κύκλος των λογοτεχνών της Διαγωνίου» με πρώτο και καλύτερο τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Η πρώτη ποιητική του Συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων» (1950) διακρίνεται για  το πρωσωπικό ύφος του και για τις επιρροές από τον Καβάφη και τον Elliot. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες.  To 2011 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το Τμήμα Φιλολογίας. Τον ίδιο χρόνο τιμήθηκε με το «Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων» του Υπουργείου Πολιτισμού, για το σύνολο του έργου του. Όταν όμως ενημερώθηκε για τη βράβευσή του αντέδρασε ως εξής : «Δε θα εμφανιστώ, ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δε θέλω τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Όχι μόνο λοιπόν αρνήθηκε  να  παραλάβει το Βραβείο, αλλά και τους παρέπεμψε στο κείμενό του «Είμαι εναντίον», γραμμένο από 1979, το οποίο έχει ως εξής:

ΕΙΜΑΙ  ΕΝΑΝΤΙΟΝ

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.

Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων. Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο – κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου;

Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η Εφορία, που με γδέρνει.

Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες – όλες το ίδιο σκατό.

Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.

Είμαι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ’ αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. Χαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία· από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ’ στα βολέματα του κατεστημένου.

Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;…  [Περιοδικό «Διαγώνιος» (Τεύχος 1, Ιανουάριος-Απρίλιος, 1979). (Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια).

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από τα «Μικρά Ποιήματα»:

Tο περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι

είν’ άδειο από λυρισμό και ποίηση

– πού λυρισμός με ξυραφάκια και τσιγάρα

πού ποίηση μ’ εφημερίδες και προφυλακτικά

το περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι

είναι γεμάτο λυρισμό και ποίηση

αρκεί να ρίξεις μια κρυφή ματιά

στον έφηβο που λαμπαδιάζει μέσα.


NAZIM  XIKMET (1901 – 1963)

%cf%87%ce%b9%ce%ba%ce%bc%ce%b5%cf%84

Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της παγκόσμιας Λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη. Πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή για τις κομμουνιστικές  του ιδέες και πέθανε εξόριστος στη Μόσχα. Θεωρείται ένα από τα ινδάλματα της τουρκικής Αριστεράς.

        Η ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ  ΘΑΛΑΣΣΑ

Να γελάσεις από τα βάθη των χρυσών σου ματιών,

είμαστε μες στο δικό μας κόσμο.

Η πιο όμορφη θάλασσα

είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει.

Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα.

Τις πιο όμορφες μέρες μας

δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα.

Κι αυτό που θέλω να σου πω

το πιο όμορφο απ’ όλα

δεν στο ‘χω πει ακόμα.

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

alexandros_papadiamantis

«Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη»

(Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1896 στην εφημερίδα «Ακρόπολις») 

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τά βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίει ένα ρώμι να ζεσταθεί ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρα-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πώς να μουντζώνει, να βρίζει, να βλασφημεί και να κατεβάζει κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, διά να έρχονται ασκανδαλίστως να ψωνίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον διά να κόπτει καφέν. Αλλ
έβλεπες πρωί και βράδυ να εξέρχονται, ατημέλητοι και μισοκτενισμέναι, γυναίκες φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν τής εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.

Ήρχετο πολλάκις τής ημέρας η γρια-Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις, κ έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρα-Κώσταινα η Κλησιάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν, ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, διά να κολλά τα κηρία, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.

Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά μέ δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον· κι εξονομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα τής καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης τής χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα τής επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον. Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, έξ. Η Λενιώ η κουμπάρα της τής πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχει εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους διά να εξασφαλίσει τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της απ τον πρώτον άνδρα της, τής είχεν αφήσει ένα αμανάτι διά να την δανείσει δέκα δραχμάς, και τώρα κατά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων απεδείχθη ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσον ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες ― τας οποίας, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλ ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω τον γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν, και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώσει και να μην τα δώσει, κι εφαίνοντο ως να εκολλούσαν στα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.

Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, τής εχρωστούσε τρία μηνιάτικα κι εννέα ημέρας. και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήσει εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον καύκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς ότι αυτό περιείχε τίμιον ξύλον… Σαν εγκρεμοτσακίσθη κι έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί τιμίου ξύλου, τι βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχας, τούρκικα γράμματα, σκοντάμματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ ακούτε σεις αυτά;

Εισήλθε ριγών ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρώμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπεν·

―Έχεις πεντάρα;

Ο άνθρωπος έσεισε τούς ώμους με τρόπον διφορούμενον.

Βάλε σύ το ρούμι, είπεν.

Πώς να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή κι η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλύτερον απ όλα η ραστώνη, το δόλτσε φάρ νιέντε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξει τον κανονισμόν τής εβδομάδος, θα όριζε την Κυριακήν διά σχόλην, την Δευτέραν διά χουζούρι, την Τρίτην διά σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον διά ξεκούρασμα. Ποίος λέγει ότι αι εορταί είναι παραπολλαί διά τούς ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον διά τούς άλλους να θεσμοθετούν.

Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, διά να πίει το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε να κάμνει αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ονόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίει ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά κι εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του. Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα ιδών τον Παύλον:

Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.

Ως από Θεού σταλμένος διά να λύσει το ζήτημα τής πεντάρας μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.

Πού σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν· ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ Άι-Νικολάου δουλέψαμε, τ Άι-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχουνται Χριστούγεννα, και θαρρώ πως θα δουλεύουμε χρονιάρα μέρα.

Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.

Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου, μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουν διορισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσα στις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τίς γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε βδομάδες και μήνες τις καθημερινές.

Είναι κι η τεμπελιά στο μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν καθ ήν ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον τής θύρας και δεν ηδύνατο ν ακούσει.

Ας είναι, τι να σου κάμει η προκομμάδα κ η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια κι ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας, ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γιος μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στην μοδίστρα. και μ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια τής κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για τη σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για το μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της, ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.

―Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη μου, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τούς ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαριά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζεις τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πιά, άργασε…

Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλε, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.

Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε διά να επαναλάβει την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.

%ce%bf-%cf%84%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%bb%ce%b7%cf%83

Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά διά να αγοράσει ένα γαλόπουλο, να κάμει κι αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι. Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλέψει, να βγάλει ολίγα λεπτά, διά να περάσει πτωχικά τας εορτάς. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαριά. Κόπιασε να αργάζεις τομάρια! Το δικό μας το τομάρι θέλει άργασμα.»

Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον διά τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευε να ζήσει υπό τον όρον να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν διά το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμεταλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνει μίαν ψάθαν, επί τής οποίας ηνάγκαζε τούς αέργους να εξαπλώνονται. Είτα έβαλλε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καεί, παρά να σηκωθεί από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης κι εδικαιούτο να φάγει δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο κι έφευγε το πύρ, δεν ήτον σωστός τεμπέλης κι έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύσει παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!

Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας, και την άλλην ήτο Παραμονή. Το γαλόπουλον δεν έπαυσε να το ονειροπολεί και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευθεί;

Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθεί εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.

Εκεί, καθώς εστράφη να εμβεί εις το καπηλείον, βλέπει έν παιδίον της αγοράς με μίαν κοφίναν επ ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείει ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα. Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά κι εφαίνετο να αναζητεί οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθει εις το καπηλείον διά να ερωτήσει. Έπειτα είδε τον Παύλον κι εστράφη προς αυτόν:

Ξέρεις, πατριώτη, τουλόγου σου, πού είναι δω χάμω το σπίτι του κυρ Θανάση του Μπελιοπούλου;

Του κυρ Θανάση του Μπε…

Αστραπή ως ιδέα έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.

Μου πε τον αριθμό και τον εξέχασα… τώρα γλήγορα έπιασε σπίτι δω χάμω, σ αυτό το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστύτερα καθότανε παραπέρα, στο Γεράνι.

Του κυρ Θανάση του Μπελιοπούλου! ηυτοσχεδίασεν ο μαστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξεις την κυρα-Παύλαινα, μέσα, στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πώς να πω; είναι γενιά του… την έχει λύσε-δέσε, σ όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές, θέλω να πω, ανιψιά του… εφώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.

Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πώς φώναξε:

Κυρα-Παύλαινα, κόπιασ εδώ να πάρεις τα ψώνια που σου στέλνει ο κύριος… ο αφέντης σου.

Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελε τόσον διά τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με την γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις έν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.

Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, οπού έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν με τα παράθυρα κλεισμένα, κι επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.

Τό βράδυ, αφού ενύκτωσεν, επήγε με τόλμην, από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου, κι έκρουσε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.

Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ έξω. Χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;

Ουκ ήν φωνή ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια τής κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασε.

Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριών ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένον μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις τα κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθεί εις τούς περιστερώνας περίτρομα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον την νύκτα εναντίον των οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ρογχάλισμα τής αυλής κοιμωμένης.

Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.

―Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, να χουμε και καλό ρώτημα… τι γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μόχεις, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθεί το σπίτι… Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήρθε μεσάνυχτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζε όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά.. κλειδώθηκε μες στην κάμερα, και δεν ήξερε τι να κάμει… Είπε και ο κουνιάδος σου… καλό κελεπούρι ήτον κι αυτό, μαθές… και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέρα κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβο μη ξαναέλθει κείνος που χε το γάλο και μας φέρει και την αστυνομία… ήτον φόβος να μην προσβαλθεί κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοια αστεία να μην τα κάνεις, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπει από το σπίτι μου εμένα! Τ άκουσες;

Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά:

Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;

Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, διά τον φόβο των Ιουδαίωνε. Κοίταξε μη σε νοιώσει από πουθενά κείνος ο σκιας, ο κουνιάδος σου, πάλε…

Είναι μέσα;

―Ή μέσα είναι ή όπου είναι έφτασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.

Ηκούσθη τώ όντι μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά διά τον νυκτερινόν επισκέπτην.

―Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήτον ο γάλος;

Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτον ο μαστρο-Δημήτρης, ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.

Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.

Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα, άφσε τ αυτά! Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλικάρια. Ό,τι έγινε έγινε, να πας να δουλέψεις, να μου φέρεις κι εμένα τα νοίκια μου. Τ ακούς;

Τ ακούω.

Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.

Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδίου είπε:

Την υγειά σου, ματο-Πάλο, τεμπελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε και συ πέντε, κι άλλα πέντε, δέκα.

Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάξει αυτά.

Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο μου, είπεν η Στρατίνα· το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!

Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν…

Δρόμο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν… δρόμο και δουλειά!


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911 – 1996)

Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979

%ce%b5%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b7%cf%83

Τ0 ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (Απόσπασμα)

Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή,

για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή.

Θέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους Τροχούς,

θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα, μ’ έχτισες μέσα στα βουνά,

Θε μου Πρωτομάστορα,  μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από Μάγους το σώμα του Μαγιού,

το ‘χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου.

Σ’ ένα βαθύ πηγάδι το ‘χουνε κλειστό,

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο.

Θε μου Πρωτομάστορα, μέσα στις πασχαλιές και Συ,

Θε μου Πρωτομάστορα, μύρισες την Ανάσταση!

Σάλεψε σαν το σπέρμα σε μήτρα σκοτεινή,

το φοβερό της μνήμης έντομο μες στη γη.

Κι όπως δαγκώνει αράχνη, δάγκωσε το φως,

έλαμψαν οι γιαλοί κι όλο το πέλαγος.

Θε μου Πρωτομάστορα, μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές,

Θε μου Πρωτομάστορα, στα βουνά με θεμέλιωσες!

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΗΛΙΕ…

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

και μυρσίνη εσύ δοξαστική,

μη, παρακαλώ σας, μη

λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά

στα ηφαίστεια κλήματα σειρά

και τα σπίτια πιο λευκά

στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό

τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό,

τους παλιούς μου φίλους καλώ

με φοβέρες και μ’ αίματα!

ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ

Του μικρού βοριά παράγγειλα, να  ‘ναι καλό παιδάκι,

μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι,

γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει

και μες στα μάτια την κοιτώ, που μόλις ανασαίνει.

Γεια σας περιβόλια, γεια σας ρεματιές,

γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές,

γειά σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί,

γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.

Με πνίγει το παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα

τα καλοκαίρια τα ‘χασα κι έπεσα στο χειμώνα.

Σαν το καράβι π’ άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει,

βλέπω να χάνονται οι στεριές κι κόσμος λιγοστεύει.

Γεια σας περιβόλια, γεια σας ρεματιές,

γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές,

γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί,

γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.


ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1864-1922)

pol-dimitrakopoulos

Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλοςυπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς της εποχής του. Θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος.  Ήταν γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Πολ Αρκάς», τιμώντας την πόλη που γεννήθηκε, την Κυπαρισσία της Μεσσηνίας, που παλαιότερα τη λέγανε «Αρκαδιά». Ξεκίνησε ως στρατιωτικός στο Ναύπλιο, αλλά το 1892 παραιτήθηκε, για να αφοσιωθεί στη Λογοτεχνία.    Έγραψε μία πλειάδα μυθιστορημάτων με τεράστια απήχηση στην Ελλάδα και στη Γαλλία όπου και μεταφράστηκαν. Στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό είναι πολύ γνωστός για το κοινωνιολογικό μελέτημά του οι δύο Διαθήκες, η  «Χρυσή Διαθήκη» και η «Σιδηρά Διαθήκη». Η «Χρυσή Διαθήκη» περιλαμβάνει  αποφθέγματα – γνωμικά  και συμβουλές, που αποτελούν θα λέγαμε  τη φιλοσοφία του, το πιστεύω του, την ίδια του τη συνείδηση, και τις οποίες τις έδωσε στον αγαπημένο του «πετεινό», κάποιο μεσονύκτιο, με την εντολή να διερευνήσει τον κόσμο μέχρι το πρωί, μια και ήταν πετούμενο, και επιστρέφοντας να του φέρει τα αποτελέσματα, που απετέλεσαν το υλικό για τη «Σιδηρά Διαθήκη». Στη συνέχεια του δικού μου δημοσιεύματος, θα αναρτήσω για τους επισκέπτες της ιστοσελίδας μου,  για μια μικρή γνωριμία της  «Χρυσής Διαθήκης»  του Πολύβιου Δημητρακόπουλου, είκοσι (20) από τις 378 συμβουλές του, φυσικά σε σύγχρονη γραφή :

1. «Αυτοί που κλέβουν τη νύχτα είναι οι φτωχοί. Αυτοί που κλέβουν την ημέρα είναι οι πλούσιοι».

2. «Λαός που βαδίζει προς το θάνατο τραγουδώντας, αυτός ο λαός σίγουρα βαδίζει προς τη ζωή».

3. «Λόγος στυλώνει την ψυχή και λόγος την γκρεμίζει».

4. «Εάν επιθυμείς την ειρήνη, μη χτυπάς το τύμπανο ούτε για γιορτή».

5. «Στην εποχή του Παραδείσου, ο διάβολος έκανε τη γυναίκα να ντυθεί, σήμερα την κάνει να γυμνώνεται».

6. «Ο θάνατος για τους μικρούς είναι τέλος, για τους μεγάλους είναι αρχή».

7. «Αλίμονό σου αν αρχίσεις να ζεις με τις αναμνήσεις, τότε πραγματικά εγέρασες».

8. «Το γήρας δεν έρχεται από εκεί που λευκαίνεται η κόμη, αλλά από εκεί που μαυρίζει η καρδιά».

9. «Μην παραδεχτείς ποτέ ότι η ιστορία διδάσκει, είναι ανόητη ιδέα. Εάν η ιστορία δίδασκε θα ήταν, η μία σελίδα της αντιγραφή της άλλης».

10. «Αλήθεια η δυσκολότερη γνώση, είναι η γνώση του εαυτού μας».

11. «Μη θαυμάζεις το παγώνι με τις χρυσές πτέρυγες, αλλά που νιαουρίζει σαν τη γάτα. Προτίμησε τη γάτα, που δε μιμείται κανένα άλλο ζώο».

12. «Αγάπα τα άνθη. Είναι το σιωπηλό και άγραφο Ευαγγέλιο της Φύσης».

13. «Μεγάλο πράγμα είναι να προχωρείς προς τα εμπρός, αλλά μεγαλύτερο είναι να στρέφεις κάπου κάπου το βλέμμα σου και προς τα πίσω».

14. «Ο γάμος όταν δεν είναι ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ, είναι ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ».

15. «Υπάρχει κάτι χειρότερο από το σκοτάδι των οφθαλμών. Και αυτό είναι το μίσος, που είναι το σκοτάδι της ψυχής».

16. «Μην εμπιστεύεσαι στη φύλαξη και μόνο του Θεού. Φύλαξε μόνος σου τον εαυτό σου και ο Θεός θα είναι πάντοτε σύμφωνος».

17. «Μην εμπιστεύεσαι στα ανθρώπινα μάτια. Σπάνια ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται όπως βλέπει. Συνήθως βλέπει όπως αντιλαμβάνεται».

18. «Το να ζεις χωρίς ιδέα, είναι ο ασφαλέστερος θάνατος. Το να πεθαίνεις για μια ιδέα, είναι η ασφαλέστερη ζωή».

19. «Θαύμαζε τους καλούς τρόπους, αλλά μην τους εμπιστεύεσαι πάντοτε. Θυμήσου ότι και στο τρυφερότερο πόδι γεννώνται συνήθως οι σκληρότεροι κάλοι».

20. «Όταν βλέπεις δάφνινο στεφάνι αμφέβαλλε και λίγο. Όταν όμως βλέπεις ακάνθινο στεφάνι, πίστευε με πολλή σιγουριά. Περισσότερες άκανθες στέψανε την αληθινή δόξα, παρά δάφνες».


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (1884 – 1951)

%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%83

ΠΑΛΑΜΑΣ

Ηχήστε, οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…

βογκήστε, τύμπανα πολέμου… οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό

με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,

κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,

ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Μα Εσύ, Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,

Ήρωας,  την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,

μεράσου τώρα την θεϊκή φεγγοβολιά

της τέλειας Δόξας Του, ανασήκωστ’ Τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο, κι απάνω κι από μας

που τον υμνούμε, με καρδιά αναμμένη,

πες μ΄ ένα μόνο ανασασμόν: « ο Παλαμάς»,

ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η Οικουμένη!

Ηχήστε, οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…

Βογκήστε, βούκινα πολέμου!… Οι ιερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,

σηκώνοντας τα μάτια του, τη βλέπει,

κι ακέριος φλέγεται ως με τ΄άδυτο ο Ναός.

κι από ψηλά νεφέλη Δόξας Τόνε σκέπει…

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός

της αιωνιότητας αστράφτει, αυτή την ώρα

Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός

την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που, αφού το Έργο της θεμέλιωσε βαθιά

στη γην αυτή με μιαν ισόθεη Σκέψη.

τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον  Ίακχο

με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει…               

Ηχήστε, οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…

Βόγκα , Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές,

στης Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε τον αέρα.

Υ.Γ.: Το ποίημα αυτό ο Άγγελος Σικελιανός το απάγγειλε πάνω  από το φέρετρο του μεγάλου Έλληνα ποιητή Κωστή Παλαμά την ημέρα της κηδείας του, 28 Φεβρουαρίου 1943.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883 – 1957)

%ce%ba%ce%b1%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83

ΟΔΥΣΣΕΙΑ (Πρόλογος 1- 73)

Ήλιε, μεγάλε ανατολίτη μου, χρυσό σκουφί του νου μου,

αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω,

όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας.

Καλή ‘ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι

στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται

και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου,

ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας!

Αναμεσός στα δυο μελίγγια μου, στο μέγα πατητήρι,

το λαγαρό σταφύλι λαχπατώ κι ο γαύρος μούστος βράζει,

κι όλη γελάει κι αχνίζει η κεφαλή μες την ολόρθη μέρα.

Μαϊστρες πέταξεν η γης, φτερά, για το μυαλό κουνήθη

κι η μαυρομάτα ανάγκη μέθησε και το τραγούδι αρχίζει;

Απάνωθέ μου ο λάβρος ουρανός και κάτωθε η κοιλιά μου,

σα γλαροπούλα απά στη θάλασσα, κι αφροδροσολογάται,

αρμύρα γιόμωσαν τ’ αρθούνια μου, κι αντιχτυπούν στις πλάτες

γοργά γοργά τα κύματα και παν, και πάω κι εγώ μαζί τους.

Ήλιε, τρισήλιε, που περνάς ψηλά και χαμηλά αγναντεύεις,

ένα σκουφί θαλασσινό θωρώ, του καστροκαταλύτη,

ας το κλοτσήσουμε, να παίξουμε, να δούμε ως που θα πάει !

Έχει ο καιρός μαθές  γυρίσματα, το ριζικό ‘χει ρόδες,

κι ο νους του ανθρώπου κάθεται αψηλά και τις στρουφογυρίζει,

άιντε και κλότσο ας δώσουμε της γης, να πάει την κατρακύλα !

Ήλιε, γοργοπαιχνιδομάτη μου, φρογό λαγωνικό μου,

την άγρη που αγαπώ ξετόπωσε και πάρ’ την του κυνήγου

κι ό,τι τηράς στη γης μαντάτευε κι ό,τι γρικάς μολόγα,

κι εγώ θα τα περνώ στου σπλάχνου μου το μυστικό εργαστήρι,

κι αγάλια, με το παίξε γέλασε και το βαθύ κανάκι,

πέτρες, νερό, φωτιά και χώματα θα γίνουν όλα πνέμα,

κι η λασποφτέρουγη βαριά ψυχή γλυκά θα ξεκορμίσει

και θ’ ανεβεί σα φλόγα γαληνή και θα χαθεί στον ήλιο !

Καλά φαγοποτήσατε, παιδιά, στο δροσερό ακρογιάλι,

γέλιο, χορός και τσιμποφίλημα κι αργό κουβεντολόι

το γλέντι εντός σας γίνει ολάκερο και μες στη σάρκα εχάθη,

μα μέσα μου σηκώθη το κρασί και στοίχειωσε το κρέας,

κι ένας σκοπός θαλασσινός πηδάει και θα με ρίξει κάτω,

ένα τραγούδι ορέχτηκα να πω, κάμετε τόπο, αδέρφια!

Οχού, το πανηγύρι ‘ναι πολύ κι ο τόπος είναι λίγος,

ανοίχτε, να ‘χω αλώνι να στρωθώ κι αγέρα μην πλαντάξω,

και να μπορώ να ρίξω τα κανιά, ν’ απλώσω τους αγκώνους,

να μην λαβώσω την αντράλα μου τα γυναικόπαιδά σας.

Τι θα μου πνίξουν το λαιμό, θαρρώ, σύντας θα τ’ αμολήσω

γιαλό γιαλό να παν τα λόγια μου ν’ ανθρωποκυνηγήσουν,

κι όντας ο λάρυγγας  σοφράξει πια κι ο πόνος μου στοιχειώσει,

θα σηκωθώ, και θέλω απλοχωριά ν’ ακρογιαλοχορέψω.

Τη φρονιμάδα, Θε μου, πάρε μου, ν΄ανοίξουν τα μελίγγια,

ν’ ανοίξουν  οι καταπαχτές του νου, να πάρει αγέρα ο κόσμος.

Έ μωρέ σεις χωριάτες μέρμηγκοι, σταροκουβαλητάδες,

θα ρίξω παπαρούνα κόκκινη, φωτιά να πιάσει ο κάμπος.

Κοράσια με τ΄αγριοπερίστερα στο δροσερό σας κόρφο,

λεβέντες με το μαυρομάνικο το λάζο στο ζωνάρι,

ξερό δεντρί ‘ναι η γης χωρίς ανθούς, όσο κι αν πολεμάτε,

εγώ, μωρέ, με το τραγούδι μου θα την ανθοβολήσω!

Μαστόροι, αφήστε πια τα σύνεργα, διπλώστε τις ποδιές σας,

σκολάστε απ’ της ανάγκης το ζυγό, κι η λευτεριά φωνάζει.

Κρασί δεν είναι, αδέρφια, η λευτεριά μήτε γλυκιά γυναίκα

μήτε και βιος μες στα κελάρια σας μήτε και γιος στην κούνια,

έρμο τραγούδι ‘ναι ακατάδεχτο και σβήνει στον αγέρα!

Πιέτε της Άρνας το γλυφό νερό να καθαρίσει ο νους σας,

ξαλησμονήστε τα φαμάκια σας και τ’ άτιμα συφέρα,

τα σπλάχνα σας να γίνουν σα μωρού, παρθένα, ανέγνοια, αφράτα,

ανθίσετε έρριζα, μυαλά, να ρθει το αηδόνι να λαλήσει!

Και σεις,  γερόντοι, σύρετε φωνή, να ρθουν ξανά τα δόντια,

να ρθουν τα κορακάτα σας μαλλιά, κι ο νους ο νιος να στρίψει !

Μα τον αφέντην Ήλιο, ορκίζομαι, και την κερά-Φεγγάρω,

ψευτόνειρο ‘ναι τα γεράματα  και φαντασιά ’ναι ο χάρος,

όλα ‘ναι της ψυχής καμώματα και του μυαλού παιχνίδια,

όλα ελαφρό μελτέμι που φυσάει και τα μελλίγγια ανοίγουν,

τ’ όνειρο απάλαφρα ονειρεύτηκε κι έγινε ο κόσμος τούτος,

ας κάνουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι!

Έ συμπλωρίτες, πάρτε τα κουπιά, κι ο καπετάνιος φτάνει,

και σεις, μανάδες, δώστε το βυζί στα βρέφη μη φωνάζουν!

Όρτσα !  τις έρμες πίκρες όξω νου, τρουλώσετε τ΄αφτιά σας,

τα πάθη και τα βάσανα θα πω του ξακουστού Οδυσσέα !


ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ (1890 – 1953)

%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1%ce%bd%ce%b7%cf%83

ΠΑΨΕΤΕ  ΠΙΑ …

Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,

τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,

κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια :

το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε ! 

Τι;  Πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη,

στις μίζερες τις έγνοιες μας και στις φτηνές χαρές μας

και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης

ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας ;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θα ‘ναι

και να μη νιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατείλει,

πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς που μαραζώνουν

και πέφτουν σάπιοι καταγής να μοιάζουν τα όνειρά μας ;

Η τόλμη αφού μας έλειψε (και θα μας λείπει πάντα !),

να βγούμε, μόνοι, απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη

κι’ ελεύτεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,

τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους,

 μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιύ στο χώμα

και στην ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,

τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα

το παίγνιο να γίνουμε των άγριων  των κυμάτων

κι όπου το φέρει !  Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν

τα κύματα στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,

μα και μπορούν , στη φόρα τους, να μας σηκώσον τόσο

ψηλά – που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια !…


 ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ   (1909 -1990)

%cf%81%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%83

Ε Π Ι Τ Α Φ Ι Ο Σ – Μέρα Μαγιού μου μίσεψες…

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνης

και με το δάχτυλο απλωτό μου τα ’δειχνες ένα – ένα

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδιασμένα

και μου ’δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα. Λάδι,

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μυρμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μου ’δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,

τα ’βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή και αντρίκεια

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.

Και μου ’λεες, γιε, πώς όλα αυτά τα ωραία θα ’ναι δικά μας,

και τώρα έσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Αποσπάσματα)

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό, 
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα, 
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο, 
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή, 
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια, 
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του, 
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς. 
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο. 
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου. 
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα. 
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό. 
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους. 
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια, 
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους 
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι 
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους 
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους – 
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ 
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους 
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι. [……..]

Σώπα, ὅπου νἄναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες. 
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας. 
Κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους 
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ – περμένουνε τὴν ὥρα, δὲν κοιμοῦνται, 
περμένουν νὰ σημάνουν τὴν ἀνάσταση. Τοῦτο τὸ χῶμα 
εἶναι δικό τους καὶ δικό μας – δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ μας το πάρει.


ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ ( 1900 – 1971 )

Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963

%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%b5%cf%81%ce%b7%cf%83

«Επί Ασπαλάθων…»

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα του Ευαγγελισμού

πάλι με την άνοιξη.

Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες

το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι δείχνοντας έτοιμα

τα μεγάλα τους βελόνια και τους κίτρινους ανθούς.

Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας

 αντηχούν ακόμη…

Γαλήνη.

-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αριδαίο εκείνον ;

Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου

 μυαλού τ’ αυλάκια.

Τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου

δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή :

«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει

«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν

τον έσυραν παράμερα τον κατέσχισαν

απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους

και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του

ο Παμφύλιος Αριδαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

(31 του Μάρτη 1971)

Υ.Γ. : (Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και  δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23-9-71) τρεις μέρες μετά  το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας).

%ce%b1%cf%83%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b8%ce%bf%cf%83

ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό

κι άσπρο σαν περιστέρι

διψάσαμε το μεσημέρι,

μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή

γράψαμε τ’όνομά της,

ωραία που φύσηξεν ο μπάτης

και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος

πήραμε τη ζωή μας λάθος !

κι αλλάξαμε ζωή.

ΜΙΚΡΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΙΉΜΑΤΑ του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ:

α)  ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ – ΑΣΤΥΑΝΑΞ

«Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι

             μέσα από τα δάχτυλά μου

     χωρίς να πιω ούτε  μια στάλα».

β) ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ – ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ

«Λίγο ακόμα,

θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν΄ανθίζουν,

τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο,

τη θάλασσα να κυματίζει.

Λίγο ακόμα,

να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

Γ)  ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ – ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

παραπετάσματα βουνών, αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…

Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937». 

%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%ad%cf%81%ce%b7

δ) ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

« Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα

με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες

γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,

άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες,

που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν,

που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερα απ’ τη σιωπή

μέσα σε πεύκα, σε πικροδάφνες και σε πλατάνια». 

ε) ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β’ –

   ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί

    ετούτη η χάρη.

Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές

    που σιγά σιγά βουλιάζει

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε

   από τα μαλάματα το πρόσωπό της

κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί

η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ  ΣΟΛΩΜΟΣ (1798 – 1857 )

%cf%83%ce%bf%ce%bb%cf%89%ce%bc%ce%bf%cf%83

Η   ΞΑΝΘΟΥΛΑ

Την είδα την Ξανθούλα,

την είδα ‘ψες αργά,

που μπήκε στη βαρκούλα,

να πάει στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ’ αγέρι

λευκότατα πανιά

ωσάν το περιστέρι

που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι

με λύπη με χαρά

κι αυτή με το μαντίλι

τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της

εστάθηκα να ιδώ,

ως που η πολλή μακρότης

μου το ‘κρυψε κι αυτό.

Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι

δεν ήξερα να πω,

αν έβλεπα πανάκι

ή του πελάγου αφρό.

Και αφού πανί, μαντίλι

εχάθη στο νερό,

εδάκρυσαν οι φίλοι,

εδάκρυσα κι εγώ.

Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα,

δεν κλαίγω τα πανιά,

μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα,

που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα

με τα λευκά πανιά,

μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα

με τα ξανθά μαλλιά.


Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943)

%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%83

ΣΤΟ  ΔΑΣΚΑΛΟ…  *

Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε , ψυχές !

Κι ό,τι σ’ απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,

μην τ’ αρνηθείς!  Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!

Χτίστ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναμη μέσ’ το κορμί σου μένει,

μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωμένη.

Θέμελα βάλε τώρα πιο βαθειά,

ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει ;

Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί

τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη.

Υπομονή ! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι !

* Με την ευκαιρία της έναρξης του νέου σχολικού έτους θυμήθηκα ότι, τα χρόνια που υπηρετούσα ως Σχολικός Σύμβουλος, στη καθιερωμένη εγκύκλιο που έστελνα, κυρίως στους νεοδιόριστους δακάλους της Περιφέρειας, εκτός του χαρετισμού μου και των άλλων συμβουλών,  στο τέλος τους έγραφα και το υπέροχο αυτό ποίημα του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που είναι διαχρονικό και γραμμένο για τους δασκάλους όλων των βαθμίδων.


ΖΑΧΑΡΙΑΣ  ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ( 1877 – 1940 )
%ce%b6%ce%b1%cf%87%ce%b1%cf%81%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85

Από «Τ Α   Χ Ε Λ Λ Ι Δ Ο Ν Ι Α» – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ

« Πού πας , καραβάκι, με τέτοιον καιρό ;

Σε μάχεται η θάλλασσα, δεν τη φοβάσαι;

Ανέμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό,

πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;»

-«Για χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή,

Θα φέξουνε φάροι πολλοί να περάσω.

Βοριάδες, νοτιάδες θα βρω, μα θα φτάσω

με πρίμο αγεράκι, μ’ ακαίριο πανί».

-« Κι οι κάβοι αν σου στήσουν τη νύχτα καρτέρι;

Απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό

και πάρει τους ναύτες και τον τημονιέρη ;

Πού πας, καραβάκι με τέτοιον καιρό ;»

-«Ψηλά στο εκκλησάκι του βράχου που ασπρίζει

για μένα έχουν κάμει κρυφή λειτουργία,

ορθός ο Χριστός το τιμόνι μου αγγίζει,

στην πλώρη μου στέκει η παρθένα Μαρία».

%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b2%ce%b9

Ο  ΠΕΥΚΟΣ 

Ένας πεύκος μες στον κάμπο

        γέρασε ο φτωχός.

Στέκει εκεί πρωί και βράδυ

         μοναχός.

Έχασε μεγάλους κλώνους

        έμαθε πολλά.

Ζει διακόσια τόσα χρόνια

          στρογγυλά.

Άκουσε τα καριοφύλια

          είδε αρματωλούς,

πέρασε πολέμους, μπόρες,

              κεραυνούς.

Μα βαστάει σαν παλικάρι,

              όσο κι αν γερνά,

κι αγναντεύει πέρα ως πέρα

             τα βουνά.

%ce%b5%ce%bd%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf%cf%83

ΤΟ  ΠΟΤΑΜΑΚΙ

 –«Από πού είσαι, ποταμάκι ;»

-«Από κείνο το βουνό».

-«Πώς τον λέγαν το παππού σου ;»

-« Σύννεφο στον ουρανό».

-« Ποια  ‘ναι η μάνα σου;»

-« Η μπόρα».

-« Πώς κατέβηκες στη χώρα ;»

-« Τα χωράφια να ποτίσω

και τους μύλους να γυρίσω».

-« Στάσου να σε ιδούμε λίγο,

ποταμάκι μου καλό».

-« Βιάζομαι πολύ να φύγω

ν’ ανταμώσω το γιαλό».

%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%ac%ce%ba%ce%b9


Κωνσταντίνος Καβάφης (1863 – 1933)

%ce%ba%ce%b1%ce%b2%ce%b1%cf%86%ce%b7%cf%83

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ

Εις τον Θεόκριτον παραπονιούνταν

μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης.

«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω

κι ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.

Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.

Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,

πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα.

ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».

Είπ’ ο Θεόκριτος, «Αυτά τα λόγια

ανάρμοστα και βλασφημίες είναι».

Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

να ‘σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.

Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι,

τόσο που έκανες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου να ‘σαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι.

Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι

και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας

που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης,.

Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι,

 τόσο που έκανες, μεγάλη δόξα.

%cf%84%ce%bf-%cf%80%cf%81%cf%89%cf%84%ce%bf-%cf%83%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b9

  Α Σ    Φ Ρ Ο Ν Τ Ι Ζ Α Ν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης,

Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια

όλα τα χρήματά μου τάφαγε :

αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.

Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος

(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα,

τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).

Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,

κι έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.

Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.

Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι,

κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί :

του κατεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα

ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,

την  προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλλουν θα πασχίσω

να είμαι στη χώρα οφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.

Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους-

τους ξέρουμε τους προκομένους : να τα λέμε τώρα ;

αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,

κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,

θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.

Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,

πηγαίνω παρευθύς  στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας από τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη

για το αψήφιστο της εκλογής.

Βλάπτουν κ’οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.

Ζητώ ο ταλαίπωρος, να μπαλοθώ.

Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί

να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.

Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

   Ο ΓΕΡΟΣ

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

…. Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι. 

%ce%b5%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%82

  Ι Θ Α Κ Η

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στο δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,

αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή

συγκίνησις, το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.

πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι

που με τι ευχαρίστιση, με τι χαρά

θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,

να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,

και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,

σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,

και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,

όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,

σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στο νου σου νάχεις την Ιθάκη.

Το φτάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει,

και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

΄Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

   Κ Ε Ρ Ι Α
%ce%ba%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας

σα μια σειρά κεράκια αναμένα…

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,

μιά θλιβερή γραμμή κεριών σβησμέμων,

τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των,

και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.

Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,

τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

Η  ΠΟΛΙΣ

 %cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7

Είπες, «Θα πάγω σ’ άλλη γη σ’ άλλη θάλασσα.

Μιά πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθειά μου μιά καταδίκη είναι γραφτή,

κ’ είν’ η καρδιά μου – σαν νεκρός – θαμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν θα μένει.

Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω

ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,

που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα». 

 Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δε θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς,

και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάλι στην πόλι αυτή θα φτάνεις. Για τα αλλού – μη ελπίζεις –

δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ.

στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

«Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες».

%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%bf%cf%80%cf%8d%ce%bb%ce%b5%cf%82-%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82

Ποτέ από το χρέος μη κινούντες,

δικαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,

αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία,

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι φτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε,

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,

πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

 Τ Ε Ι Χ Η
%cf%84%ce%b5%ce%b9%cf%87%ce%b7

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δεν σκέπτομαι: Τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη,

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.

Ά,  όταν έκτιζαν τα τείχη πως να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Γεώργιος  Δροσίνης (1859 – 1951)

%ce%b4%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%83

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΜΑ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,

και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,

άφησε να πάρω κάτι κι από σένα,

γαλανή πατρίδα, πολυαγαπημένη.

Άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω,

για την κάθε λύπη, καθετί κακό,

φυλαχτό απ’ αρρώστια, φυλαχτό από χάρο,

μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό.

Η δική σου χάρη θα με δυναμώνει,

κι όπου κι αν γυρίσω κι όπου κι αν σταθώ,

συ θε να μου δίνεις μια λαχτάρα μόνη,

πότε στην Ελλάδα πίσω θε να ‘ρθω.

Κι αν το ριζικό μου – έρημο και μαύρο –

μου ‘γραψε να φύγω και να μη γυρίσω,

το στερνό συχώριο εις εσένα θά ‘βρω

το στερνό φιλί μου θε να σου χαρίσω.

Κι έτσι κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω

και το ξένο μνήμα θα ‘ναι πιο γλυκό,

σα θαφτείς μαζί μου, στην καρδιά μου απάνω,

χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό.

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά (δις)
με τα χεράκια της
και γέμισ’ από τ΄ άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα μαλλάκια της.
Και γέμισ’ από τ΄ άνθη…

Αχ, χιονισμένη σαν την είδα την τρελή (δις)
γλυκά τη φίλησα
της τίναξα όλα τ’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:
Της τίναξα όλα τ’ άνθη…

«Τρελή, να φέρης στα μαλλιά σου τη χιονιά (δις)
τι τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θάρθη η άγρια βαρυχειμωνιά,
δεν το στοχάζεσαι;
Μόνη της θάρθη…

«Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παληά (δις)
τα παιγνιδάκια σου
θάσαι γρηά με κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου.
θάσαι γρηά…


Τέλλος Άγρας  (Από το Αναγνωστικό Β΄ Δημοτικού,  1954)

%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%83

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

«Τόση βιάση και σπουδή!

Για πού, πας καλό παιδί;

Κίνησες νωρίς νωρίς

και τρεχάτο προχωρείς.

Στάσου να διασκεδάσεις

με τις ομορφιές της Πλάσης!

Κόψε απ’ τα περιβόλια πάλι

του χινόπωρου τα κάλλη!»

«Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ,

γιατί πάω στο φτερό.

Και πού πάω, να σου το πω:

Στο σχολειό μου, π’  αγαπώ!»


ΚΩΣΤΑΣ  ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ ( 1868 – 1894 )

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

ΧΕΙΜΑΡΡΑ  ΠΑΡΕ  Τ’ ΑΡΜΑΤΑ

Το κύμα, οπού ξαπλώνεται -στου πέλαου την αγκάλη
Και καρτερεί ένα φύσημα να στηλωθή ν’ αγριέψη
Να πνίξη κάθε κάτεργο και κάθε περιγιάλι,
Ποιός άνεμος βουλήθηκε ποτέ να το μερέψη;

Τ’ άλογο εκειό τ’ ανήμερο, πώμαθε από πουλάρι
Ελεύθερο, ανυπόταχτο να τρέχη, ν’ ανεμίζη
τη χαίτη του σ’ την έρημο και δίχως καβαλλάρη,
Ποιός λέει του βάζει τη θηλιά και σκλάβο το γυρίζει;

Tου λόγγου τ’ αγριοδάμαλο που τούναι νεροκράτης
Το ρέμμα τ’ Ασπροπόταμου κ’ έμαθε να κεντρώνη
Τα δέντρα με τα κέρατα, ποιός είπε ζευγολάτης
Πώς του φορτώνει το ζυγό και τ’ οδηγάει κι οργώνει;

Τον σταυραετό που πέταται απ’ τα μικρά του χρόνια
Μεσουρανεί στα συννεφα και σμίγει με τ’ αστέρια
Τα φλογερά τα μάτια του και πίνει από τα χιόνια,
Να τον σκλαβώση ποιός μπορεί μ’ όσα κι αν έχη χέρια;

Το φλογερό αστραπόβροντο , που σχίζει κι ασβολώνει
Τα σύγνεφα και τα βουνά οπού χαλάει μια χτίσι,
Που πύργους , βράχια κι έλατα βαθειά ξεθεμελιώνει,
Ποιός ήταν οπού ετόλμησε και ειπή πως θα τα σβύση;

Και της Ηπείρου το στοιχειό, την ξακουστή Χειμάρρα,
Πώχει γονιό τον πόλεμο, πώχει τροφή το αίμα
Και μάτι της την αστραπή και χνώτο την αντάρα
Να την πατήση ποιός μπορεί; ποιός είπε τέτοιο ψέμα;

Χειμάρρα, πάρε τάρματα, κατά το Σούλι βάξε
Να παρατήση γρήγορα τον έρμον χερουλαύτη
Και να ζωθή τ΄αρμούτι του , τον γέρω-Πίνδον κράξε
Να μη χολιάζη βάρυπνος, νάχ’ άγρυπνο μάτι.

Βουνά μου, πάρτε τ΄άρματα, τα γέρικά σας χιόνια
Και τα πολλά τα κρούσταλλα ν’ ανάψη και να λυώση
Η πύρη από τα νειάτα σας κι’ απ’ τα παληά σας χρόνια.
Ποιόν καρτεράτε, δύστυχα, ναρθή να σας σηκώση; 

Υ.Γ .: Παρακολουθώντας  στην τηλεόραση τις εκδηλώσεις που έγιναν σε όλη

την Ελλάδα και στο εξωτερικό για την επέτειο της Εθνικής μας εορτής και για

τις αντιδράσεις του κόσμου σε πολλές πόλεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών,

στάθηκα σε όσα είδα στον εορτασμό που έκαναν οι μαθητές ενός ελληνικού

σχολείου στην όμορφη και ιστορική Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου. Έγιναν

ομιλίες για τον Ευαγγελισμό και την Επανάσταση, οι λιγοστοί μαθητές φορώντας

ασπρογάλανες φορεσιές  απάγγειλαν ποιήματα, έψαλλαν τον εθνικό μας ύμνο

και έκαναν και παρέλαση. Βλέποντας όμως όλα αυτά, συνειρμικά  μου ήρθε στη

σκέψη μου το επίκαιρο ποίημα του  Ηπειρώτη ποιητή  Κώστα Κρυστάλλη «ΧΕΙΜΑΡΡΑ

ΠΑΡΕ  Τ’ ΑΡΜΑΤΑ» Αθήνα, 1891). Προσωπικά διαβάζοντας τη λέξη «Χειμάρρα» , ο νους μου πάει στη λέξη «Μακεδονία».

1 ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΣΠΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΙ  ΚΛΕΦΤΙΚΟ *

Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι,

που λουλουδιάζουν τα κλαριά, που λυόνουνε τα χιόνια,

για να ζωθούμε τάρματα και τα χρυσά τσαπράζια,

να βγούμε κλέφτες,  βρε παιδιά, κλέφτες στα κορφοβούνια ;

 Μέσ’ στην ψηλότερη κορφή να στήσουμε λημέρι,

νάχουμε τάστρα τ’ ουρανού τ’ αποβραδύς κουβέντα,

κ’ εμάς το γλυκοχάραγμα να πρωτοχαιρετίζη,

εμάς ο ήλιος την αυγή σαν κρούη να πρωτοβλέπη.

Να μας ζηλεύουν οι αετοί, να μας ξυπνούν τ’αηδόνια,

και μέσ’ στα γάργαρα νερά και μέσ’ στες κρύες βρύσες

νεράιδες να μας νίβουνε, φιλιά να μας χορταίνουν.

Αράδ’ αράδα τάρματα στα πεύκα να κρεμάνε,

και θε να σταίνουνε χορό. Και κάθε μας τραγούδι

θάναι βροντή από σύγνεφο, φωτιά από αστροπελέκι.

Θα μας τρομάζουν τα θηριά, θα προσκυνούν οι κάμποι.

Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι,

να βγούμε κλέφτες, βρε παιδιά, κλέφτες στα κορφοβούνια ;

(*) Ορθογαφικά ακολουθήσαμε τη γραφή που είναι γραμμένο στα «ΑΠΑΝΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ» (Ιστορικές εκδόσεις Λογοτεχνίας).

ΗΘΕΛΑ ΝΑΜΟΥΝ ΤΣΕΛΙΓΓΑΣ

Ήθελα νάμουν τσέλιγγας, νάμουν κι ένας σκουτέρης,

να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά στα δάσα,

νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια

κι ένα σωρό μαντρόσκυλα, νάχω και βοσκοτόπια,

το καλοκαίρι στα βουνά και τον χειμώ στους κάμπους.

Νάχω και πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι,

νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,

νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,

νάχω φλογέρα να λαλώ ν΄αντιλαλούν οι κάμποι,

νάχω και κόρην όμορφη στεφανωτή μου νάχω,

να μου βοηθάη στο σάλαγο, να μου βοηθάη στα γρέκια

κι όντας θα τα σταλίζουμε τα δειλινά στους ίσκιους,

στης ρεματιάς τη χλωρασιά μαζί της να πλαγιάζω,

να με κοιμίζει με φιλιά στους δροσερούς της κόρφους.

ΣΤΟ  ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ

Από μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,

παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα

κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια

και μέσ΄ στα σύγνεφα πετάς, μέσ΄ στα βουνά ανεμίζεις,

φωλιάζεις μέσ΄ στα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα,

με την βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις

με τάγρια αστροπέλεκα κα βασιλιάν σε κράζουν

του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,

κι απ΄ άφαντο, κι απ΄άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,

μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια

και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,

κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος

κι εφώλιασε βαθιά – βαθιά μέσ΄ στ’  άσαρκο κορμί μου

και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει τη νιότη.

Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.

Θέλω τ΄αψήλου ν΄ανεβώ, ν΄αράξω θέλω, αητέ μου,

μέσ΄ στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,

θέλω ν΄αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω μ΄εσένα…               

Από ημερόδεντρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,

θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ΄ άγριο γίδι…

Θέλω ν΄ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια…

Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,

και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβυέμαι νύχτα μέρα.

Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο

και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,

πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος !


theofilosmitilini

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

(Δημοτικό τραγούδι)

του νεκρου αδελφου

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,

την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,

την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!

Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,

στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,

να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.

Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.

«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,

στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,

αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.

– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.

Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,

κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;

– Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,

αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,

κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι

κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,

βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,

στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.

«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,

οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!

το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;

Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,

η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.

Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,

και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.

Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.

Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:

«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.

– Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;

Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,

κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.

– Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».

– Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει. 

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,

δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,

μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:

«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».

Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,

να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.

– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.

– Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.

– Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,

κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».

Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,

τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»

Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.

«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.

– Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,

και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;

– Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.

Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.

Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.

Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα

βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,

βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.

Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,

και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.

Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.

«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,

κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,

κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.

– Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.

– Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

– Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου». 

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

thin_red_line

14

 Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 

Ανάβαση στο Γολγοθά, Μπαρτολομέ Εστέμπαν Μουρίγιο

Πως οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,

ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!

Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει

και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

 

Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες

τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγκει.

Πόσες νύχτες λευκές, πόσες μαύρες ημέρες

οι κουφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.

 

Α! πως είχα δα μάνα κι εγώ λαχταρήσει

(ήταν όνειρο κι έμεινεν, άχνα και πάει)

σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει

κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

 

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυτή με πηγάδι…

και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…

νοικοκύρης  καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,

το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

 

Κι άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,

με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,

(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι

ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

 

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει

τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,

 ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,

ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

 

Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ’φτανε μέλι

και πολλή φύτρα θ’ άφηνες τέκνα κι αγγόνια

καθενού και κοπάδι, χωράφια κι αμπέλι,

τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

 

Κατεβάζω στα μάτια την μαύρην ομπόλια,

για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…

Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια,

λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου.

Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.

Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,

Δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

 

Καθώς κλαίει, αν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,

ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.

Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:

τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

 

Πως αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ’μπεις!

Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)

δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο τα’ όνομά σου!

 

Και στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…

Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη

κι όσο ο γήλιος να πέσει και να ’ρθει το δείλι,

το σταυρός σου καρφώσαν κι οχτροί σου και φίλοι.

 

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα

σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός;» τι ’πες «Να ’με!».

Αχ! Δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!

Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!


Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ 

cebf-cebacf85cf81-cebcceb5cebdcf84ceb9cebfcf83

Δε λυγάνε τα ξεράδια

και πονάνε τα ρημάδια!

Κούτσα μια και κούτσα δυο,

της ζωής το ρημαδιό.

 

Μεροδούλι, ξενοδούλι!

Δέρναν δούλοι: αφέντες, δούλοι’

ούλοι: δούλοι, αφεντικό

και μ’ αφήναν νηστικό.

 

Τα παιδιά, τα καλοπαίδια,

παραβγαίνανε στην παίδεια,

με κοτρόνια στα ψαχνά,

φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!

 

Ανωχώρι. Κατωχώρι,

ανηφόρι, κατηφόρι

και με κάμα και βροχή,

ώσπου μου ’βγαινε η ψυχή.

 

Είκοσι χρονώ γομάρι

σήκωσα όλο το νταμάρι

κι έχτισα, στην εμπασιά

του χωριού, την εκκλησιά.

 

Και ζευγάρι με το βόδι

(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)

όργωνα στα ρέματα

τ’ αφεντός τα στρέμματα.

 

Και στον πόλεμο’ «όλα για όλα»

κουβαλούσα πολυβόλα

να σκοτώνονται οι λαοί

για τ’ αφέντη το φαί.

 

Και γι’ αυτόνε τον ερίφη

εκουβάλησα τη νύφη

και την προίκα της βουνό,

την τιμή της ουρανό!

 

Αλλ’ εμένα σε μια σφήνα

μ’ έδεναν το Μάη το μήνα

στο χωράφι το γυμνό

να γκαρίζω, να θρηνώ.

 

Κι ο παπάς με την κοιλιά του

μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του

και μου μίλαε κουνιστός!

– Σε καβάλησε ο Χριστός!

 

Δούλευε για να στουμπώσει

όλ’ η Χώρα κι οι Καμπόσοι.

Μη ρωτάς το πώς και τι,

να ζητάς την αρετή!

 

– Δε βαστάω θα πέσω κάπου!

– Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!

– Αντραλίζομαι!… Πεινώ!…

– Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

 

Κι έλεα: όταν μιαν ημέρα

παρασφίξουνε τα γέρα,

θα ξεκουραστώ κι εγώ,

του Θεού τ’ αβασταγό!

 

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!

Θα μου δώσουνε μια κόχη,

λίγο πιόμα και σανό,

σύνταξη τόσο χρονώ!

 

Κι όταν ένα καλό βράδυ

θα τελειώσει μου το λάδι

κι αμολήσω την πνοή

(ένα πουφ! Είν’ η ζωή),

 

η ψυχή μου θενά δράμει

στη ζεστή αγκαλιά τ’ Αβράμη,

τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του

να φιλάει τα γένια του!…

 

Γέρασα κι ως δε φελούσα

κι αχαϊρευτος κυλούσα,

με πετάξανε μακριά

να με φάνε τα θεριά.

 

Κωλοσούρθηκα και βρίσκω

στη σπηλιά τον Άι-Φραγκίσκο:

– «Χαίρε φως αληθινόν

και προστάτη των κτηνών!

 

Σώσε το γέρο κυρ Μέντη

απ’ την αδικιά τ’ αφέντη

συ που δίδαξες αρνί

τον κυρ λύκο να γενεί!

 

Το σκληρόν αφέντη κάνε

από λύκο άνθρωπο κάνε!…»

Μα με την κουβέντ’ αυτή

πόρτα μου ’κλεισε κι αυτί.

 

Τότενες το μαύρο φίδι

το διπλό του το γλωσσίδι

πίσου από την αστοιβιά

βγάζει και κουνάει με βιά:

 

– «Φως ζητάνε τα χαϊβάνια

κι οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,

μα θεοί κι οξαποδώ

κει δεν είναι παρά δω.

 

Αν το δίκιο θες, καλέ μου,

με το δίκιο του πολέμου

θα το βρεις. Όπου ποθεί

λευτεριά, παίρνει σπαθί.

 

Μη χτυπάς τον αδερφό σου –

τον αφέντη τον κουφό σου!

Και στον ίδρο το δικό

γίνε συ τ’ αφεντικό.

 

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,

χάιντε Σύμβολον αιώνιο!

Αν ξυπνήσεις, μονομιάς

θα ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.

 

Κοίτα! Οι άλλοι έχουν κινήσει

κι έχ’ η πλάση κοκκινήσει

κι άλλος ήλιος έχει βγει

σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη».


 ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ 

ταβερνα

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,

μες σε καπνούς και σε βρισές

(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)

όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές’

εψές, σαν όλα τα βραδάκια,

να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο

και κάπου εφτυούσε κατά γης.

Ω! πόσο βάσανο μεγάλο

το βάσανο είναι της ζωής!

Όσο κι ο νους να τυραννιέται,

άσπρην ημέρα δε θυμιέται!

 

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα

και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!

Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,

γαρούφαλα του δειλινού,

λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,

χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

 

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα

παράλυτος, ίδιο στοιχειό’

τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα

στο σπίτι λιώνει από χτικιό’

στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη

κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!

-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!

-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; Κανένα στόμα

δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.

 

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα

πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.

Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα

όπου μας εύρει μας πατεί.

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,

προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

thin_red_line

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824 – 1879)

valaoritis

«ΦΩΤΕΙΝΟΣ»  Άσμα Πρώτον – Φωτεινός ο Ζευγολάτης

ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗΣ

– Παρ΄ένα σβώλο, Μήτρο,

και διώξε’ εκείνα τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο.

Ο χερουλάτης έφαγε τ’ άχαρα δάχτυλά μου

και στην αλετροπόδα μου ελυώσαν τα ήπατά μου.

Δυο μήνες έρρεψα εδεδώ, εσάπισα στη στη νώπη

μ’ αρρώστια, με γεράματα! Βάσανα, νήστεια, κόποι

γι’ αυτό το έρμο το ψωμί! Και τώρα που προβαίνει

σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φαν χορταίνει

τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου

με τόση απίστευτη απονιά οι δυνατοί του κόσμου!…

Εξέχασες και δε μ’ ακούς; Εσένα κράζω, Μήτρο,

διώξε, σου λέγω, τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο…

– Είναι του Ρήγα, δεν κοιτώ,,, Για κοίταξ’ εκεί πέρα

να ιδής τι θρως που γίνεται, τι χλαλοή, πατέρα!

– Τι Ρήγας, τι Ρηγόπουλα: Είν’ ο καινούριος κύρης,

που πλάκωσε με ξένο βιο να γένη νοικοκύρης.

Παληόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια,

εκείνοι πάντα  κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια.

Και συ τους τρέμεις, βούβαλε! Παιδί μες στη φωτιά σου,

που τρίβεις στουρναρόπετρα μ’ αυτά τα δάχτυλά σου

πώχεις τετράδιπλα νεφρά και ριζιμιό στα στήθια,

τους βλέπεις και σε σκιάζουνε! Ο δούλος , είν’ αλήθεια,

λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κι αίμα δεν έχει. [………….]

– Εγώ… ο φτωχός, ο φωτεινός, ο γέρος, ο ξεσκλιάρης,

που ρίχνω εδώ το σπόρο μου για να μου τόνε πάρης,

εγώ, που με τον ίδρωτα τα χώματα ζημιώνω

για να τρώγει άλλος το ψωμί, που τρέχω και κεντρώνω

την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι

ν’ ανάφτω το καντήλι μου και ζω μέσα στον Άδη. [……….]

– Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη,

μη μου ξανάφτης τη χολή. Γονάτισε μπροστά μου

και ζήτησε σγχώρηση για  τα λαγωνικά μου…

Δε θες, αντάρτη, δεν ακούς;…

– Καλλίτερα το βρόχο

παρά τα γόνατα στη γη… Άρα κατάρα τώχω. [………]


Ο ΑΝΔΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΟΙΔΗΜΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε’

ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

537020417_8b21eac6c2_b

Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Που τρέχει ο λογισμός σου;

Τα φτερωτά σου τα όνειρα; Γιατί στο μέτωπό σου

να μη φυτρώνου, Γέροντα, τόσαις χρυσές αχτίδες,

όσαις μας δίδ’ η όψη σου παρηγοριαίς κι ελπίδες;

Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζη,

πατέρα, ένα χαμόγελο;… Γιατί να μη σπαράζη

μέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σου

ούτε ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου;…

Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι

το λυτρωτή τους χαιρετούν… Η θάλασσ’ αγριωμένη

από μακριά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμα

φιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα,

που σε κρατεί στα σπλάχνα του… Θημάμαι την ημέρα,

οπού κι αυτή στο κόρφο της, σαν τρυφερή μητέρα,

πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε… Θυμάμαι στο λαιμό σου

το ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σου

τα άτιμα ραπίσματα… το βόγγο… τη λαχτάρα…

του κόσμου την ποδοβολή… Θυμάμαι την αντάρα…

την πέτρα που σε εκρέμασαν… τη γύμνια του νεκρού σου…

το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου…

Δεν ελησμόνησε τη γη που σώγινε πατρίδα,

ούτε το χέρι σου που εύσπλαχνο μ’ ολόχρυση χλαμύδα

τη σάρκα σου εσαβάνωσε τη θαλασσοδερμένη,

όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμένοι

το αίμα σου έγλυφαν κρυφά στα νύχια του φονιά σου…

Τώρα σε βλέπη γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου…

Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο,

τ’ ανάστησε η αγάπη μας κ’ εδώ μαρμαρωμένο

θα στέκει ολόρθο, ακλόνητο, κ’ αιώνιο θα να ζήση,

νάναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ Ανατολή και Δύση… [………]

Το μάρμαρο μένει βουβό… Κα θα μείνη ακόμα,

ποιος ξέρει ως πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα…

Κοιμάται κι’ ονειρεύεται… και τότε θα ξυπνήση,

όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήση

το φοβερό μας κήρυγμα… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…

Μη λησμονάτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»

thin_red_line

decorative-line-clipart-yjixyn7cE

 

Advertisements