ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

so

ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΑΝΕΚΔΟΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ Κ. ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΥ

ironic-twist1

ΜΥΓΔΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ

1 ALMOND BLOSSOM AND SWALLOW BIRD by WALTER CRANE

-Μυγδαλιές και Χελιδόνια,
«πρόδρομοι» της αλλαγής,
(δε μας λέτε;)
αν θα λιώσουν και τα «χιόνια»
της ψυχρής μας της ζωής ;

Πέρασαν βαριοί χειμώνες
δίχως ζέστα και στοργή
κι οι «βλαστοί» της στους αγώνες
βγάζουν δάκρυ και οργή.

Σβήνουν όνειρα κι ελπίδες,
χρόνια πια στην έρμη γη,
και θ’ αναζητούν πατρίδες,
όσο η Άνοιξη θ’ αργεί.

-Κάντε υπομονή και θa ’ρθει
με ανθούς η Πασχαλιά,
αν δε γίνουν πάλι λάθη.
Πρόοδος θα πει δουλειά.

Πάθαμε κι εμείς τα ίδια,
κάνοντας αποκοτιές,
μα κερδίσαμε στολίδια
απ’ τις άλλες παγωνιές.

Γι’ αυτό και σίγουρα θα λιώσουν,
θα γλυκάνει κι ο καιρός,
τις δυνάμεις αν ενώσουν
το κουβέρνο κι ο λαός.

(23-3-2019) [“Almond blossom and swallow bird” by Walter Crane.]


Η ΦΩΛΙΑ

1 Η ΦΩΛΙΑ ΣΠΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ

Στο παραθύρι το κλειστό,
και στ’ αδειανό μπαλκόνι,
θα χτίσω, για να στεγαστώ,
φωλιά σαν χελιδόνι.

Ν’ ακώ το βράδυ ως το πρωί
το χτύπο της καρδιάς σου,
φτερά να δίνω και πνοή
σ’ όλα τα όνειρά σου.

Της Άνοιξης τον ερχομό
να σου προαναγγείλω,
για σένανε να ξαγρυπνώ
και εσύ να μ’ έχεις φίλο.

Κι αν θες ψηλά στον Ουρανό
μαζί μου να πετάξεις,
στηρίξου στο μικρό πτηνό,
θα βρεις κορφές ν’ αράξεις.

Άνοιξες πόρτα και καρδιά,
το φως μαζί σου είδα
και τη μικρούλα μου φωλιά
τη βάπτισες ελπίδα.


Η Χ Ι Ο Ν Α Τ Η

1 Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΣΠΚΑΡΜΟΥΝΤΖΟΣ

Ο καιρός σαν φέρει χιόνι,
η Χιονάτη καμαρώνει,
σα νυφούλα προκομμένη
που την προίκα της λευκαίνει.

Η Χιονάτη δεν κρυώνει
και στα δέντρα σκαρφαλώνει
κι από κει στα κεραμίδια
με πεντάμορφα στρωσίδια.

Βιάζεται, καθώς απλώνει
το λευκό τη το σεντόνι,
μην ο ήλιος ξεπροβάλει
και της λιώσει τέτοια κάλλη.


Ο  ΚΡΑΣΟΠΕΤΡΗΣ    

%ce%bf-%cf%84%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%bb%ce%b7%cf%83          

  Στην ταβέρνα του Αργύρη, κοκκινέλι ξεροσφύρι,

  το ‘πινε χωρίς παρέα ο Πετρής απ’ τη Νεμέα.

  Θρέμμα γέννημα στ’ αμπέλια, δόγα ήταν στα βαρέλια,

  κι ως πιοτής δε λέει ψέμα, το κρασί σημαίνει αίμα.

 Μαθητής μικρός στο Δείπνο  τα ‘κουσε πριν πάει για ύπνο,

 θα ‘χει του Χριστού τη χάρη, αν μεταλαβιά θα πάρει.

 Κάκια δεν κρατά σ’ ανθρώπους, πήγε και στους Άγιους Τόπους,

 συχωρνούσε  την Πετρίνα κι ας μην έπινε ρετσίνα.

  Όταν μορφασμούς θα κάνει, φουρτουνιάζει το λιμάνι,

  λέει πολλά μα δεν τον πιάνω στο μεθύσι του επάνω.

 Προσπαθεί να βρει μια λύση…, κι ο Αργύρης θα βοηθήσει,

 ως την ξώπορτα τον σέρνει κι από κει… τον αποπαίρνει.

Τουρτουρίζοντας στ’ αγιάζι με το Δήμαρχο τα βάζει,

                         για λακκούβες και για φώτα τον Πετρή, αν θέλεις, ρώτα.                             

Φτάνοντας μπροστά στη βρύση τη ρωτά,  ποιον θα ποτίσει,

το νερό σου τζάμπα τρέχει, το χωριό μας ζα  δεν έχει.

Κάνει βόλτες κι αμφιβάλλει, ψάχνει για το σπίτι πάλι,

κάπου δω… το είχε αφήσει, ντρέπεται και να ρωτήσει.

 (Από την ανέκδοτη συλλογή «ΤΑ  ΔΕΙΛΙΝΑ»).


   ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ  ΒΡΟΧΗ

φθινβροχη

Τ’ άνθη λυγίζουν στη βροχή

κι από το παραθύρι

νιώθω πως κάνουν προσευχή,

μια κι έχουν έτσι γείρει.

Ευχαριστούν τον Πλαστουργό,

τις ρίζες σαν ποτίζει

και το καθένα δροσερό

ύμνους σ’ Αυτόν ψελλίζει.

Με άνεμο και με βροχή

το μύρο τους στο σπίτι

τρυπώνει τέτοια εποχή

σαν το μικρό σπουργίτι.

Μοσχομυρίζει και η γη,

το χώμα τ’ οργωμένο,

ο σπόρος φύτρο να γενεί,

μπερκέτια να προσμένω.

(από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «ΤΑ  ΔΕΙΛΙΝΑ».)


  ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ     

1450109_1141529632540299_2038177305441821301_n

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και της Καρυάς Προστάτη

στην εκκλησιά σου έρχομαι με δίχως αυταπάτη.

Γιατί καθώς η «Βάπτιση» γινόταν από Σένα,

 μύνημα στείλανε «Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα».

Γιατί στο εικονοστάσι Σου, βλέπω με φρίκη ακόμη,

στο πιάτο το κεφάλι Σου, που ζήτησε η Σαλώμη.

Ως προπομπός προφήτευσες, πως ο Σωτήρας θά ‘ρθει,

για να σωθούν οι άνθρωποι με τα δικά Του πάθη.

Τις Κυριακές τούς προσκαλείς, χτυπώντας την καμπάνα,

ν’ ανάψουνε μικρό κερί, για του Χριστού τη Μάνα.

Στης εκκλησιάς την έμπαση πιστούς καλωσορίζεις,

που ‘ναι γραμμένοι στα χαρτιά και τους αναγνωρίζεις.

Γιατί εδώ βαπτίστηκαν και πήραν τ’ όνομά τους,

στον Αϊ-Γιάννη το Βαπτιστή! Τιμή τους και χαρά τους.

Σ’ αυτόν το χώρο ήρθανε και βάλανε στεφάνι,

και για τον «έσχατο ψαλμό», αν γίνει εδώ, τους φτάνει.

                                          (Καρυά, 27 Μαρτίου 2017)

Υ.Γ. : Προτροπή στους αναγνώστες. Ας μην ξεχνάμε ποτέ το μήνυμά του: «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» και στην προσευχή μας πάντα να ζητάμε, «Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε, φύλαξε τους δούλους σου».


            ΤΑ  ΨΗΛΟΤΑΚΟΥΝΑ (2)


%cf%88%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1

          Στα μάτια την εκοίταξε,

          γιατί ’χε ίδιο μπόι

          κι κείνη του συστήθηκε

          πως ήταν κι από σόι.

         Χαρούμενος θαμπώθηκε

         απ’ των ματιών τη λάμψη

         κι αφού πολύ αγάπησε,

         δεν άργησε να κλάψει.

        Του το ‘δωσε το μάθημα

        με κουνιστό το σώμα,

        γιατί στο στραβοπάτημα

        σωριάστηκε στο χώμα.

         Τα έργα της  τού έδειξαν

         και τα οικόσημά της,

         το μπόι πως της το ‘διναν

         τα ψηλοτάκουνά της.

         (Από τις «ΑΛΚΥΟΝΕΣ» επαυξημένο)


Ο ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ 2017

Στου Νέου Χρόνου την αυγή, τη νεφοσκεπασμένη,

ελπίδας άστρο για να βγει, ο κόσμος περιμένει.

Αλήθεια είναι πως αργεί, το έχασε στη Δύση,

που σε τροχιά χωρίς στοργή κοιτά μην ξεστρατίσει.

Θ’ αχνοφωτίσει μήπως δει την πρώτη του αχτίδα,

να χαρακώνει δηλαδή του νέφους την ασπίδα.

Σκοτούρες κι άλλη μια χρονιά που τώρα ξημερώνει,

ν’ αλλάξουν πρέπει τα πανιά, πυξίδα και τιμόνι.

Δε θα βουλιάξει το σκαρί, αιώνων ιστορία,

και με φουρτούνες προχωρεί και μ’ αισιοδοξία.

Κουράγιο κάνει μια ζωή, χειμώνες – καλοκαίρια

και σταυρωμένα προσπαθεί, να μην κρατά τα χέρια.

%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%bf%cf%83

Υ.Γ.: Η 1η Ιανουαρίου είναι η Εορτή της Περιτομής του Ιησού Χριστού  και Βασιλείου του Μέγα. Ο Άγιος Βασίλειος, γνωστός και ως Μέγας Βασίλειος, ήταν Έλληνας επίσκοπος της Καισαρείας, στην Καπαδοκία της Μικράς Ασίας. Εξέχουσα προσωπικότητα της χριστιανικής Εκκλησίας,  κορυφαίος Θεολόγος, Πατέρας της Εκκλησίας και γι’ αυτό ανακηρύχτηκε Άγιος και Μέγας. Επιπλέον είναι ένας από  τους τρεις Ιεράρχες, που θεωρούνται προστάτες της παιδείας.  Έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού συστήματος, του Πτωχοκομείου ή Βασιλειάδας. Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε την 1η Ιανουαρίου 379 μ.Χ., σε ηλικία 50 ετών.


ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%ac%ce%bb%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1

Ανοίχτε πόρτα και καρδιά

και μην αργοποράτε,

για να σας πουν μικρά παιδιά,

πως ο… «Χριστός Γεννάται».


  ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ…

%ce%b7-%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7

Παραμονή Χριστούγεννα και σ’ όσα τζάκια καίνε,

ακούς παιδιά με τρίγωνα να κάλαντα να λένε.

Της Βηθλεέμ το σπήλαιο, που η Γραφή ορίζει,

μια κατασκότεινη βραδιά Άστρο λαμπρό φωτίζει.

Μωρό  στη φάτνη ο Χριστός, σαν τους απλούς ανθρώπους,

ήταν ο ίδιος ο Θεός απ’ τους Αγίους Τόπους.

Να προσκυνήσουν πήγανε οι Μάγοι απ’ τη Χώρα,

συμβολικά του δώσανε χρυσό και άλλα δώρα.

Μα του Ηρώδη το σπαθί με κοφτερή την κόψη,

ένα Χριστούλη προσπαθεί και πάλι να σκοτώσει.

Αλλά οι ψυχούλες των παιδιών ποτέ τους δεν πεθαίνουν,

έχουν αγγελικές μορφές και τις γιορτές προσμένουν.

Χαρά να φέρουν στα παιδιά, στους άρρωστους υγεία,

ειρηνική, καλή χρονιά και σ’ όλους ευτυχία.             


ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΜΟΥ      

ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΜΟΥ

                 Το τηλέφωνο χτυπάει…

                      κι άλλος φίλος…, τι χαρά!

                      Τον θυμάμαι και με πάει

                      σ’ άλλα χρόνια πιο παλιά.

                      Ξετυλίγει το κουβάρι

                      της κοινής μας της ζωής

                      και ο νους γι’ αλλού σαλπάρει

                      την ημέρα της γιορτής.

                      Τι και τι δε μου θυμίζουν,

                      όλοι φίλοι καρδιακοί,

                      δρόμοι που συχνά χωρίζουν,

                      μα έχουν ρίζες και αρκεί.

                       Στις παλιές φωτογραφίες

                       τους  γνωρίζω στο φτερό,

                       μα θα έχω κι αστοχίες,

                       αν στο δρόμο θα τους βρω.

                       Ένας ουρανός μ’ αστέρια

                       δώρα μου ’στειλαν κι ευχές

                       κι ένιωσα ως καλοκαίρια

                       της χρονιάς τις εποχές.

                       Ένας ουρανός μ’ αστέρια

                       χρόνια μου ’πανε πολλά

                       και μου σφίξανε τα χέρια,

                       να ’ναι όλοι τους καλά.


« ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ» – Συλλογή ΧΑΪΚΟΥ*

FotoS

    Φεγγαρόλουστο 

κοχύλι στ’ ακρογιάλι

                          ρότα χαράζει.                          

   Φάρος στον κάβο / σήματα ελπίδας στέλνει. / Όρτσα τα πανιά.

Νοερά κρατώ / δυο ροζιασμένα χέρια / και τ’ ασπάζομαι.

Χωρίς αγάπη, / θα μάθεις, τι θα πάθεις. / Ο παθός μαθός.

Νεογέννητο… / Του κόσμου η ελπίδα. /  Του ίδιου όμως;  

«Αλμυρό νερό»! / Και πώς να το ξεχάσουν / οι μετανάστες.

«Άχθος αρούρης»: / Σύγχρονος τρόπος ζωής, / παλιάς συνταγής.

«Σοφόν το σαφές» / κι όχι πολυλογίες. / Μάθημα πρώτο.

«Σπεύδε βραδέως» / και στους στίβους νικητής, / σίγουρα θα βγεις.

Ποτάμι η ζωή / κι ως πλατανόφυλλο εγώ, / στο ρου της πλέω.

Λαλούν κοτσύφια, / του δάσους βιολιτζήδες. / Χάρμα ακοής.

Με ξεροβόρι…/ κι άλλα «κούτσουρα» κρυώνουν / μπροστά στο τζάκι.

Αηδονολαλιές, / φωνές που στάζουν μέλι / και δοξολογούν.

Χωρίς «αλφάδι» / κι ο  δρόμος της ζωής μας /  ίσιος δε θα ’ναι.   

                       Κορμιά λαμπάδες / των μνημείων οι φρουροί./ Τιμής ένεκεν.              

                      Μια ζωή απών, / λούφα και παραλλαγή. / «Λάθε βιώσας».

Βαρύ φορτίο / «ο μέρμηγκας» σηκώνει / κι ανοίγει δρόμο.

Λιόχαρος  ανθός, / καρπός ευλογημένος. / Καντήλι ανάβει.

Κόκκινα χείλη, / του έρωτα τα δίχτυα, / για καλή ψαριά.

Ξωμάχους να δεις: / Στο λιοπύρι ψήνονται, / πριν απ’ το ψωμί.

«Παρά θίν’ αλός» / δίνονται, όσα και τ’ άστρα, / όρκοι και φιλιά.

Κάνε όνειρα / κι όχι να βλέπεις μόνο, /  όταν κοιμάσαι. 

«Μέτρο άριστον», /  ζωής κανόνας πρώτος. / Τηρείται όμως;


ΠΑΡΑ ΘΙΝ’ ΑΛΟΣ (Στην παραλία)

Ξέγνοιαστα παίζουν / θαλασσοπούλια και παιδιά,/ κόντρα στο κύμα.


Βραχεία μνήμη, / τουλάχιστον δεν πρέπει, / να ‘χει ο παθός.

Φίλος γκαρδιακός / ποτές του δεν ξεχνιέται,/ αλλιώς δε θα ‘ναι.


                                              Άλογα είναι. / Βλέπεις οι παράλογοι / έγιναν μπουχός.

Αχαριστία…/ λένε χλιμιτρίζοντας / στους παράλογους.

(Τα δύο παραπάνω Χαϊκού τα εμπνεύστηκα από δύο γέρικα άλογα που, μετά από πολύχρονη προσφορά, τα εγκατέλειψε το αφεντικό τους σε δύσβατο βουνό καταχείμωνα, στα χιόνια και στις παγωνιές, χωρίς τροφή και στέγη).          


                                                         Ο  ΚΑΝΟΝΑΣ

Το παιδομάνι / ντόπιο και προσφυγικό / να το τιμάμε.


                                          Η χρυσή καρδιά / σε ψεύτικη παλάτζα / δε ζυγίζεται.

Μπράβο στον φτωχό, / που ως πανηγυριστής / πλούσιος δείχνει.

                  Τους ανέστιους, / για σπιτίσια θαλπωρή / δεν τους ρωτάμε.                                         


«Νόστιμον ήμαρ*» / μια ζωή το προσδοκούν / οι μετανάστες. (*Ημέρα της επιστροφής)

Πρόσεχε , μην πιεις / το νερό της αρνησιάς / και σε πλανέψει.


ΤΟ ΤΟΥΝΕΛ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Στο σκοτάδι του / και μια αντιλαρίδα*/ λίγη δε θα ‘ναι. (*Αδύνατη  μικρή φλόγα)  


Ο ΣΚΥΛΟΣ ΜΟΥ

            Φύλακας πιστός, / που απόκοντα με παίρνει, / αν τον χρειαστώ.                                       


                                                             ΤΑ ΣΚΑΡΟΠΟΥΛΙΑ

Άνοιξαν φτερά / στους αιθέρες να πετούν. / Καλοτάξιδα…!


«Έρκος οδόντων» / στα πικρόχολα λόγια, / πληγές ανοίγουν.

 Πυκνό σκοτάδι / κι αργεί να ξημερώσει, / χωρίς ελπίδα.

 Όνειρο ήταν! / Μα σωστά το εξηγείς / μόνο ξυπνητός.

Ας μην ξεχνάμε, / πως και τα δέντρα πονούν / και δάκρυ χύνουν.

Με χαμόγελο / τον κόσμο ν’ αγκαλιάζεις, / σπλάχνο του είσαι.


ΒΑΡΚΑ «ΕΛΛΑΣ»

Με μαϊστράλι / θα βρεις τ’ αγκυροβόλι, / για νέα ρότα.


Μεγάλο κάστρο/ σιμά σε Μοναστήρι. / Καλοί γειτόνοι.

Χαρά και λύπη, / του ίδιου νομίσματος / οι δύο όψεις.

Στεφάνι πλέκω / με Πρωτομαγιάς ανθούς. / Αγάπης δώρο. 

Πού πας βαρκούλα / χωρίς γερό τιμόνι / κι ακυβέρνητη; 


«ΜΕΛΙΣΣΑΝΔΡΟΥ» Η ΑΡΓΕΙΤΙΣΣΑ

ΓΙΑ ΣΑΙΤ ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΙΣΣΑΝΔΡΟΥ

Λυγερόκορμη / και ανθοστολισμένη / χαρά δεν έχει.

Στους πέντε δρόμους / και άγγισμα αν νιώσει, / τ’ άνθη της ρίχνει.


Ο τόπος βράζει / κι ουδείς στον κόσμο ξέρει, / αν πνεύσει αύρα.

Στο πρώτο βήμα, / στ’ ανηφόρι της ζωής, / γυρνώ τις μνήμες.

Λιόβγαλτος χυμός / του καντηλιού το λάδι, / που μας φωτίζει.

Παλιά συμβουλή / για όλους και για όλα: / «Μέτρο άριστον».

«Μέτρο άριστον, / το λέμε και τ’ ακούμε. / Στην πράξη όμως;

Και μ’ αναμμένα / τα φανάρια τ’ ουρανού / όνειρα κάνεις.

«Χέρια καθαρά», / αν συ δε θα ψηφίσεις… / ευθύνες θα ’χεις.

Στις χέρσες πλαγιές / θρασέψανε αγκάθια, / γκορτσιές και βάτα.

Με μια σου ματιά / κοφτερή σαν το γυαλί, / μου τα ’πες όλα.

Σαν σκαροπούλι / στης καρδιάς μου τη φωλιά / νωρίς κούρνιασες.

 Γιατρός ο χρόνος, / μα το σημάδι μένει / της λαβωματιάς.

 Άφθονα πλούτη / αν στην καρδιά σου έχεις, / τιμή σου πρέπει.

 Με λίγη τύχη / και με μεγάλο κόπο / καρπούς θα δρέψεις.

Ρόδια σκασμένα / και κρεμασμένα στα κλαδιά. / Διπλός καημός.

Τ’ αστροπελέκι / στην ψηλή κορφή χτυπά / το κυπαρίσσι.

Καθρέφτης ψυχής / τα έργα σου και μόνο. / Να το θυμάσαι.

 «Οι κολοφωτιές» / τις αφέγγαρες νύχτες / χαρά που έχουν!

 Μικρή κυψέλη / και με πολλούς κηφήνες / μέλι δε βγάζει.

 Με τη λάμψη σου, / της νύχτας πεφταστέρι, / σκοτάδια σχίζεις.

 Το φυλλοκάρδι, / αμάραντο για να ’ναι, / αγάπη θέλει.

 Μ’ άδειο παγκάρι / ακόμη κι ο Αϊ-Γιάννης / «χωριό δεν κάνει».

 «Πέτρινα χρόνια»! / με διδαχή μεγάλη / κι όμως ξεχνιούνται.

 Μεγαλώνοντας / στ’ αχνάρια του βαδίζω, / μα δεν τον φτάνω.

Ο ξένος πόνος / τους άλλους δεν αγγιάζει / και τον ξεπερνούν.

Βραχνοκόκορας… / που γέλαγαν κι οι κότες / ακούγοντάς τον.

Σπείρε τ’ αγαθόν / και στη σχισμή του βράχου, / καρπούς θα βγάλει.

Σπουδές «αγάπης»,/ δεν τις κάνουν στο σχολειό / χωρίς «δασκάλους».

 Καινούργιες πληγές,/που τις παλιές θ’ αγγιάζουν, / τέλος δε θα ’χουν.

 – Στα λασπόνερα / σε είδα βουτηγμένο. /  – Δε φταίνε ’κείνα.

 Με αγιοβλάσταρα, / αν τις ψυχές μπολιάσεις, / καρπούς θα δρέψεις.

 Ταξίδια μνήμης, / πτυχές ζωή φωτίζουν / κι ανοίγουν δρόμους.

 Οι πιο άπονοι / είναι, αν θες να ξέρεις, / όσοι δεν πόνεσαν.

 Για πολλούς αργεί / να ’ρθει το «καλοκαίρι». / Πόσο θ’ αντέξουν;

Στ’ ανοιχτά σχολειά / θα δεις, να χτίζουν φωλιές / τα χελιδόνια.

 Και με παγωνιά, / αγώνα ζωής κάνουν / οι χειμωνανθοί.

Λαίμαργο αρνί, / θρεφτάρι για τη σούβλα / σε προβυζαίνουν.

 Τραβάτε γερά, / στο κάρο της ζεμένοι, / να ξεκολλήσει.

 Διακονιαραίοι / στη γύρα βγήκαν πάλι / και πόρτες κρούουν.

 «Παρα θίν’ αλός», / χτίζουν πύργους τα παιδιά / κι ονειρεύονται.


 ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: 

α) Ζοφεροί καιροί / κι αναρωτιέται ο κόσμος: / «Πού πηγαίνομε!» («Quo vadis!»)

 β) Και απαντούνε / σοφά αυτοί που ξέρουν: / «Κατά διαβόλου».


  Της κληρονομιάς / τ’ αδούλευτο χωράφι / ζιζάνια βγάζει.

 Με αστροφεγγιά / γλυκολαλούν τ’ αηδόνια / για τους ξενύχτες.

 «Φρούδες ελπίδες» / καλλιεργούν με δόλο / οι λαοπλάνοι.

 Μαργαριτάρια, / στη «μπάλα» του εργάτη, / ο ιδρώτας είναι.

 Χάρμα οφθαλμών / οι ομορφιές του κήπου / αν τον φροντίζεις.

 Δίχως χτύπημα, / το γάλα μες στην κάδη / δε βουτυρώνει.

 Από  καθέδρας / με λόγια δίχως έργα / δε δασκαλεύεις.

                  Πήραν τα βουνά, / για να καλοκαιριάσουν. / Τυχεροί βοσκοί !                 

Του μπαχαλάκια / καρφί δεν του καίγεται / και σπάζει πλάκα.

 Με αστροφεγγιά / και πανηγύρι στήνουν / για μας οι γρύλοι.

 Τ’ άστρο της αυγής / σου λέει πρώτο, αν το δεις, / την καληνώρα.

 Απ’ το κατώφλι / της καρδιάς σου να διαβώ, / πώς θα το ’θελα!

 Το μεροδούλι, / χωρίς να φέρνει πλούτη, / στεριώνει σπίτι.

 Μαύρα σύννεφα / τ’ Αστέρι κρύβουν για μας / και για τους Μάγους.

 «Χριστός γεννάται» / και μηνύματα στέλνει / με τις καμπάνες.

 Με τ’ ανάβλεμμα / στον πέλαγο και μόνο / γυρνάει ο νους.

 Χρόνια τον είχε / γι’ αντιστύλι του σπιτιού / και δεν ξεχνιέται.

 Λόγω θαλπωρής / τον πήρε ο ύπνος κι έγειρε / στο παραγώνι.

Έμπλεος χαράς / κι ελπίδας για ειρήνη. / «Χριστός γεννάται».

 «Εύδιος καιρός», / μ’ ανέμους στα πελάγη, / θ’ αργήσει να ’ρθει.

 Πάμε για ύπνο, / μπορεί να ματα-δούμε / γλυκό όνειρο.

 Ο Παρθενώνας, / το νέφος κι αν τον κρύβει, / μνημείο είναι.

Πλατανόφυλλα… / του Ζέφυρου παιχνίδια / φθινοπωρινά.

 Πρόσφυγες αν δεις / κι αγγέλισμα τους κάνεις, / κερί ανάβεις.

                Μα ο κοινός  νους /  δεν είναι πολύ κοινός. /   Αναζητείται!                          

Αγανάχτησε / και βγήκε στο κλαρί… / για οξυγόνο.

Γεραρό παπά / ζητάς για ξομολόγο; / «Διάβασμα» θέλεις.

Ώριμα φρούτα! / Μην προσμένεις να πέσουν, / για να τα γευτείς.

Πτήσεις στα νέφη / με πιλότο ποιητή / στίχοι γίνονται.

Μετρώντας τ’ άστρα, / μη χάνεις τον καιρό σου / και τη γη ξεχνάς.


Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ

Σαν ξερό φύλλο / ριγμένο στο ποτάμι / ταξίδι κάνει.


Η ΖΩΗ (1)

Τρέχει σα νερό, / να προφτάσει πριν χαθεί, / ζωή να δώσει.

Η ΖΩΗ (2)

Στο ποτάμι της / ο νους μου κολυμπώντας / θολά τα βλέπει.


Τ’ άστρα τ’ ουρανού / κι απόψε τρεμοσβήνουν; / Για μας ξαγρυπνούν.

Τόση κάκητα / ποιος έφερε στον κόσμο; / Τα συμφέροντα.

Αναπάντεχα / μηδίσανε και τούτοι! / «Αιδώς Αργείοι».

Με υποσχέσεις / ξεγέλασαν τον κόσμο, / που τους πίστεψε.

Καλλικέλαδα / στις ποταμιές τ’ αηδόνια, / γιορτάσι έχουν.


ΤΟ ΠΟΤΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Το πίνουν όλοι / σε ξέχειλο ποτήρι / με χαρμολύπες.


Αγάπης άστρο, / απ’ το φεγγίτη της καρδιάς, / όψεις λαμπρύνεις.

(*) «Τα χαϊκού είναι από τις δυσκολότερες μορφές ποιητικής έκφρασης. Αναδεικνύεται το πολύ, το ωραίο, το αξιόλογο και το ουσιώδες μέσα από το λίγο. Εκφράζουν πολλά, υπονοούν περισσότερα, με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις… Ό,τι έχει να εκφράσει ο ποιητής πρέπει να καταγραφεί σε τρεις μικρούς στίχους και μάλιστα με ορισμένες συλλαβές ο καθένας… Συγκεκριμένα ο πρώτος στίχος πρέπει να έχει πέντε συλλαβές, ο δεύτερος εφτά και ο τρίτος πέντε…» (Σπύρος Κ. Καραμούντζος).

ΑΓΡΙΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ


       Παναγία η Πορτοκαλούσα

%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%ba%cf%81%cf%85%ce%bc%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7

 Ψηλά στην Καστρο-Λάρισα / «η Κατακεκρυμμένη»

του Άργους είναι κόσμημα, /  που τους πιστούς προσμένει.

Σ’ ένα κελί απόκρυφο, /  χωρίς μια χαραμάδα,

«Κρυφό Σχολειό» συνδαύλιζε /  της Λευτεριάς τη δάδα.

Από το βράχο θέαμα, / που όποιος δε το ‘δε χάνει

κι εντός της βρίσκει λύτρωση /  και της ψυχής λιμάνι.

Για όλους μένει Ακοίμητη / χτυπώντας την καμπάνα,

ν’ ακούν τις ώρες, τους σφυγμούς /  απ’ της ζωής τη Μάνα.

Αμφιβολία δε χωρεί, / «υπέρ ημών πρεσβεύει» 

και της αρκεί μικρό κερί / με πίστη και με σέβη.

Από εκεί «Περίβλεπτος» /  και στις σοδειές παρούσα

κι οι δενδροκόμοι, ως νονοί, / τη λεν «Πορτοκαλούσα».

Νοέμβρης κι ως προσκυνητής / ο κόσμος π’ ανεβαίνει

με πορτοκάλια και ανθούς / τη βρίσκει στολισμένη.

(Μελίσσια, 27 Οκτώβρη  2016) – Υ.Γ. Εορτάζει στις 21 Νοεμβρίου.


ΤΟ  ΚΟΜΠΟΛΟΪ
κομπολοϊ

                      Του κομπολογιού οι χάντρες

                      συντροφιά κρατούν στους άντρες,

                      που κοντά στο παραγώνι

                      ζουν μ’ αυτές κι ας είναι μόνοι.

 

                      Πίκρες, βάσανα και χρέη,

                      από τότε που ήσαν νέοι,

                      με τις χάντρες τα μετράνε

                      κι όπως λένε…, τα ξεχνάνε.

 

                      Κάθε χάντρα κι άλλη μία

                      της ζωής τους ιστορία,

                      ντέρτι της καρδιάς και πόνος,

                      που δε γιάτρεψε ο χρόνος.

 

                      Και το πιο κρυφό το ξέρει

                      το δικό τους το μπεγλέρι,

                      με το τρακ και χαρμολύπη

                      κι ο αναστεναγμός δε λείπει.

 

                      Κομπολόι κεχριμπάρι,

                      δίνεις φως σαν το φεγγάρι,

                      σ’ όσους ψάχνουν στο σκοτάδι

                      γι’ αποκούμπι και για χάδι.       


ΣΠΙΤΙΑ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

102

Πέτρινα και με χαγιάτι

με τον τόπο τους δεμένα,

σύμβολα για το Ζουνάτι *

και με θύμησες στρωμένα.

    Το Ζουνάτι είναι το μικρό Αρκαδικό χωριό ΖΩΝΗ του Δήμου Μεγαλόπολης. 


                  ΦΟΥΣΚΟΔΕΝΤΡΙΑ

φουσκοδεντριεσ 

                     Το σύννεφο στον Ουρανό

                      καθώς κατηφορίζει,               

                 με του Βοριά τον κεραυνό

                      καρδιές στη Γη ραγίζει.  

 

                      Σαν έρθει όμως ξαστεριά

                      και του Νοτιά τ’ αγέρι ,

                      γρικά τη φουσκοδεντριά

                      μα το γιατί δεν ξέρει.

 

                      Ωσότου πόνοι δυνατοί

                  στο στήθος και στη μέση

                     της πουν ξεκάθαρα στ’ αφτί,

                     άστρο λαμπρό θα πέσει.

                    (Μελίσσια. 18-1-2011) 


                         ΚΕΡΑΚΙΑ ΣΤΟ ΜΑΝΑΛΙ
κερια στο μανουαλι

                  Σ’ εκκλησιά μικρή μεγάλη

                  ταπεινά οι χριστιανοί

                  κεράκια ανάβουν  στο μανάλι,

                  λαδάκι θέλει η μηχανή.

 

                  Γι’ αρρώστια, ξενιτιά και φτώχεια

                  και γι’ άλλους πόνους στην καρδιά

                  ζητούν βοήθεια και συμπόνια

                  από Χριστό και Παναγιά.

 

                  Κι όσο τα κεριά τους καίνε,

                  έτσι πρέπει για πολλούς,

                  το πάτερ ημών να λένε

                  με μετάνοιες και σταυρούς.

 

                  Το κακό, που οι νεωκόροι

                  φου..! Τα σβήνουν, πριν καούν,

                  και σα να ‘ταν αποφόρι

                  στα καλάθια τα πετούν. 


                           Η  ΦΩΛΙΑ

 χελιδονοφωλια

          Στο παραθύρι το κλειστό,

           και στ’ αδειανό  μπαλκόνι,

           θα χτίσω, για να στεγαστώ,

           φωλιά σαν χελιδόνι.

 

           Ν’ ακούω το βράδυ ως πρωί

           το χτύπο της καρδιάς  σου,

           φτερά να δίνω και πνοή

                     σ’ όλα τα όνειρά σου.

 

                    Της Άνοιξης τον ερχομό

                     να σου προαναγγείλω,

                     για σένανε  να ξαγρυπνώ

                     κι εσύ να μ’ έχεις  φίλο.

 

                     Κι αν θες ψηλά στον Ουρανό

                     μαζί μου να πετάξεις,

                     στηρίξου στο μικρό πτηνό,

                     θα βρεις κορφές ν’ αράξεις.

 

                Άνοιξες πόρτα και καρδιά,

                     το φως μαζί σου είδα

                     και  τη μικρούλα μας φωλιά

                     τη βάφτισες  ελπίδα.             


                   Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ

τζιτζικας 

                   Φαίνεται πως τραγουδάει,

                     όταν απ’ τη ζέστη σκάει

                     κι αφορμή ο κόσμος θέλει,

                     να τον λέει και τεμπέλη.

 

                     Μα δε ζήτησε απ’ τον πλάι

                     να του δώσει, για να φάει,

                     και αυτός μονάχα ξέρει,

                     τι τραβάει το καλοκαίρι.

 

                     Τζίτζικα καλέ μου φίλε,

                     μήνυμα στον κόσμο στείλε,

                     με παράδειγμα εσένα,

                     να ‘χουν λόγια μετρημένα.

 

                     Κι αν τυχόν σε συναντήσουν,

                     ήσυχο να σε αφήσουν,

                     εκεί που έχεις ακουμπήσει,

                     στο λιοπύρι να ’βρεις λύση.


                            Ο ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ο κληρονόμος

                     Της κληρονομιάς τ’ αμπέλι

                      ξέφραγο εδώ κι εμπρός

                      τ’ άφησες και δε σε μέλει

                      αν σταφύλια δε θα τρως.

 

                      Γέμισε γκορτσιές, τι κρίμα!

                      Κι απ’ τ’ αγκάθια δεν μπορείς,

                      μέσα του να κάνεις βήμα,

                      κλήμα ψάχνοντας να βρεις.

 

                      Κι αν σε βλέπει ο νοικοκύρης,

                      κληρονόμε της ντροπής,

                      στο στρωσίδι σου σαν γείρεις,

                      βρες μια λέξη να του πεις.

 

                      Γιατί ξώμεινε τ’ αμπέλι

                      από κλάδο και σκαφή

                      και κανείς πια κοκκινέλι

                      από  κείνο δε θα πιει;

 

                      Της κληρονομιάς τ’ αμπέλι

                      ξέφραγο εδώ και μπρος

                      τ’ άφησες και δε σε μέλει

                      αν σταφύλια δε θα τρως.

                       (Καρυά, 8-8-2010) 


ΤΟ ΛΑΛΗΜΑ

ΛΑΛΗΜΑ 

              Λαλούν κοκόρια την αυγή,

              προτού καλά να φέξει,

              θέλουν στον κόσμο ν’ ακουστεί

              και η δική τους  «λέξη».

 

              Ξυπνήστε «κότες» πριν σας βρει

              της μέρας το λιοπύρι,

              τ’ αραποσίτι δε θα βγει,

              αν κάποιος δεν το σπείρει.

 

              Στο λάλημά τους κι οι τρανοί

              αφτί ας στήσουν πάλι,

              με το ξημέρωμα μπορεί,

              ν’ αλλάξουν και «κεφάλι».

 

             Να βρούνε ρότα πριν να βγει

             στην ξέρα το καράβι,

             γιατί ο κόσμος  απ’ οργή

             κουστούμια γι’ άλλους ράβει.

               (Μελίσσια, 25-9-2010)


              Ο  ΓΕΡΟ-ΖΕΥΓΟΛΑΤΗΣ

ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗΣ

               Στην πλεύρα της Μπιχίνας*

               στο ξερικό χωράφι,

               δυο πεζούλια  όλα κι όλα,

               με τα ζα και τα σύνεργά του,

               δίνει  τη μάχη του ψωμιού

               και της ζωής.

               Έχει παιδιά να θρέψει.

               Χωρίς βαρυγγωμιά.

               Καθημερινά – ήλιο με ήλιο –

               δεν ξέρει για οχτάωρο και για υπερωρίες.

               Όλη τη χρονιά της αγρανάπαυσης

               στον αγώνα.

               Καματεύει, διβολίζει, φουσκίζει

               και  με ιδρώτα το ποτίζει.

               Το κοκκινόχωμά του

               αφράτο- αφράτο

               και παστρικό από θάμνους και λιθάρια,

               απ’ αγκάθια και ζιζάνια,

               πανέτοιμο και καλοδουλεμένο,

               προσμένει την ώρα και τη στιγμή,

               πριν βρέξει και λασπώσει,

               που θα δεχτεί στα σπλάχνα του

               με το γνωστό τρόπο της σποράς

               κι απ’ τα δικά του ροζιασμένα χέρια

               τον ευλογημένο σιταρόσπορο

               το μαυραγάνι.

               Σαν τελέψει τη σπορά

               κι ο ήλιος πάει να δύσει,

               ξεσκούφωτος κάνει σταυρό,

               βαθιές ανάσες παίρνει.

              Το χρέος του το έκανε

              και με το παραπάνω.  

              Σπαρμένο τώρα το χωράφι του,

              σβαρνισμένο και με σταυρωτές αυλακιές,

              το παραδίδει με υψωμένα χέρια στο Θεό,

              που κουμαντάρει τον καιρό ,

              το θαύμα του να κάνει.

              Ξαναφοράει το σκούφο του

              κι ακούγεται ψιθυριστά να λέει:

             « Γενηθήτω το θέλημά σου».

              Καλή σοδειά, καλή σοδειά!

               (*) Αγροτική τοποθεσία


                 ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ

ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ 

                  Γέροντας στο παραγώνι

                  συνδαυλίζει τη φωτιά,

                  τη φυσάει και βουρκώνει,

                  μνήμες φέρνει η μοναξιά.

 

                  Κούτσουρο,  αποκαϊδι, 

                  μαυρισμένο απ’ τον καπνό,

                  ήταν κάποτε στολίδι

                  και βλαστάρι στο βουνό.

 

                  Έδωσε  μεγάλη  μάχη

                  στο καμίνι  του τζακιού,

                  φλόγα μόνο του δε θα ‘χει,

                  φως να δίνει και στο νου.

 

                  Μα μια σπίθα-καρβουνάκι

                  σκέψη του ‘πε πιο σωστή,

                  νά  βρει  κι’ άλλο  κουτσουράκι,

                  για να καίγονται μαζί.


                       ΔΡΟΜΟΔΕΙΧΤΗΣ

ΟΔΟΔΕΙΚΤΗΣ 

                    Μια σημαδούρα – συμβουλή,

                    κρατώντας του το χέρι,

                    δίνει ο γέρος στο παιδί,

                    πολλά εκ πείρας ξέρει.

 

                    Στ’ απάτητα το οδηγεί

                    κι άλλο στρατί χαράζει,

                    άστρο λαμπρό ψηλά να δει,

                    να ζει χωρίς μαράζι.

 

                    Να περπατά με σιγουριά,

                    στη ζούγκλα τη μεγάλη,

                    το δρόμο αυτόν με τα κλαριά

                    τον πέρασαν και άλλοι.

 

                    Λογιών πουλιά θα του μιλούν,

                    μα αϊτούς  να βρει στη φύση,

                    που στις κορφές θα τον καλούν,

                    σημαία για να στήσει.

 

                    Με δρομοδείχτη στη ζωή

                    κι ευχές να μην τον χάσει,

                    μ’ όσα θεριά κι αν συγκρουστεί,

                    σε ξέφωτο θα φτάσει.

                     (Καρυά, 27-12-2010)


ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΟ ΑΝΔΡΙΑΝΑ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ

ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ 

                     Αγάπη, θέληση και χρώμα, 

                   που ‘χει ο νους σου κι η καρδιά,   

                     μα κι ο λόγος σου ακόμα

                     στο κάδρο φτιάχνουν ζωγραφιά.

 

                     Ο χρωστήρας τέχνη κάνει

                     μ’ όλα αυτά τα υλικά

                     και τυπώνει μάνι μάνι

                     χάρες , δόξες  κι  ομορφιά.

 

                     Μπρος στης ζωγραφιάς τα κάλλη,

                     με την πρώτη τους ματιά,

                     συζητούν μικροί μεγάλοι

                     για ταλέντο και προικιά.

                   

                     Κι έχουν δίκιο να σε λένε

                     προικισμένη απ’ το Θεό,

                     γιατί μέσ’ στις ζωγραφιές σου

                     αγίους βρίσκουν και Χριστό.

 

                     Σα  Σουλιώτισσα, που ξέρει,

                     την  Ελλάδα μας τιμάς

                      και στης ξενιτιάς τα μέρη

                      γαλανόλευκα φοράς.

 

                      Καραμήτρου Ανδριάνα,

                      σε ταξίδια νοερά,

                      μέσ’ απ’ τα δικά σου πλάνα

                      θα ’χουμε κι εμείς φτερά.

(Μελίσσια,8-6-11 – Το ποίημα αυτό γράφτηκε  με την ευκαιρία της έκθεσης ζωγραφικής,   που έγινε στη Μελβούρνη και στην οποία συμμετείχε με έργα της η διακεκριμένη  Ελληνίδα ζωγράφος Ανδριάνα Καραμήτρου, που ζει στην Αυστραλία.)


     ΣΕΛΙΔΕΣ  ΖΩΗΣΣΕΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ

Άλλες μικρές κι άλλες μεγάλες.

Χειρόγραφες με υπογραφή

αλλά και υπαγορευμένες.

Μονές, ζυγές γεμάτες βιώματα,

προγράμματα, οράματα,

προσπάθειες, επιτυχίες, σκοντάμματα,

λύπες, μικροχαρές και προσδοκίες.

Πολλές προσδοκίες και απογοητεύσεις μαζί.

Λίγα ευχαριστώ, πολλά παράπονα

και πιο πολλά γιατί.

Άλλες καθαρογραμμένες και ευανάγνωστες

κι άλλες με μουντζούρες και διαγραφές,

συμπληρωμένες με υστερόγραφα,

αστερίσκους και παραπομπές.

Οι πιο πολλές ανορθόγραφες

με λάθη δυστυχώς επαναλαμβανόμενα.

Χωρίς αυτοκριτική και χωρίς συγγνώμη.

Σελίδες ζωής με πνεύματα και τόνους

με θαυμαστικά, ερωτηματικά

και κυρίως με αποσιωπητικά.

Το ανεξίτηλο μελάνι δεν αφήνει

τις γραμμένες σελίδες να σβήσουν

από τη μνήμη και την καρδιά του καθ’ ενός.

Αυτή είναι η ζωή και δεν την αλλάζεις.

Γνωρίζεις την αρχή της και το τώρα της.

Το μέλλον της άγνωστο, αν δεν είναι και γραμμένο.

Με ευχές και παρακλήσεις

οι σελίδες που θ’ ακολουθήσουν να είναι πολλές,

που γυρίζοντάς τες μία – μία

να γεμίζουν πάν’ απ’ όλα

με γραφής καλά σημάδια.


           ΟΙ ΜΟΡΦΩΜΕΝΟΙ  ΚΥΡΙΟΙ !!!

ΟΙ ΜΟΡΦΩΜΕΝΟΙ ΚΥΡΙΟΙ

 Ήρθαν κι άλλοι μορφωμένοι; Πάν’ γυρεύοντας γι’ αγχόνη,

γιατί ακόμη φαίνεται, δεν έβαλαν μυαλό.

Αργόσυρτο το κράτος μας, αλλά μας δικαιώνει,

έκανε ορθά κι αμπάρωσε για πάντα το σχολειό.

 

Να πάνε στον αγύριστο του τόπου οι μορφωμένοι,

το λέμε να τ’ ακούσουνε πρωτίστως οι γονείς,

το αβγό φιδιού η μόρφωση σιγά σιγά ζεσταίνει,

γι’ αυτό κι εμείς δε θέλουμε, να ‘ρθει εδώ κανείς.

 

Δε θέλουμε την πείρα τους, τα φώτα και τις γνώσεις,

αδιάφορο αν ήτανε ωφέλιμοι, γνωστοί στην ξένη γης,

ας πάν’ εκεί να ζήσουνε, να κάνουν εκδηλώσεις,

κι ας μάθουν πως στον τόπο αυτό, κουμάντο κάνουμε εμείς.

 

Μας λεν πως φέρνουν άλλο φως, που διώχνει το σκοτάδι,

κρίμα γι’ αυτούς δεν κάνανε λογαριασμό σωστό,

το φως εμείς θα σβήνουμε, θα χύνουμε το λάδι

και δε θα φταίμε αν συμβεί τυχαίως και κακό.

 

Η τακτική του ψίθυρου μαύρη για μας σημαία,

της λάσπης οι ανώνυμοι, χωρίς υπογραφή,

προτάσεις, λύσεις; τι είναι αυτά, δεν έχουμε ιδέα,

μα για τους άλλους κάνουμε βεβαίως κριτική.

(Καρυά, 3-8-2011)


         ΤΟ  ΜΕΛΙΣΣΙ

 ΜΕΛΙΣΣΙ

            Στο είπα χίλιες δυο φορές,

            απ’ τη ζωή μου κόψε

            και μην ερθείς, όλο χαρές,

            στον ύπνο μου κι απόψε.

 

            Του ονείρου η γλύκα δεν κρατεί,

             πληγές δεν επουλώνει,

             γι’ αυτό και η μνήμη το πρωί

             τινάζει το σεντόνι.

 

              Μη με γυρίζεις στα παλιά

              στις μαρμαρένιες σκάλες,

              κρατώ καινούργια πια βιολιά,

              νοχλίες έχω άλλες.

 

              Καλούδια άλλης εποχής

              θα ζουν στις αναμνήσεις,

              βαλβίδες της αναπνοής

              που δεν μπορείς να κλείσεις.

 

             Έχοντας  πια συγκομιδή

             των λουλουδιών το μέλι,

             σαν σμάρι πάνω στο κλαδί

             άλλη θα βρω κυψέλη.

 

             Στο είπα χίλιες δυο φορές,

             απ’ τη ζωή μου κόψε

             και μην ερθείς, όλο χαρές,

             στον ύπνο μου κι απόψε. 


           ΣΥΜΒΟΥΛΗ

 ΣΥΜΒΟΥΛΗ

               Του  λέω λόγια γιατρειάς,

               πως θα σωθεί απ’ τα ντέρτια του, 

               αν το παιδί της Παναγιάς

               το έχει πάντα μέσα του.    

                  (Καρυά, 14-8-2011) 


                                      Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ

  ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ

                            Της Ανατολής τ’ αστέρι,

                             ο γνωστός Αυγερινός,

                             δίνει μια με το μαχαίρι

                             και ματώνει ο Ουρανός.

 

                            Δεν αντέχει το σκοτάδι

                            κι αγωνίζεται για φως

                            και  σαν ήρωας στη μάχη

                            θυσιάζεται κι αυτός.


                ΠΛΑΤΑΜΩΝΑΣ

 ΠΛΑΤΑΜΩΝΑΣ

                    Στου Πλαταμώνα το γιαλό

                    γλυκές στιγμές θυμήσου,

                    είχες τον  Όλυμπο αγκαλιά,

                    τη θάλασσα δική σου. 


                   ΤΟΥ   ΣΤΑΥΡΟΥ

 ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

                      Ο χριστιανός κάνει γιορτή,

                       την πίστη του δηλώνει

                       και κάθε μέρα στη ζωή

                       άλλους σταυρούς σηκώνει.

                             (Καρυά, 14-9-2011)


                    ΚΟΥΡΑΓΙΟ

        (Χειμώνας είναι, θα περάσει.)

 ΚΟΥΡΑΓΙΟ

Με τσίου -τσίου  στην αυλή,

σοφό το  σπουργιτάκι,

κουβέντα έπιασε καλή

μ’ ένα μικρό δεντράκι.

 

Και είπε στ’ άφυλλο κλαδί,

κουράγιο να ‘χει πάλι,

γιατί με την ηλιοβολή

χειμωνανθούς θα βγάλει. 


       ΟΙ  ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΙ

 ΟΙ ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΙ

Εκεί στην ακροποταμιά,

στο πέτρινο γεφύρι,

θα βρεις τη γύφτικη σειριά,

να μένει σε τσαντίρι.

 

Νομαδική γνωστή φυλή,

Γύφτοι – Ρομά -Τσιγγάνοι,

τρόπος ζωής που προκαλεί,

μια χώρα δεν τους φτάνει.

 

Βιώνουν βάσανα πολλά

μαζί και καταφρόνια

και στον τσαντιρομαχαλά

μετρούν παιδιά κι εγγόνια.

 

Τη μοίρα ξέρουν να σου πουν,

μα πρέπει ν’ ασημώσεις,

κι  ό, τι θελήσεις σ’ το πουλούν,

ακόμη και με δόσεις.

 

Μαϊμούδες ρούχα και χαλιά,

καρέκλες και πατάτες,

στις γειτονιές και στα χωριά

αναζητούν πελάτες.

 

Σαϊνια είναι στις κλεψιές

και στην παρανομία

κι έχουν παρτίδες τακτικές

με την αστυνομία.

 

            Και στον πιο δύσκολο καιρό

            έχουν περίσσιο κέφι,

            πιάνουν οι γύφτισσες χορό

            κι όλοι χτυπούν το ντέφι.

 

            Του ίδιου θεού παιδιά κι αυτοί,

            ας γκρεμιστούν οι τοίχοι,

            παιδεία θέλουν και ψωμί

            και όχι αντιψύχι.

 

           Αν  βρουν χωρίς  καταβοή

           στο σύστημα λιμάνι,

           με  όρους ίσους στη ζωή

           ποτέ κανείς δε χάνει. 


         ΣΤΗ  ΒΗΘΛΕΕΜ

 ΒΗΘΛΕΕ,Μ

Πρώτη είδηση και πάλι,

θέαμα και στο κανάλι

γίνηκαν οι μοναχοί

στη γενέθλια γιορτή.

 

Με σκουπόξυλα στο χέρι

«βλόγησαν»  οι καλογέροι,

κι απορώντας τους ρωτώ,

αν πιστεύουν στο Χριστό.

 

Αν απάντηση θα πάρω,

φως θα δω κι εγώ στο φάρο,

μη βρεθώ χωρίς πανιά

με τη βάρκα στη στεριά.


          Ο  ΒΑΓΓΕΛΗΣ
Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ

Της  Κοντύλως  το κοπέλι,

που το λέγανε Βαγγέλη,

το συνέλαβαν εν τέλει,

μόλις έκλεβε στ’ αμπέλι,

τα σταφύλια που ‘ταν μέλι.

Όμως απ’ το παρακέλλι,

δείχνοντας πως δεν το μέλει,

πάλι γλίστρησε σα χέλι.


             Ο  ΑΣΤΕΓΟΣ

 ΑΣΤΕΓΟΣ

Του ‘στρωσε λευκό σεντόνι

στο παγκάκι ο χιονιάς

και τον άκουσαν  ν’ αρθρώνει:

«άλλος είναι ο φονιάς»,


     Η ΟΜΠΡΕΛΑ ΜΟΥ

Η ΟΜΠΡΕΛΛΑ ΜΟΥ 

Την ήθελα για στήριγμα

και πίστευα στη ζήση,

πως των χεριών το τύλιγμα

αρκεί πληγές να κλείσει.

 

Κρατώντας την ομπρέλα μου

με σιγουριά απ’ το χέρι,

ως νιος, μέσα στην τρέλα μου,

ζητώ βροχή να φέρει.

 

Κυνήγι με τη χίμαιρα,

τον ουρανό κοιτάζω,

ενώ κομμένα ντρίμερα

μαραίνονταν στο βάζο.

 

Με μπόρες κι αστραπόβροντα

μου απάντησαν τα νέφη

και χάνω στ’ ανεμόβροχα

ομπρέλα, νου και κέφι.

 

Την είδα π’ ανοιγόκλεινε,

να πέφτει σαν τ’ αστέρι,

γιατί στην μπόρα ξόμεινε

κι εκείνη δίχως ταίρι.


   ΤΟ  ΦΟΝΙΚΟ

 περδικα

Ψηλά στην Περδικόβρυση, σιμά στο καταράχι,

θρήνους  ακούς μιας πέρδικας, που πλέον ζει  μονάχη.

 

Σαν τα πουλιά δεν κελαηδεί, στα νέφη δεν πετάει,

μες στα κοτρώνια κρύβεται κι εκεί μοιρολογάει.

 

Κλαίει τα περδικόπουλα, που πέσαν απ’ τα βόλια

κι αυτή πουλί χωρίς φτερά να περπατά η δόλια.

 

Νεράκι θέλανε να πιουν, ιδού το έγκλημά τους,

με τη ζωή τους πλήρωσαν τα δικαιώματά τους.

 

Ο κυνηγός με τα σκυλιά σ’ αυτήν εδώ τη βρύση

ταμπουρωμένος σε σκοπιά καρτέρι είχε στήσει.

 

Καραδοκούσε τη στιγμή με τη μεγάλη ζέστα,

τις πέρδικες να δροσιστούν κι αυτός να δώσει ρέστα.

 

Ανάθεμά σε κυνηγέ!!! Με τα συμφέροντά σου

και πέρδικα πετούμενη δε θέλεις πια μπροστά σου.


            ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΙ

 συσχετισμοι

Περιπολούν στον Ουρανό

νέφη με σκούρο χρώμα

και η ανάβασή μας στο βουνό

θέλει καιρό ακόμα.

 

Έτσι και τη Βδομάδα των Παθών,

γνωστή και ως Μεγάλη,

φουσκοδεντριάζει η πασχαλιά,

ώσπου ανθούς να βγάλει.


         ΤΙΜΗΤΙΚΟ  ΑΦΙΕΡΩΜΑ

στην ποιήτρια Ζαχαρούλα  Γαϊτανάκη

zgaitanakis-photo 

Ζαχαρούλα,

Τιμή, χαρά ξεχωριστή

το κάθε μήνυμά σου,

μεστός καρπός για θεριστή,

γλυκός σαν τ’ όνομά σου.


     ΑΣ ΠΡΟΣΕΧΑΝΕ…

 ΑΣ ΠΡΟΣΕΧΑΝΕ

Τυχεροί οι κληρονόμοι

μα κι αχάριστοι επίσης,

όπου  κι αν τους συναντήσεις

δρόμο αλλάζεις μα και γνώμη.

 

Βρήκαν έτοιμο τραπέζι

και γλεντοκοπούν εντέλει,

μήπως σκάψανε στ’ αμπέλι;

Τρώγοντας κανείς δεν παίζει.

 

Πιάσαν’,  λένε, το λαχείο,

σπαταλώντας στην ουσία

τρανταχτή περιουσία

κι έμαθαν πως είχαν θείο.

 

Ο  Αϊ – Γιάννης ας τους στείλει

μήνυμα και να τους κρίνει,

πέτσα, βιος αν έχει μείνει,

θέλει λάδι το καντήλι.

 

Τυχεροί  και οι πεθαμένοι,

και ονόματα δε γράφω,

τώρα  θα  ‘τανε στον τάφο

και νεκροί και πικραμένοι.

 

Ήτανε γραφτό να γίνει,

τόσα κόπια στο «χωράφι»

μονομιάς να πάνε στράφι.

Ας προσέχανε κι εκείνοι.

 

Η διαθήκη… ήταν λύση,

μα έχασαν την ευκαιρία

και για όλους απορία,

τ’ όνομά τους να μη σβήσει.

 

Θα  ‘χαν γίνει ευεργέτες,

κάθε προσφορά κι αξία

την τιμά η κοινωνία,

λαμπεροί σαν τους καθρέφτες.


     Ο  ΠΑΠΠΟΥΛΗΣ

Ο ΠΑΠΠΟΥΛΗΣ 

Γέροντας στο παραγώνι

με τους αναστεναγμούς

και με δάκρυ π’ αυλακώνει,

πόνους κρύβει και καημούς.

 

Τι να σκέφτεται; Ποιος ξέρει.

Αχ!  βαριά τα γερατειά,

έχει μείνει δίχως ταίρι,

τα παιδιά στην ξενιτιά.

 

Κάθεται στο παραγώνι

να συμπάει τη φωτιά,

κάνει κρύο και μαργώνει

κι ας φορά χοντρά σκουτιά.

 

Χασμουριέται και γλαρώνει

παίρνοντάς τον που και που

και συνήθως ανταμώνει

μ’ όσους είχε κατά νου.

 

Η τραγιάσκα και η μαγκούρα,

τα γεροντικά γυαλιά

συνοδεύουν την «καμπούρα»,

όταν πάει στην εκκλησιά.

 

Φαίνεται πως βαριακούει

κι όλο σε ξαναρωτά,

λέν’ πως του ‘χει γίνει χούι,

αν το θέλει σου απαντά.

 

Τα παιδιά δεν τα μαλώνει

κι ας κάνουν έξω σαματά,

κάποτε κι αυτός στ’ αλώνι

φωνασκούσε σαν κι αυτά.

 

Έγνοια του πρωί και βράδυ,

τα «φαρμάκια» του να πιει,

θέλει το καντήλι λάδι

κι αν τ’ αφήσει θα σβηστεί.

 

Φτάνει τ’ άστρο του στο γέρμα,

πρέπει να ξεκουραστεί,

τα χωράφια και το σπέρμα

θα προσμένουν θεριστή.

 

Για δεξίμια δεν τον μέλει,

 λέει κάνοντας σταυρό,

μοναχά κρασί και μέλι

να γλυκάνει το «γαμπρό».

(Καρυά, 1-11-2012)


       Ο  ΚΡΑΣΟΠΕΤΡΗΣ

 ΚΡΑΣΟΠΕΤΡΗΣ

Στην ταβέρνα του Αργύρη,

κοκκινέλι ξεροσφύρι,

το ‘πινε χωρίς παρέα

ο Πετρής απ’ τη Νεμέα.

 

Θρέμμα γέννημα στ’ αμπέλια,

δόγα ήταν στα βαρέλια,

κι ως πιοτής δε λέει ψέμα,

το κρασί σημαίνει αίμα.

 

Κάθε μαθητής στο Δείπνο

τα ‘κουσε πριν πάει για ύπνο,

θα ‘χει του Χριστού τη χάρη,

αν μεταλαβιά θα πάρει.

 

Κάκια δεν κρατά σ’ ανθρώπους,

πήγε και στους Άγιους Τόπους,

συχωρνούσε  την Πετρίνα

και ας έπινε ρετσίνα.

 

Όταν μορφασμούς θα κάνει,

φουρτουνιάζει το λιμάνι,

λέει πολλά μα δεν τον πιάνω

στο μεθύσι του επάνω.

 

Προσπαθεί να βρει μια λύση…,

κι ο Αργύρης θα βοηθήσει,

ως την ξώπορτα τον σέρνει

κι από κει τον αποπαίρνει.

 

Τουρτουρίζοντας στ’ αγιάζι

με το Δήμαρχο τα βάζει,

για λακκούβες και για φώτα

τον Πετρή, αν θέλεις, ρώτα.

 

Φτάνοντας μπροστά στη βρύση

τη ρωτά,  ποιον θα ποτίσει,,

το νερό σου τζάμπα τρέχει,

το χωριό μας ζα  δεν έχει.

 

Κάνει βόλτες κι αμφιβάλλει,

ψάχνει για το σπίτι πάλι,

κάπου δω το είχε αφήσει,

ντρέπεται και να ρωτήσει.

(Μελίσσια, 27-11-2012)


 

 ΕΛΑ, ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ…        
Santorini-Greece-2-1

Έλα, τον ήλιο της να δεις,

τις μέρες με γαλήνη,

ν’ ανάβει τ’ άστρα αποβραδίς,

στο ξύπνιο να τα σβήνει.

 

Στου πέλαγου το θαλασσί

να δεις το είδωλό του,

να ’χει για βάρκα το νησί,

γοργόνες στο πλευρό του.

 

Ολημερίς να τον χαρείς

από το Ημεροβίγλι

κι αυτός σημάδια θαλπωρής

μ’ ακτίνες να σου στείλει.

 

Τη λιόφωτη Καλντέρα ποιός

δε θα φωτογραφίσει,

προσμένοντάς το πώς και πώς

το λιόγερμα στη Δύση.

 

Έλα, μια φεγγαροβραδιά

να ονειροπολήσεις

κι ακόμη… μιαν αστροφεγγιά,

δώρα χρυσά της Φύσης.

 

Για «μήνα μέλιτος» να ’ρθεις

κι εσύ στη Σαντορίνη,

βήμα ζωής που παρευθύς

το μέλλον της θα κρίνει.

(Μελίσσια, 21-1-2014)


   ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΔΥΟ ΜΕΡΩΝ
η-ιοβασί-εμα-φεγγάρι-αστέρια-37912988

      –  Φεγγαράκι, σα δρεπάνι,

          σε ρωτώ, γιατί δεν ξέρω,

          βγήκες  πάλι για σεργιάνι

          ή  ετοιμάζεσαι  για θέρο;

 

      –  Νύχτες στα γνωστά λημέρια

         χαίρομαι κι αυτή τη φάση, 

         στα ουράνια με τ’ αστέρια

         πριν η μέρα με προφτάσει.

 

         Κάθε φάση μ’ άλλη χάρη,

         φως ο ήλιος με γεμίζει,

         με τον Έσπερο ζευγάρι

         δεν αλλάζω μετερίζι.

 

         Τριγυρνώ στη Γη και μόνο,

         συντροφιά και φως να δίνω,

         περιμένοντας το χρόνο

         και Πανσέληνος να γίνω.

         (Μελίσσια, 29-9-2014)


     Η ΚΩΣΤΙΝΑ ΖΕΙ ;    

cf87cf89cf81ceb9cebf     

Μόνη της στο σπίτι μένει,

τα παιδιά στην ξενιτιά,

μνήμες στο μυαλό υφαίνει,

γιατρικό στη μοναξιά.

 

Ξετυλίγει το κουβάρι

με τη γάτα π’ αγρυπνά,

κουβεντιάζουν κι έχουν χάρη,

τα βιώματα κοινά.

 

Καθιστή στο παραγώνι

συνδαυλίζει τη φωτιά,

το χειμώνα με το χιόνι

πόρτα κλείνει στο Βοριά.

 

Μα το σούρουπο σαν θα ’ρθει,

δεν τη βλέπει πια κανείς,

μόνο η κάπνα στο φουγάρο

στέλνει μήνυμα ζωής.

 

Το μικρό της περιβόλι,

κήπος και αυλή μαζί,

είναι πια τ’ αραξοβόλι,

για τα χρόνια που θα ζει.

 

Έμαθε να το φροντίζει

με χαρά κι ολοχρονίς,

την ποδιά της τη γεμίζει

με σοδειές της εποχής.

 

Σπόρους λιγοστούς φυτεύει,

δεν αντέχει στη δουλειά

και η μέρα σαν τελεύει,

δεν ακούγεται μιλιά.

         

Με τσεμπέρι στο κεφάλι

σκύβει κι άλλο το κορμί,

τ’ αγριόχορτα να βγάλει,

που της δίνουν αφορμή.

 

Για κουράγιο πλησιάζει

και τη γέρικη ροδιά,

που ο χρόνος δεν τη σκιάζει,

έχει  ρόδια και κλαδιά.

 

Γλάστρες κι άνθη για στεφάνια,

τα στολίδια της αυλής,

τι βιολέτες, τι γεράνια,

τι βασιλικούς να δεις.

 

Μέλισσες και πεταλούδες

και λαλίστατα πουλιά

στο περβόλι, σο

 

Άμα ζει, σ’ όποιον ρωτάει,

απαντούν με μια φωνή,

πού καλύτερα να πάει,

στον παράδεισό της ζει.


                                                             ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

ΦΕΓΓΑΡΙ 

                   Τρύπωσε νωρίς το βράδυ,

                   στο μωρό να κάνει χάδι,

                   απ’ τις γρίλιες το φεγγάρι,

                   πριν ο ύπνος να το πάρει.

 

                   Ρίχνει φως στο πρόσωπό του,

                   ζάχαρη για τ’ όνειρό του

                   κι αν μια νύχτα το ξεχάσει,

                   θα ’ναι τότε σ’ άλλη φάση.

    

                   Γελαστό, λαμπρό φεγγάρι,

                   τ’ Ουρανού τρανό φανάρι,

                   κράτα το μωρό απ’ το χέρι,

                   να γενεί κι αυτό αστέρι.

 

                   Φως δικό του ν’ αποκτήσει,

                    στα σκοτάδια να μη ζήσει,

                    στο στερέωμα με σένα

                    ρότα να χαράξει νέα.

                     (Καρυά, 12-9-2011)


  Η  ΠΑΣΧΑΛΙΑ

4 Η ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΣΠΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ 

                  Λουλούδια βγάζει  η πασχαλιά

                  και μ’ ευωδιές,  για δες τη !

                  θέλει σε μας,  μ’ άλλη  λαλιά,

                  να πει,  Χριστός ανέστη.

 

                  Σαν δει ο κόσμος πασχαλιά

                  στους κήπους ανθισμένη,

                  τα αναστάσιμα φιλιά

                  κοντολογίς προσμένει.

 

                   Χωρίς εσένα, πασχαλιά,

                   Λαμπρή κανείς δεν κάνει,

                   κι οι πεταλούδες, τα πουλιά

                   σ’ έχουν ζωής λιμάνι.

 

                   Με τη λαμπριάτικη στολή

                   σε θέλουν όλοι ταίρι,

                   γιατί η χαρά  φεγγοβολεί,                    

                    αν σε κρατούν στο χέρι.

 

                    Ευλογημένη πασχαλιά,

                    του Πάσχα καλαντάρι,

                    ανθούς θα κόψω μια αγκαλιά

                    για του Χριστού τη χάρη.

 

                    Λουλούδια βγάζει η πασχαλιά

                     και μ’ ευωδιές, για δες τη !

                     θέλει σε μας , μ’ άλλη λαλιά,

                     να πει,  Χριστός Ανέστη!


   ΚΟΡΙΤΣΙ  ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΡΑΝΙ
ΠΟΤΙΖΟΝΤΑΣ

Στέλνεις  μηνύματα ζωής,

καρδούλα πεταρίζεις,

στο παραθύρι σαν θα βγεις

το φούλι να ποτίζεις.

 

Στην άλλη γλάστρα μοναχό

πώς ζω  κανείς δεν ξέρει,

όμως μ’ αρκεί που θα σε δω

με το νερό στο χέρι.

 

Γι’ αυτό και χάρη σ’ το ζητώ,

αν πρόβλημα δεν κάνει,

άστο  παράθυρο  ανοιχτό,

διψάει και το γεράνι.

Μελίσια,15-5-2012


             ΓΙΑ ΛΙΓΟ  ΛΑΔΙ

αγριελια 

Μιαν  αγριελίτσα,  δεντρί μικρό ακόμα,

σε  κακοτράχαλη και δύσβατη

αλλά προσηλιακή βουνοπλαγιά,

μια αληθινή κουκλίτσα ασημοπράσινη,

ομορφονιά, με ζωντάνια και άλλα προσόντα,

που την έκαναν να ξεχωρίζει,

ανάμεσα στις άλλες γειτόνισσες

και στα άλλα αγριλίδια της περιοχής,

 έβαλε στο μάτι, πρώτος και καλύτερος,                                   

                              ο προοδευτικός Κωστής, στα νιάτα του κι εκείνος.                                                         

Μας το ’λεγε συχνά και παραστατικά.

 Μια μέρα υγρή και χειμωνιάτικη,

ιστορική για ’κείνον, αποφάσισε να την κλέψει,

να την κάνει βασίλισσα δική του.

Δύσκολη και τολμηρή για την εποχή του

επιχείρηση κι αβέβαιο το μέλλον.

Είχε όμως πίστη, θέληση, αγάπη και κουράγιο.

Θα γινόταν άκουσμα στο χωριό,

αλλά αδιαφόρησε για το κουτσομπολιό.

Με όλα τα σύνεργα φορτωμένος

(ξινάρι, κασμάς, πριόνι, κλαδευτήρι)

και στολισμένος στην πέννα,

την πλησίασε σε απόσταση αναπνοής

και κατάστρωσε το σχέδιο δράσης.

Ήθελε να την αγκαλιάσει, να την κάνει δική του,

να την πάρει μαζί του στην ξενιτιά,

μα χωρίς να την πληγώσει.

Την ήθελε με τα καλούδια της κι όλο το ρίζωμά της

και με όσο πιο πολύ χώμα μπορούσε να κρατηθεί

επάνω της και να μεταφερθεί ως προικιό της.

Κάπως έτσι και ύστερα από πολλές αντιστάσεις

τη φορτώθηκε στον ώμο του.

Τις είχε τις οκάδες της η καλή του.

Σκυφτός από το βάρος της, αλλά αγόγγυστα

και προσεχτικά την πέρναγε με πολλή δυσκολία,

(ενώ η ίδια αποχαιρετούσε βουνά και λαγκαδιές)

άλλοτε ανηφοριά κι άλλοτε κατηφοριά,

ανάμεσα από κοτρόνια, γκορτσιές

και πουρνάρια του λόγγου,

έως ότου χαρούμενος την έφτασε

στο πιο κοντινό μονοπάτι, στον πρώτο σταθμό,

που τον περίμενε υπομονετικά

η «μούλα», το αγαπημένο του μουλάρι.

Σα νυφούλα λυγερή τη φόρτωσε στο σαμάρι

και καμαρωτά, καμαρωτά κρατώντας την

από ένα μικρό κλαδάκι της,

εξουθενωμένος  αλλά  γεμάτος χαρά

από το ολοήμερο «γλέντι»,

                             την απόθεσε, την άλλη μέρα, στην νέα                           

 καλοφτιαγμένη κατοικία της, στο Καζη-Ρέμα.(1)

Τη φύτεψε, την πότισε και τη φούσκισε.

Η χειμωνιά τελείωσε, ήρθε με το καλό

η Άνοιξη, ήρθε το Καλοκαίρι.

Η αγριελίτσα ρίζωσε για τα καλά στο νέο

φιλόξενο τόπο. Την μπόλιασε με διαλεχτό

 κεντράδι,   άνοιξαν τα  ματάκια του,

έβγαλε κλώνους και κλαδιά, μεγάλωσε

και είναι αυτή, που βλέπετε μπροστά σας,

γεμάτη ώριμες, γυαλιστερές και μαυροπράσινες ελιές,

η ήμερη, η αρχοντική και πανέμορφη λαδοελιά,

εκεί στη μέση στο λιοστάσι.

Με το λαδάκι της αυτό, σκουπίζοντας τα χείλη,

μας είπε, τρώμε, παιδιά, το φαγητό και καίει το καντήλι.

Κάνοντας μάλιστα σταυρό με το γνωστό σημάδι,

μου βγήκε, ακούστε το κι αυτό, και μένανε το λάδι.

(Καρυά, 2-7-2011)   (1) Τοποθεσία με λιοστάσια.


  « Η ΕΡΙΦΥΛΗ»

 εΡΙΦΎΛΗ

                     Με ξέπλεκα μακριά μαλλιά

                     και στο λαιμό μαντίλι

                     χοροπηδά μ’ ανεμελιά

                     ώσπου να ’ρθει το δείλι.

 

                     Με λούλουδα κι αγριελιές

                     στολίζει το κεφάλι

                     και μέσ’ από τις πατουλιές

                     σαν ξωτικό προβάλλει.

 

                     Ξιπόλητη στις ρεματιές

                     σκουτιά και πόδια πλένει

                     και ρίχνει γύρω της ματιές

                     σα νεραϊδοπαρμένη.

 

                     Κουβέντα πιάνει ολημερίς

                     με τον αντίλαλό της

                     κι αν κρυφακούς και τη θωρείς

                     θολώνει το μυαλό της.

 

                     Πουλιά και ζούδια χαιρετά,

                     στα δέντρα σκαρφαλώνει,

                     ακούει λαλήματα πολλά

                     μα προτιμάει τ’ αηδόνι

            

                     Μ’ ένα κανίσκι απ’ τους αγρούς

                       τρυπώνει και στ’ αμπέλια,

                       στα σκιάχτρα κάνει μορφασμούς,

                       λιγώνεται στα γέλια.

 

                      Την κοροϊδεύουν τα παιδιά,

                        σαν την ιδούν, κι εκείνη

                        με πέτρες που ’χει στην ποδιά,

                        μαθήματα τους δίνει.

 

                       Έχθρα με τα σκυλιά κρατά

                        και τους ορμά στα ίσα

                       και με κακία απαντά

                       στο γαύγισμά τους… λύσσαα!

 

                       Μια μέρα μέσ’ στις φυλλωσιές

                       της εξοχής οι φίλοι, 

                       βαφτίσια κάναν’ και χαρές,

                       την είπαν «Εριφύλη».

                          (Καρυά, 18-2-2011) 


    ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ 

                «Άνω σχώμεν τας καρδίας»    

                  πάλι μια ώρα σήμερα 

                  και με τα μάτια ορθάνοιχτα

                  στη Δύση ας στραφούμε,

                  του Ήλιου το βασίλεμα

                  κι εμείς να το χαρούμε.     

  

                  Λουσμένοι απ’ τη φωτοχυσία

                  ας ζήσουμε τη χίμαιρα

                  με τούτο το φαινόμενο

                  του Ήλιου, πριν να σβήσει,

                  που δε θα βγει σ’ αντίγραφο

                  ποτέ σ’ αυτή τη ζήση,

 

                 Άφωνοι μπροστά στη θέα

                 και με ρομαντική διάθεση

                 ακούμε τα μισόλογα,

                 που λένε σύννεφα κι ακτίνες,

                 στον κόκκινο ορίζοντα

                 παίζοντας κρυφτό μ’ εκείνες.

 

                Σε βουνά και παραλίες

                όλοι στις βίγλες για το λιόγερμα,

                να δούμε τ’ αξιοθέατο,

                πριν η αυλαία πέσει

                και τον Αποσπερίτη να φανεί

                ευθύς σ’ αυτή τη θέση.


        ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ
ονειρο

            Στο είπα χίλιες δυο φορές,

            απ’ τη ζωή μου κόψε

            και μην ερθείς, όλο χαρές,

            στον ύπνο μου κι απόψε.

 

            Του ονείρου η γλύκα δεν κρατεί,

             πληγές δεν επουλώνει,

             γι’ αυτό και η μνήμη το πρωί

             τινάζει το σεντόνι.

 

              Μη με γυρίζεις στα παλιά

              στις μαρμαρένιες σκάλες,

              κρατώ καινούργια πια βιολιά,

              νοχλίες έχω άλλες.

 

              Καλούδια άλλης εποχής

              θα ζουν στις αναμνήσεις,

              βαλβίδες της αναπνοής

              που δεν μπορείς να κλείσεις.

 

             Έχοντας  πια συγκομιδή

             των λουλουδιών το μέλι,

             σαν σμάρι πάνω στο κλαδί

             άλλη θα βρω κυψέλη.

 

             Στο είπα χίλιες δυο φορές,

             απ’ τη ζωή μου κόψε

             και μην ερθείς, όλο χαρές,

             στον ύπνο μου κι απόψε.        


                 Η ΕΛΙΑ            

RACCOL2                   

              Σαλάγα τα γίδια Μπαρμπαλιά,

              γαλάρια και βεργάδια,

              μην πάν’ κοντά  στην  αγριλιά

              και φάνε τα κεντράδια.

 

              Μ’ αυτές τις λίγες συμβουλές

              και με φοβέρες πάλι

              τα μπόλια θρέψανε που λες,

              και να , η ελιά μεγάλη!

 

              Μ’ αγάπη τρέφεται η ελιά,

              κι ολόχρονη φροντίδα,

              και τη θωρείς ως αγκαλιά,

              φωλιά για την ελπίδα.

 

              Είναι της Άνοιξης ανθός,

              καρπό ζωής προσφέρει

              και λαδολύχναρο με φως

              Χειμώνα – Καλοκαίρι.

 

              Δίνει ελιές για κολατσιό

              στης εργατιάς τ’ ασκέρι

              και δίχως λάδι φαγητό

              κανένας δεν το ξέρει.

 

              Δεντρί απ’ όλα ξακουστό

              με του Χριστού τη χάρη,

             δίνει κουράγιο στον πιστό

              κλαδί ελιάς να πάρει.


    ΖΟΥΝΑΤΙ *

070

                     Ζουνάτι σ’ έλεγαν παλιά ,

                     τώρα σε λένε Ζώνη

                     κι όποιον κρατάς στην αγκαλιά,

                     για σένα καμαρώνει.

 

                     Ζώνη, μ’ αρέσει πιο πολύ,

                     σε θέλω κι ως Ζουνάτι,

                     πατάς σε δρόμο με χαλί

                     κι ας ήσουν μονοπάτι.

 

                     Ζωσμένη με αρματωσιά

                     στη γη σου μάχες δίνεις,

                     προσμένοντας καλή σοδειά

                     αγρότισσα κι αν μείνεις.

 

                     Ελπίδες δίνεις και ζωή,

                     το θηλυκό σου πάει,

                     μητέρα είσαι κι αδελφή

                     γι’ αυτόν που σ’ αγαπάει.

 

                     Στα ξένα μέρη, θα σ’ το πω,

                     πλοκάμια κι αν απλώνεις,

                     με ρίζες, άνθη και καρπό

                     εσύ θα τα ενώνεις.

 

                    Ζουνάτι  σ’ έλεγαν παλιά,

                    τώρα σε λένε Ζώνη

                    κι όποιον κρατάς στην αγκαλιά,

                    για σένα καμαρώνει.

                   (Μελίσσια, 25-9-2011)

                 Το Ζουνάτι είναι ένα όμορφο Αρκαδικό χωριό.


 ΚΑΚΟ  ΟΝΕΙΡΟ      
για το κακό όνεριο

Όνειρο και τούτο πάλι.

το βιώνω από καιρό,

με σκοτούρες στο κεφάλι,

πώς ν’ αλλάξω και πλευρό.

 

Μνημονιακό χαράτσι,

τριπλοκούβερτο βαρύ,

στην καρδιά μου έχει κάτσει

κι ως στις τσέπες προχωρεί.

 

Γύρω στο λαιμό με σφίγγει,

ν’ ανασάνω δεν μπορώ

κι απ’ τις έγνοιες και τα ρίγη

σηκώνω πόνο και σταυρό.

 

Άλλοι το ζουρνά χτυπάνε,

που ’χουν μάτσο τα ευρώ

κι άλλοι το ρυθμό κρατάνε

στου Ζαλόγγου το χορό.

 

Στο κρεβάτι πια του πόνου

και στο δύσβατο στρατί,

με τα δρώμενα του τρόμου

τ’ όνειρο καλά κρατεί.

 

Τέτοιο όνειρο και κρίση

δε θα ζω εδώ κι εμπρός,

αν και μένα με ξυπνήσει

στο σκοτάδι λίγο φως.


«ΑΓΑΠΗ ΠΡΩΤΗ»

η πρωτη αγάπη για ποίημα Σπύρου

               «Αγάπη πρώτη» στη ζωή

                πως ήθελα να είχα,

                στο διάβα της να μην κρυφτεί

                κι εκείνη σαν το βήχα.

                Μ’ ανάθεμά την αν γενεί

                πληγής κακό σημάδι

                και στην πλευρά την πισινή

                να δω βαθύ σκοτάδι.

           Αγάπης θύματα θα βρεις,

          μα ο καημός δεν σβήνει

           στο καπηλειό ολημερίς.

           Ας πρόσεχαν και κείνοι.

                Με πείρα πια θα καρτερώ

                άλλη, κι όχι τυχαία,

                σαν το καθάριο το νερό,

                για να ΄ν’ και τελευταία.

                 (Καρυά, 26-4-2016)


 

 

 

 

                                                

 

 

  

 

 

 

 

Advertisements