Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ

copy-cropped-IM000438.JPG-1600-1049

Η ΚΑΡΥΑ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ

ironic-twist1

 «ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΥΑΣ»

 ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ (1930 – 1950)

Τα παραπάνω είναι ο τίτλος του βιβλίου μου, που στις 226 σελίδες του περιέχει τις παιδικές βιωματικές αναμνήσεις μου, για την περίοδο 1930-1950, από την πατρική μου φαμίλια και κατ’ επέκταση τη γενέτειρά μου  Καρυά.

10424260_1067578449935418_23301362788765854_n

Η ΚΑΡΥΑ

Όμορφη  και βρυσομάνα / στους βοσκότοπους του Πάνα,

τα παιδιά της ξεδιψάει / στις ανηφοριές που πάει.

Δύσκολους καιρούς περνάει / κι ανεβαίνει να ’βρει τσάι,

στις πλαγιές και στα λιβάδια, / πριν το φάνε τα κοπάδια.

Στα ξωκλήσια κάνει στάση, / την ελπίδα της μη χάσει,

δροσερό να πιει νεράκι / και ν’ ανάψει και κεράκι.

Σε σπηλιές κι απομεινάρια / ψάχνοντας ζητά τ’ αχνάρια

όσων στα ψηλά βουνά της / της αφήσαν τ’ όνομά της.

Του βουνού,*  απ’ άκρη σ’ άκρη, /οι βρυσούλες στάζουν δάκρυ

και θυμίζουν στους διαβάτες / τους δικούς της μετανάστες.

Τα τρεχούμενα νερά της / θα ’ναι πια στα όνειρά της

κι έμειναν, καλοί μου φίλοι, / δίχως μυλωνά οι μύλοι.       

Καρυά Αργολίδας

Καρυά Αργολίδας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως σε όλα τα μέρη της υφηλίου, έτσι και στη μικρή κοινωνία του  ορεινού και μαγευτικού χωριού μου, στην Καρυά της Αργολίδας, που βρίσκεται στις ανατολικές υπώρειες του Αρτεμισίου, έγιναν κοσμογονικές αλλαγές σε όλους σχεδόν τους τομείς. Τα νέα επιστημονικά δεδομένα, οι εφευρέσεις, οι εξελίξεις της τεχνολογίας, οι συγκοινωνίες, οι επικοινωνίες, ο ηλεκτρισμός, η μετανάστευση κ.λ.π., επιτάχυναν τις μεταβολές σε τέτοιο βαθμό που τίποτα δε θυμίζει, απ’ όσα βιώνουμε γύρω μας, αυτά που συνέβαιναν στα χρόνια που αναφέρονται οι αναμνήσεις μου, της εικοσαετίας 1930-1950.

Είναι πρωτόγνωρο στα ιστορικά χρονικά να συντελεστούν τόσες και σημαντικές αλλαγές, (και όχι πάντοτε προς το καλύτερο),  με αφετηρία το τέλος του πολέμου και σε διάστημα της μίας ή των δύο γενεών. Αλλαγές στον τρόπο διαβίωσης των οικογενειών, στον τρόπο και στο είδος καλλιέργειας της γης, στις επικοινωνίες, στη σχολική και τεχνολογική εκπαίδευση, στην κτηνοτροφία, στους τομείς διατροφής και υγείας, στην κατανάλωση αγαθών, στην κρίση αρχών και αξιών και σε τόσες άλλες καθημερινές δραστηριότητες. Με λίγα λόγια ήρθαν τα πάνω κάτω. Όλα αυτά που συνέβαιναν πριν από το 1950 συνεχίζουν να ζουν ακόμη μόνο στη σκέψη ολίγων συγχωριανών που είχαν την τύχη ή την ατυχία να τα γνωρίσουν στο πετσί τους. Όταν όμως και ο τελευταίος απ’ αυτούς κλείσει τη βιολογική πόρτα πίσω του, θα χαθεί μία ολόκληρη περίοδος, που είχε πολλά κοινά γνωρίσματα και με τις προηγούμενες απ’ αυτή περιόδους, ακόμη κι από το χώρο των αναμνήσεων.

Βλέποντας λοιπόν κι εγώ ότι χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν ή και χάνονται οι ζωντανές μαρτυρίες της προπολεμικής και κατοχικής εκείνης εποχής, αποφάσισα, προτού να είναι πολύ αργά, να γράψω (όπως πρέπει να κάνουν και άλλοι συνομήλικοι) την παρούσα εργασία, να καταθέσω κι εγώ τις δικές μου μαρτυρίες… Θα πρέπει όμως προκαταβολικά να διευκρινίσω ότι αυτά που θ’ αναφερθούν στις σελίδες του βιβλίου αυτού δεν είναι προϊόν επιστημονικής, λαογραφικής και στατιστικής έρευνας με τεκμηριωμένα στοιχεία, αλλά ούτε και προϊόν φαντασίας. Είναι ντοκουμέντα αφτιασίδωτα κι αληθινά, βιώματα και μνήμες ενός παιδιού της εποχής εκείνης, που στοχεύει να τα κάνει γνωστά στις νεότερες γενιές του χωριού του και να τα θυμίσει στους παλαιότερους.

Αν αυτό το πετύχει, θα έχει ξοφλήσει, έστω και στο ελάχιστο, ένα προσωπικό χρέος προς τους ανθρώπους που το  έφεραν στη ζωή, που το  μεγάλωσαν κάτω από αντίξοες συνθήκες και που το  μόρφωσαν, τα δύσκολα εκείνα χρόνια, με στερήσεις και θυσίες, που δεν περιγράφονται με λόγια. Ακόμη θα έχει ξοφλήσει το χρέος του προς το ανθρώπινο και    φυσικό περιβάλλον του χωριού του. Εκεί δηλαδή που πρωτοείδε το φως του ήλιου, που έκανε τα πρώτα βήματά του, που στο σχολείο του έμαθε τα πρώτα γράμματα και που για τους λόγους αυτούς και για τόσους άλλους έχει ταυτιστεί μαζί του δια βίου, το αγαπάει με όλα τα θετικά και αρνητικά του και θα επιστρέψει κοντά του για πάντα, Θεού θέλοντος, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Οι μνήμες μου και όποιες άλλες αναφορές, όπως θα γίνει αντιληπτό από τον αναγνώστη του  βιβλίου, αρχίζουν και εστιάζονται γύρω από το οικογενειακό περιβάλλον και στη συνέχεια επεκτείνονται στο ευρύτερο του χωριού. Για το λόγο αυτό πιστεύω ότι είναι μεν πιο συναισθηματικές, αλλά από πρώτο χέρι  και σίγουρα πιο πιστές και πιο αληθινές.

Η πατρική οικογένεια όμως ήταν ένα από τα κύτταρα και μία από τις ομοιόμορφες μονάδες της μικρής κοινωνίας του χωριού μου. Και επειδή όλες ανεξαιρέτως οι οικογένειες είχαν τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες βιοτικές ανάγκες και όλα αυτά τα αντιμετώπιζαν με πανομοιότυπο τρόπο, θέλω να πιστεύω ότι οι αναφορές μου υπερβαίνουν τα όρια του στενού οικογενειακού κύκλου, μπαίνουν στα ανώγια και κατώγια όλων των σπιτικών και παίρνουν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, παγκαρυώτικο χαρακτήρα. Όπως η συγκατοίκηση με τα ζα, οι όμοιες γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, τα ίδια ήθη και έθιμα, η συμμετοχή στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμοι, πανηγύρια κλπ., η φτώχεια, η ξυπολυσιά κι άλλα ήτανε κοινά βιώματα όλων των κατοίκων του χωριού.

Διαβάζοντας και φέρνοντας ξανά στη μνήμη μου τις εικόνες αυτών που έχω γράψει, αισθάνομαι ότι παίζεται μπροστά μου μία παλιά και γνώριμη ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία με συγκεκριμένο χρονικό και τοπικό προσδιορισμό. Ίσως να μην αναγνωρίζονται από τους νεότερους οι πρωταγωνιστές ή και οι κομπάρσοι της ταινίας αυτής, αλλά στην πραγματικότητα ήταν υπαρκτά όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται εργάτες, θεριστάδες, μυλωνάδες, κτηνοτρόφοι, βιοπαλαιστές, , μαγαζάτορες, παπάδες, δάσκαλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που με τον ιδρώτα και το αίμα τους πολλές φορές γράψανε, στην εποχή τους, τη δική τους σελίδα στο μεγάλο βιβλίο της ιστορίας του χωριού. Οι ασπρόμαυρες αυτές φωτογραφίες, όσο παλιώνουν με το πέρασμα του καταλύτη χρόνου, κιτρινίζουν και ξεθωριάζουν, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν υπερπολύτιμο ιστορικό, αρχειακό και μουσειακό υλικό. Οι νεότεροι έχουν χρέος να το αναζητήσουν από διάφορες πηγές και κυρίως από διηγήσεις των γερόντων, να το μάθουν, να το διασταυρώσουν, να το διατηρήσουν και να το μεταδώσουν στις μετέπειτα γενιές. Έχουν χρέος να μην αφήσουν τη λήθη να γίνει ταφόπλακα του παρελθόντος. Κάθε συμπλήρωση και παρατήρηση θα είναι καλοδεχούμενη και θα είμαι ευτυχής, αν γίνω η αφορμή ώστε και άλλοι συγχωριανοί και συνομήλικοι καταγράψουν και τις δικές τους μνήμες και τα δικά τους βιώματα. Έχουμε χρέος όλοι προς την αγαπημένη μας Καρυά.  Με το πεζογράφημά μου αυτό, εύχομαι και ελπίζω να κρατήσω ευχάριστη συντροφιά, σε όλους τους συγχωριανούς, νέους και ηλικιωμένους, σ’ αυτούς που διαμένουν μόνιμα στο χωριό ή και στα άλλα μέρη της πατρίδας μας, και κυρίως σ’ αυτούς που ξενιτεύτηκαν και το νοσταλγούν δικαιολογημένα περισσότερο, απευθυνόμενος στο νου τους, στη μνήμη τους, στην καρδιά τους, και πάνω απ’ όλα στην αγάπη τους για την ΚΑΡΥΑ μας.      

ΕΙΔΥΛΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΙΤΣΑ

Σαν βρέθηκα, παιδί μικρό, / στης Ελιτσάς τη βρύση,

τη χούφτα γέμισα νερό / να πιω, να με δροσίσει.

Μ από τον πλάτανο ψηλά / ένα πουλάκι κελαηδεί

κι ενώ με βλέπει και γελά / τραμπάλα κάνει στο κλαδί.

Το ρώτησα, για να μου πει, / τι βλέπει, σαν τι ξέρει;

Και κείνο μου ’πε, στη στροφή / ξαγνάντησε το ταίρι.

Γυρίζω πίσω, τι να δω, / της χρυσαυγής τ αστέρι

μ ένα μαντίλι στο λαιμό / λευκό σαν περιστέρι.

-Με θάμπωσες, ανατολή, / πώς από δω, Αγγέλω;

-Η Ελιτσά με προσκαλεί,  / να ξεδιψάσω θέλω.

Πίνει απ τη χούφτα μου νερό, / μα η δίψα της δε σβήνει

και με το στόμα δροσερό / ζεστό φιλί μου δίνει.

Η Ελιτσά

Η Ελιτσά

Υ.Γ. «Ελιτσά», γνωστή τοποθεσία στους Καρυώτες,  500 μέτρα στο δρόμο πριν φτάσομε στο χωριό. Ένας μεγάλος αιωνόβιος πλάτανος, μία πέτρινη δροσερή βρύση και ξύλινα παγκάκια για κάθισμα δημιουργούν μία όμορφη και γραφική τοποθεσία, για να αναπαυτούν και να δροσιστούν οι περαστικοί και κυρίως οι ερωτευμένοι. Για του λόγου μου το αληθές, όποιος φίλος επισκεφτεί την Καρυά, ας κάνει στάση στην «Ελιτσά» και θα με θυμηθεί.

Στην αυλή του σπιτιού μου στην Καρυά

Στην αυλή του σπιτιού μου στην Καρυά

ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ – ΤΟ ΚΑΤΩΙ   Το πατρικό σπίτι, όπως και όλα τα σπίτια του χωριού, ήταν χτισμένο στην άκρη του χωριού με τέτοιο τρόπο, που ικανοποιούσε όλες τις τότε ανάγκες μίας γεωργικής και κτηνοτροφικής οικογένειας. Ήταν μεσημβρινό, ανώγι, στερεό, ευάερο, περισσότερο του δέοντος, προσηλιακό και είχε αυλή, γιούρτι και κήπο.

Ένα πάτωμα με πλατιές και σχεδόν απλάνιστες σανίδες, που άφηναν μεταξύ τους και μικρές χαραμάδες, στερεωμένο σ’ ένα μακρύ και χοντρό ξύλο, «ποταμό» το λέγαμε, χώριζε το επάνω σπίτι από το κατώι.

Τα δύο μέρη του σπιτιού, το ανώγι που έμενε η οικογένεια και το κατώι, συγκοινωνούσαν με τον καταρράχτη, ένα μικρό άνοιγμα, στη μέση της βορεινής πλευράς του πατώματος, που ήταν κλειστό όταν δεν το χρησιμοποιούσαμε. Εκεί ήταν στερεωμένη μία κακότεχνη και επικίνδυνη για τα παιδιά σκάλα και ανεβοκατεβαίναμε με δυσκολία και προσοχή.  Η χρησιμότητά της ήταν μεγάλη, γιατί επικοινωνούσαμε άμεσα  με το κατώι και μάλιστα τις νύχτες ή τις χειμωνιάτικες ημέρες, που έξω έβρεχε, έκανε κρύο ή είχε ρίξει χιόνι. Όσες φορές θα  κατέβαινε κάποιος στο κατώι από τη σκάλα έπρεπε να έχει μαζί του και το λυχνάρι, το λαδολύχναρο ή το πετρελαίι, γιατί αλλιώς δεν θα έβλεπε.

Το κατώι ήταν αναπόσπαστο και πολύ χρήσιμο μέρος του σπιτιού μας,  στάβλος και αποθήκη μαζί. Εμείς ήμασταν και λίγο τυχεροί γιατί πολλά σπίτια του χωριού ήταν χαμώγια. Ένα υποτυπώδες χώρισμα στη  μέση χώριζε το στάβλο από το μέρος που ήτανε το τζάκι και  έμενε η οικογένεια. Στο ίδιο επίπεδο. Μία μορφή ισότητας μεταξύ των ανθρώπων και των ζώων. Στο ανατολικό μέρος του κατωγιού μας, με ξύλα μακρουλά, πλεγμένα μεταξύ τους οριζόντια και κάθετα, είχε χωριστεί ένα μέρος ψηλά μέχρι το πάτωμα, που το λέγαμε πλέχτρη. Εκεί στοιβάζαμε το άχυρο και λίγο σανό.

Στη γωνία του ακριβώς δέναμε τα δύο μουλάρια μας, τη Μούλα και την Αράπω. Μπροστά τους υπήρχε ένα μακρόστενο κασόνι, το παχνί, που το γεμίζαμε άχυρο, για να τρώνε τη νύχτα. Το πάχνιασμα ήταν μια δουλειά που δεν έπρεπε να ξεχαστεί το βράδυ. Πολλές φορές όμως μας το θύμιζαν με το χλιμίντρισμά τους,

Στο δυτικό και δεξιό μέρος, κοντά στον καταρράχτη, ήταν το βαένι με το κρασί. Χώραγε 400 μπότσες. Κάθε μπότσα  ισοδυναμούσε με 2 οκάδες. Δίπλα ήταν επιμελώς τρακαδιασμένα  τα ξύλα για το χειμώνα, κυρίως κορμοί από ξερά έλατα.

Στον τοίχο, νότια και κοντά στη γωνία του κατωγιού, ενάμισι μέτρο ψηλά, ήταν η κούρνια, ξύλα διασταυρωμένα σε μορφή σχάρας. Εκεί ανεβαίνανε οι κότες από την ώρα που «μούζγκωνε» και κοιμόντουσαν.(Οι κότες ως γνωστόν έχουν φτερά και με ένα μικρό φλετούρισμα πήδαγαν εύκολα επάνω στη κούρνια τους, γιατί αρέσκονται να είναι πιο ψηλά από τα άλλα ζα).  Πολύ κοντά, ψηλά σε δύο τρύπες  στον τοίχο ήτανε οι φωλιές τους με ένα αβγό για   φώλο μόνιμα μέσα, για να γεννάνε. Θυμάμαι ότι με τα κακαρίσματά τους μας προσκαλούσαν χαρούμενες να πάρουμε  ολόζεστα τ’ αβγά τους.

Στον υπόλοιπο περιορισμένο χώρο του κατωγιού διανυκτερεύανε τις μεγάλες και κρύες χειμωνιάτικες νύχτες όλα τα άλλα ζωντανά μας. Γίδες, κατσίκια, αρνιά και γουρούνες. Θα αναφερθώ όμως και σε άλλα δύο κατοικίδια ζώα. Το ένα ήταν η γάτα-κατσούλα, η ψιψίνα μας, και το άλλο ο σκύλος, ο κανέλος μας, λόγω του χρώματός του. Οι σχέσεις μεταξύ τους όχι και οι καλύτερες. Τα πήγαιναν σαν το σκύλο με τη γάτα. Γι’ αυτό είχαν χωρίσει τα τσανάκια τους. Η γάτα περιοριζότανε μέσα στο σπίτι, μαζί με τους ανθρώπους και κοντά στο τζάκι τις χειμωνιάτικες ημέρες. Τις νύχτες κατέβαινε στο κατώι μαζί με τα άλλα ζωντανά. Κάπου στον πλέχτρη είχε και τον κρυψώνα της, όπου γένναγε  και τα γατάκια της. Κάθε βράδυ σε διάφορα μέρη του κατωγιού έστηνε και ενέδρα, για να πιάσει και κανένα ποντικάκι. Ο σκύλος, που ήταν φιλικός σε μας και αγριωπός στους ξένους,  εξουσίαζε στην αυλή. Άγρυπνος φύλακας μέρα νύχτα και συχνά έκανε και περιπολία γύρω από το σπίτι.

Επιστροφή στο κατώι. Από τους τοίχους, γύρω – γύρω, και από τον «ποταμό» κρεμόντουσαν όλα τα εξαρτήματα για το όργωμα και για τις λοιπές αγροτικές δουλειές. Λαιμαριές, τραβηχτά, παλάντζες, δεκριάνια, δρεπάνια, δριμόνι, ντουένι, ξινιάρια, ματούκες, φτυάρια κ.λ.π. Μέσα λοιπόν στο σπίτι ο πατέρας-αφέντης, ο κατεξοχήν υπεύθυνος, είχε όλο το βιος του. Γυναίκα, παιδιά, ζώα και προϊόντα. Τη νύχτα ένιωθε την ανάσα όλων και πεταγότανε από τον ύπνο του, όταν ένα κλάμα, ένα βέλασμα ή άλλος παράξενος θόρυβος ακουγόταν σ’ ολόκληρο το βασίλειό του.

Όλα τα ζωντανά είχανε συμφιλιωθεί με τη συγκατοίκηση και το ένα πρόσεχε το άλλο. Είχαμε όμως μάθει κι εμείς τα παιδιά να ζούμε μαζί τους, με τα καλά τους και τα κακά τους. Κοπριές , βρόμα, ψύλλους, ψείρες, τσιμπούρια, βελάσματα, κακαρίσματα…  Ένα καλό και μάλιστα άξιο αναφοράς είναι ότι με τα ζα μας το σπίτι ήτανε ζεστό τα κρύα βράδια του χειμώνα.

Θυμάμαι το πρόβλημα ή τον προβληματισμό, αν θέλετε, που είχαμε, όταν πηγαίναμε στο κατώι.  Γεμίζανε τα ξυπόλυτα πόδια μας ψύλλους και άντε ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όταν προσπαθούσαμε να τους πιάσουμε, αυτοί πήδαγαν (ενός ψύλλου πήδημα που λένε), αλλά και πόσους να πιάναμε; Λεφούσι ήτανε. Τέλος πάντων όποιον τελικά πιάναμε με την έξοδο από το κατώι, όπου βλέπαμε και καλύτερα, (υπόψη ότι το κατώι και την ημέρα ήταν μισοσκότεινο), τον τρίβαμε λίγο με τα δάχτυλα και τον λιώναμε με τα νύχια των δύο μεγάλων δαχτύλων. Βλέπετε, ήθελε κόλπο και η δουλειά αυτή. Όπως θα καταλάβατε το κατώι ήταν πολύ χρήσιμο διαμέρισμα και εξυπηρετούσε πολλές ανάγκες του χωριάτικου σπιτιού.

 Το σπίτι του ποιητή στην Καρυά, δια χειρός Μαίρης Κουλεντιανού.

Το σπίτι μου στην Καρυά, δια χειρός Μαίρης Κουλεντιανού.

ΙΙ. ΤΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΜΑΣ   Τον καιρό εκείνο (1930-1950) στην Καρυά κάθε οικογένεια είχε και τα ζωντανά της. Χωρίς αυτά δεν είχε νόημα και δεν μπορούσε να ζει στο χωριό. Το μουλάρι, το γαϊδούρι, οι γίδες, οι προβατίνες, τα γουρούνια, οι κότες, ήταν τα συνηθέστερα. Μόνο μερικοί συχωριανοί  ήταν τσοπαναραίοι με μεγάλα κοπάδια γιδοπρόβατα. Δεν τα είχαν όμως στα σπίτια που έμεναν. Είχαν δικά τους στανοτόπια και μαντριά μακριά από το χωριό κι εκεί διανυκτέρευαν. (Οι τσοπαναραίοι της Καρυάς θα μπορούσε  κάλλιστα να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης μιας άλλης εργασίας πολύ ενδιαφέρουσας).

Στην εργασία μου όμως αυτή θ’ αναφερθώ στις οικογένειες που είχαν λίγα ζωντανά μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, και αυτές ήταν οι πιο πολλές. Στην κατηγορία αυτή ανήκε και η δική μας οικογένεια. Οι αναμνήσεις μου εστιάζονται στα δικά μας ζωντανά. Τα ίδια όμως βιώματα είχαν, και ασφαλώς θα τα θυμούνται, όλοι οι συνομήλικοί μου.

Ζώντας καθημερινά μαζί τους, κατά πρώτον, από μωρά ακόμη, μαζί με τις πρώτες λέξεις που μαθαίναμε, άμεσα κι από πρώτο χέρι μάθαμε και τη γλώσσα τους, π.χ. πως μιλάει το αρνάκι (μπεεε), το σκυλάκι (γαβ), η  γατούλα (νιάου), ο κόκορας (κικιρίκου), η κότα (κο-κο –κο), το γαϊδουράκι (γκαρ-γκαρ)  και πάει λέγοντας στη γλωσσομάθειά μας. Επίσης μαθαίναμε πως να τις κράζομε για να έρθουν κοντά μας και πως να τις σαλαγάμε για να φύγουν.

Και δεύτερον μάθαμε όλη τη ζωολογία. Παρακολουθούσαμε όλο τον κύκλο της ζωής τους. Ζευγάρωμα, γέννηση. μεγάλωμα των μικρών. Άσχετα με τη χρησιμότητά τους, κάτι που αφορούσε τους γονείς, για μας τα παιδιά ήταν οι συγκάτοικοί μας, τα φιλαράκια μας. Παίζαμε μαζί τους, τα φροντίζαμε και πολλές φορές τα παιδεύαμε από την πολλή μας αγάπη.

1. ΟΙ ΚΟΤΕΣ   Τις γνωρίσαμε από κλωσσόπουλα. Μπορεί να μη μάθαμε ποτέ αν η κότα έκανε το αβγό  ή το αβγό την κότα, αλλά δεν μπορούμε και να ξεχάσουμε τις μοναδικές εμπειρίες και γνώσεις που αποκτούσαμε παρακολουθώντας τη ζωή τους. Π.χ. πώς κυνήγαγαν τα κοκόρια τις κότες, για να ζευγαρώσουν, που καθόντουσαν σαν κότες, πώς κλωσούσαν τ’ αβγά και πως μεγάλωναν με ξεχωριστή φροντίδα τα κλωσόπουλά τους.

Σε κάθε μια είχαμε δώσει κι άλλο όνομα, κυρίως με το χρώμα τους. Λαθουρή, μαύρη. άσπρη, κόκκινη, στρουμπουλή κλπ. Κάθε μέρα πηγαίναμε με ευχαρίστηση στις φωλιές τους να πάρουμε ζεστά τ’ αβγά, που μόλις είχαν γεννήσει. Μας το θύμιζαν οι ίδιες με τα χαρούμενα κακαρίσματά τους.

Εντυπωσιακό θέαμα ήταν οι συχνές κοκορομαχίες για την επικράτηση του πιο δυνατού κόκορα. Επίσης, στο άκουσμα του λαλήματος ενός κόκορα, υπήρχε άμεση απάντηση, πρώτα από  τον κόκορα του γειτονικού σπιτιού και στη συνέχεια από τα κοκόρια όλου του χωριού. Αυτό συνέβαινε τα ξημερώματα συνήθως,  αλλά και πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας. Φαίνεται πως και τα κοκόρια έχουν δικό τους κώδικα συνεννόησης. Γούστο είχε που κοντά στους μεγάλους πετεινούς κοκορευόντουσαν και τα μικρά κοκοράκια.

Ρολόι στο σπίτι δεν είχαμε και τα κοκόρια μας, σαν να το ήξεραν, είχαν αναλάβει, όσο πιο δυνατά μπορούσαν, με ακρίβεια και μία και δύο φορές να μας υπενθυμίζουν ότι νέα ημέρα ξημερώνει και ότι ήρθε η ώρα να σηκωθούμε από το κρεβάτι, πιο κρεβάτι; στρωσίδι στο πάτωμα.  ήθελα να πω. Οι γονείς μας, όταν θα πηγαίνανε στο Άργος στο παζάρι, για να πουλήσουν ένα φόρτωμα ξύλα,  πέντε ώρες μακριά, τη νύχτα περιμένανε να λαλήσουν πρώτα τα κοκόρια και μάλιστα αν είχε συννεφιά και δε βλέπανε τα αστέρια στον ουρανό.

Τα αβγά ήταν καθημερινό και πολλές φορές μοναδικό φαγητό για όλους και κυρίως για μας τα παιδιά. Σφιχτό, μελάτο, τηγανητό, όπως και να ήταν το τρώγαμε με πολλή ευχαρίστηση. Από μικρούς μάλιστα μας είχαν μάθει να ρουφάμε τ’ αβγό μας και να μη μιλάμε.

Όταν μαζευόντουσαν πολλά ζευγάρια αβγά, έτσι τα μετράγαμε,  το Σάββατο που πηγαίνανε οι γονείς μας στο παζάρι του Άργους, τα έβαζαν σ’ ένα καλαθάκι μαζί με άχυρο, για να μη σπάζουν, τα πουλούσαν και έπαιρναν αλάτι, ζάχαρη, καμιά ασπιρίνη ή κινίνο και άλλα ψώνια για το σπίτι. Με αβγά και γάλα από τις γίδες μας φτιάχναμε τις χυλοπίτες. Επίσης με αυτά αγοράζαμε εμείς τα παιδιά από το μαγαζί του χωριού κανά μολύβι, καμιά πλάκα με το κοντύλι, πέννα, μελάνι, τετράδιο και άλλα σχολικά είδη.

Θυμάμαι ότι την τελευταία Κυριακή, την τυρινή, που αποκρεύαμε για το Πάσχα, σύμφωνα με το έθιμο, βάζαμε στη θράκα επτά αβγά, ένα για κάθε μέλος της οικογένειας στη σειρά, και περιμέναμε , καθώς ψήνονταν, ποιανού το αβγό θα ιδρώσει περισσότερο, ποιανού θα σπάσει. Δεν ξέρω αν αυτά συμβόλιζαν κάτι, πάντως δημιουργούσαν μια  ευχάριστη ατμόσφαιρα, κατόπιν έτρωγε ο καθένας το δικό του και ήταν πολύ νόστιμα. Όσο μεγαλώναμε, νηστεύαμε όλες τις ημέρες και περιμέναμε τον ερχομό του Πάσχα με κάποια αγωνία, αν θα βγούμε νικητές στο τσούγκρισμα των κόκκινων πια αβγών.

Τις Κυριακές και τις γιορτινές ημέρες απολαμβάναμε το πιο αγαπητό φαγητό, κότα και κυρίως κόκορα με χυλοπίτες. Είχαμε κάτι κοκόρια που μας τσιμπάγανε και φχαριστιόμασταν, που τα έσφαζε η μάνα. Κάθε φορά περιμέναμε άλλο μεζέ. Μας τους μοίραζε η μάνα εκ περιτροπής, για να μην έχουμε παράπονο. Φτερούγα, στήθος, μπούτι. Η ίδια κράταγε για λογαριασμό της αυτό που δε θέλαμε οι άλλοι, πόδια ή κεφάλι. Του πατέρα όμως έβγαζε πάντοτε ένα λαχταριστό μπούτι,

Θα τελειώσω λέγοντας ότι οι κότες μας ήταν ελεύθερης βοσκής, αλανιάρες, στο δρόμο, στον κήπο στο γιούρτι, αφύλαχτες και κάνανε και μεγάλες ζημιές. Παμφάγες και αχόρταγες, Τρώγανε, όταν δεν τρωγόντουσαν μεταξύ τους,  ό,τι καλό ή κακό έβρισκαν, για να γεμίσουν τη γκούσια τους.  Αποφάγια, φλούδες, τους κηπευτικούς καρπούς, κολοκύθια, ντομάτες, αραποσίτι, σκουληκαντέρες κλπ. Ακόμη και τις ακρίδες κυνηγούσανε για να τις πιάσουν.

 Η   Σ Π Ο Ρ Α  

 Τα χωράφια στο χωριό μας, επειδή κατά κανόνα ήταν κατηφορικά και με τις βροχές ξεπλενόντουσαν και αδυνάτιζαν (τα χημικά λιπάσματα ήταν ακόμη άγνωστα), τη μία χρονιά τα σπέρνανε σιτάρι και την άλλη τα άφηναν χέρσα. Ήταν η χρονιά της αγρανάπαυσης. Στην καλύτερη περίπτωση τα σπέρνανε με ψυχανθή, δηλαδή με λαθούρια, με βίγκο και με άλλα, που εμπλούτιζαν το χωράφι με συστατικά χρήσιμα για το σιτάρι της επόμενης χρονιάς.

Κατά την περίοδο της αγρανάπαυσης, ο καλός γεωργός δεν αναπαυότανε ο ίδιος,  έπρεπε να προετοιμάσει κατάλληλα το χωράφι. Το άφηνε ακαλλιέργητο και βόσκαγε τα ζωντανά του μετά το θερισμό και μέχρι τις αρχές της Άνοιξης. Τότε έκανε το πρώτο όργωμα, με το οποίο ανασηκωνότανε το χώμα, που είχε καταπιεστεί από τα μετεωρολογικά φαινόμενα και από τα πατήματα των ζώων. Τον Ιούνιο έκανε το δεύτερο όργωμα, που το έλεγαν και διβόλισμα. Έτσι ήταν παμέτοιμο το χωράφι, πριν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια και λασπώσει, για το τρίτο όργωμα και το τελευταίο μαζί με τη σπορά.

%cf%83%ce%ac%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b70002                                          Ο Φίλιππος Μπουντούρης καματεύει.

Όταν θα έφτανε η ευλογημένη αυτή μέρα, στο τέλος περίπου του Σεπτέμβρη, έπρεπε να έχει γίνει, σύμφωνα με το έθιμο, ο αγιασμός του σπόρου. Στις 14 Σεπτέμβρη, γιορτή του Τίμιου Σταυρού, όλες οι οικογένειες πηγαίνανε στην εκκλησία μικρή ποσότητα σπόρου, απ’ αυτό που θέλανε να σπείρουν, μέσα σε σακουλάκια ή πετσέτες, σιτάρι, κριθάρι κλπ., για τον απαραίτητο αγιασμό. Τα τοποθετούσαν όλοι στο τέμπλο μπροστά και ο παπάς διαβάζοντας τις καθορισμένες ευχές αγίαζε όλους τους σπόρους, μια και σε λίγες μέρες άρχιζε η περίοδος της σποράς.

Την ημέρα που θα πηγαίνανε να σπείρουν βάζανε μέσα στο σακί κι ένα ρόδι και μερικά καρύδια, που συμβόλιζαν το κάθε σπυράκι να κάνει πολύ καρπό σαν οτο ρόδι και να είναι γερός , όπως το καρύδι. Στο χωράφι που έφτανε και πριν αρχίσει  ο γεωργός τη σπορά κσι στη συνέχεια το όργωμα, αφού έκανε το σταυρό του έσπαζε το ρόδι στο υνί του ελετριού και το σκόρπιζε μαζί με το σπόρο στο χωράφι. Τα καρύδια τα σπάζανε και τα τρώγανε όσοι συμμετείχαν στη σπορά. Αν ήταν όλα γερά και όχι κούφια, αυτό ήταν καλό σημάδι για τη σοδειά του χωραφιού.

Στο δικό μας σπτικό το βάρος κάθε χρόνο της σποράς το σήκωνε ο πατέρας κι ο μεγαλύτερος αδερφός, ο Γιάννης. Η μάνα με την αδερφή μου, τη Σοφιά, φρόντιζαν για το σπόρο, για το φαγητό, και βοήθαγαν τις πιο πολλές φορές στο σκάψιμο με το ξινάρι, όπως έχω αναφέρει κι αλλού.

%cf%83%ce%ac%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b70001                                        Ο Γιάννης Καραμούντζος σβαρνίζει.

Τα υπόλοιπα παιδιά θα έλεγα ότι τη γλιτώναμε τη δουλειά αυτή, όπως και πολλές άλλες σκληρές δουλειές, λόγω ηλικίας και γιατί τέτοιον καιρό είχαν ανοίξει τα σχολεία. Θυμάμαι τη μόνιμη συμβουλή του πατέρα μου προς εμάς, «μάθετε γράμματα, για να μην τραβάτε στη ζωή σας τα ίδια βάσανα με μας» και για να μην το ξεχνάμε, μας έπαιρνε κοντά του, για να βλέπουμε πόσο κουραζότανε, για να τον βοηθάμε στο σκάψιμο, στο ξελιθάρισμα, για ν’ αντέχουμε στην πείνα και στη δίψα και για να φυλάμε με δύσκολες καιρικές συνθήκες τα ζωντανά μας. Δεν ξέρω πόσο άξιζε η δουλειά μας, ξέρω όμως ότι όλες αυτές οι εμπειρίες ήταν το καλύτερο μάθημα για τη μελλοντική μας σταδιοδρομία.  

Πριν έρθει η μέρα της σποράς, ο πατέρας είχε φροντίσει να επιδιορθώσει τα απαραίτητα σύνεργα, αλέτρι, τραβηχτά, παλάντζα, λαιμαριές, ξιόνη, σβάρνα κλπ. Τη συγκεκριμένη μέρα σηκωνότανε με το χάραμα, γιατί τα χωράφια ήτανε μακριά. Φόρτωνε στο ένα μουλάρι τα σύνεργα και στο άλλο τα σακιά με το σπόρο. Έπρεπε να φτάσει στο χωράφι με την ανατολή του ηλίου.

Πρώτη δουλειά ήταν να ζέψουν τα μουλάρια κι αμέσως ο Γιάννης έκανε πρειμετρικές αυλακιές, ορίζοντας το χώρο του χωραφιού, μέσα στον οποίο θα γινότανε η σπορά. Ο πατέρας φορούσε την ποδιά, τη γέμιζε σιτάρι κι αφού έκανε το σταυρό του σκόρπιζε με περίσσια τέχνη το σπόρο σ’ όλη την  έκταση ομοιόμορφα.

 Η δουλειά, δηλαδή το όργωμα, με μία μικρή διακοπή το μεσημέρι, για να φάνε και να ξεκουραστούν  οι ίδιοι και και τα μουλάρια, για τα οποία υπήρχε λίγο κριθάρι στο τορβά ή κανά χειρόβολο σανός, τελείωνε , όταν βασίλευε ο ήλιος. Στη συνέχεια ξεζεύανε τα μουλάρια κι αν θα συνέχιζαν και την άλλη μέρα, κρύβανε τα σύνεργα μέσα σε μια πατουλιά, για να μην τα πηγαινοφέρνουνε.

Όταν φεύγανε, γιατί βασίλευε ο ήλιος, σταμάταγε για λίγο στην άκρη του χωραφιού ο πατέρας, έβγαζε τον κούκο, δηλαδή την τραγιάσκα του, σκούπιζε τον ιδρώτα, και κοίταζε το οργωμένο χωράφι για άλλη μία φορά. Κατάκοπος αλλά και ικανοποιημένος για το έργο του, έλεγε ψιθυριστά την προσευχή και την ευχή του, για να φυτρώσει και να καρπίσει ο σπόρος και βιαστικός έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού, μην τους πιάσει το σκοτάδι, πράγμα που είχε συμβεί πολλές φορές.

                                    ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ  ΔΟΥΛΕΙΕΣ

 Οι δύο από τις κυριότερες αγροτικές δουλειές που γινόντουσαν παλαιότερα στο χωριό μου το καλοκαίρι, η μία ήταν «ο θέρος» το μήνα Ιούνιο (γι’ αυτό τον έλεγαν και Θεριστή) και η δεύτερη ήταν «Το αλώνισμα» το μήνα Ιούλιο (που τον έλεγαν και Αλωνάρη). Σήμερα, οι δουλειές αυτές, όχι μόνο δεν γίνονται πια στο χωριό μου, αλλά είναι και τελείως άγνωστες στους νεότερους κατοίκους. 

ΘΕΡΙΣΜΟΣ 1. Ο  ΘΕΡΟΣ

Εγώ και τα άλλα μικρότερα αδέρφια μου μπορεί να μη συμμετείχαμε όσο έπρεπε σ΄ όλες τις αγροτικές δουλειές, αλλά με την παρουσία μας στους τόπους δουλειάς βιώσαμε καταστάσεις και αποκτήσαμε γνώσεις μοναδικές. Παρακολουθούσαμε από κοντά όλα τα στάδια παραγωτής του σιταριού. Σπορά, ανάπτυξη, θέρισμα, αλώνισμα. Στη συνέχεια το άλεσμα, το ζύμωμα, το ψήσιμο στο φούρνο, μέχρι να γίνει γλυκό ψωμί στο τραπέζι μας. Από τον καιρό που σπέρναμε τα χωράφια μας γινόμασταν μάρτυρες και κοινωνοί όλων των κόπων, των σνησυχιών, των φόβων και των προσδοκιών των γονιών μας. Τα περισσότερα, για να μην πω όλα, εξαρτιόντουσαν από τα καιρικά φαινόμενα.

 Έβρεξε, δεν έβρεξε, φύτρωσαν οι σπόροι, πρασίνισε  όλο το χωράφι, μήπως το πήρανε οι βροχές, μήπως το πλάκωσε το χιόνι, μήπως έγινε ζημιά από ξένα ζωντανά, «έρριξε» ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα», καπάρδισε, έκανε ζημιά το χαλάζι, ξεστάχυασε, μέστωσε, κιτρίνισε… και τέλος έγινε για θέρο ;

Αυτά και άλλα πολλά ήταν παρατηρήσεις, ερωτήματα και ανακοινώσεις όλων μας τα βράδια που σμίγαμε υπό το φως του λυχναριού και καθόμασταν στα σκαμνάκια, γύρω στο τραπέζι για φαγητό. Εκεί ο καθένας μας κάτι είχε να ανακοινώσει στους άλλους από τη δουλειά που έκανε, ως και από όσα είχε δει στο μέρος-χωράφι που είχε πάει.                       Τα χωράφια της Καρυάς δε βγάζανε τόσο σιτάρι, που να έφτανε και να ικανοποιούσε τις ανάγκες των κατοίκων για το ψωμί όλης της οικογένειας. Ευχαριστημένοι ήταν οι άνθρωποι όταν τουλάχιστον βγάζανε για τους χειμωνιάτικους μήνες το άχυρο για τα μουλάρια τους. Το ίδιο συνέβαινε και στο δικό μας σπιτικό. Για το λόγο αυτό ο πατέρας με το Γιάννη, όταν είχε πια μεγαλώσει, παίρνοντας μαζί τους και τα μουλάρια, (έτσι έκαναν όλοι οι Καρυώτες), πηγαίνανε στον ξένο θέρο. Έτσι τον έλεγαν.

Επειδή τα δικά μας χωράφια ήταν ημιορεινά και αργούσαν να γίνουν τα σπαρτά, και με άλλους συντροφιά θερίζανε αρχικά, στον αργολικό κάμπο, στο Κουτσοπόδι, στις Μυκήνες κι αλλού, τα ξένα χωράφια. Για μεροκάματο έπαιρναν σιτάρι και συμπλήρωναν τη δική τους σοδειά. Το ίδιο γινότανε και μετά το αλώνισμα του δικού μας σιταριού. Τότε πηγαίνανε στον «πίσω θέρο», στα χωριά της Αρκαδίας.

Όταν γινόντουσαν τα δικά μας σπαρτά, ξεκίναγε και ο θέρος.  Στα μέσα Ιουνίου μέχρι και τις αρχές του Ιουλίου. Ο θέρος ήταν μία από τις δύσκολες δουλειές, εποχική και μάλιστα στα χρονικά όρια του μήνα Θεριστή. Δεν είχαν άδικο οι σοφοί πρόγονοί μας, που τη δουλειά αυτή την είχαν συμπεριλάβει στη γνωστή τριάδα «θέρος , τρύγος, πόλεμος».

Η θεριστική και η αλωνιστική μηχανή ήταν άγνωστες τα χρόνια εκείνα (1930- 1950), για τα οποία αναφέρομαι, στο χχωριό μας. Όλη η δουλειά γινότανε με τα χέρια από τους ίδιους τους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, τους θεριστάδες στην περίπτωση αυτή.                     Το μόνο  βοηθητικό εργαλείο ήταν το δρεπάνι, (το σύμβολο της αγροτιάς), που ήταν της  επιλογής και στα μέτρα του κάθε θεριστή. Οι θεριστές όλη την ημέρα σκυφτοί και μάλιστα κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουνίου κοψομεστιάζονταν. Ήθελε όμως και δεξιοτεχνία και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι πρωτάρηδες και ατζαμήδες κόβανε το χέρι τους.

 Ο πατέρας ήταν έμπειρος και πολύ καλός θεριστής και μας εντυπωσίαζε με τον τρόπο που έκοβε με το δρεπάνι του τις χεριές από καλαμιές και έδενε στη συνέχεια το χειρόβολο. Ήταν η μοναδική στιγμή που σήκωνε το κορμί του και έπαιρνε και μια ανάσα. Το άφηνε κάτω και συνέχιζε το θέρισμα. Με είκοσι τέσσερα χειρόβολα, που τα έβαζε αντικριστά, τα έδενε σφιχτά με τα δεματικά και τα έφτιαχνε μεγάλο δεμάτι. Τα δεματικά ήταν μακριές καλαμιές από σίκαλη, πλεγμένες κατάλληλα από τις προηγούμενες ημέρες στο σπίτι, που τις βάζανε στο νερό,  για να μην ξεραίνονται.

Την ίδια ημέρα ή αργότερα τα δεμάτια, φορτωμένα από τέσσερα στα μουλάρια, και δεμένα με τριχιές, δύο από τη μια μεριά και άλλα δύο από την άλλη μεριά του σαμαριού, τα μεταφέραμε και τα κάναμε θημωνιές στο  θημωνοστάσι, δίπλα στο αλώνι μας στο χωριό. Στη μεταφορά βοηθάγαμε κι εμείς οι μικρότεροι, συνοδεύοντας ή τραβώντας από το καπίστρι τα φωρτωμένα μουλάρια.

Και η δουλειά όμως αυτή δεν ήταν τόσο εύκολη όσο ακούγεται, γιατί πέρα από την πεζοπορία και την ξυπολυσιά είχαμε ανηφοριές, κατηφοριές, γκρεμούς,, κυρίως από τη Μπιχίνα και από το Μπρακατσάκι, και υπήρχε φόβος να γυρίσει  τα δεμάτια το μουλάρι και άντε τότε να δούμε ποιος θα τα ξαναφόρτωνε. Η δουλειά όμως δεν τελείωνε με ένα δρομολόγιο. Έπρεπε να κάνουμε και δεύτερο ή τρίτο την ίδια μέρα και την επομένη να συνεχίσουμε από άλλο χωράφι. Τα μουλάρια όμως καταλάβαιναν τις παιδικές μας δυσκολίες και δε θυμάμαι να μας είχαν γυρίσει τα δεμάτια καμία φορά.

ΑΛΩΝΙΣΜΑ2. ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ

Το αλώνι μας ήταν μεγάλο αλλά χωματένιο. Το λέω αυτό, γιατί δίπλα του υπήρχαν κι άλλα αλώνια, στρωμένα με πλάκες. Το καλύτερο απ’ όλα ήταν του παπούλη μου, του Μήτσιου Δενέζη. Να είχε κανείς πολλά μάτια να το καμαρώνει, αληθινό μνημείο τέχνης. Είχε φάει τα νιάτα του, να κοπανιέται με τα βράχια, για να το ετοιμάσει. Όλα αυτά ήταν γνωστά και ως «Κάτω ή πίσω αλώνια»,  στο πίσω ρέμα του χωριού, και τα ΄πιανε αέρας – κατάι (βοριάς, θράσκος, μπάτης), που ευνοούσε το λίχνισμα.

Στο πατρικό αλώνι αλωνίζαμε διαδοχικά όλοι οι δικαιούχοι συγγενείς και όχι μόνο. Ο πρώτος , που όπως θυμάμαι ήταν ο πατέρας μου, έπρεπε να κάνει ειδική προεργασία, για να ισιώσει και για να αποκαταστήσει τις φθορές του από τις βροχές. Σκούπισμα , βρέξιμο, στρώσιμο με παλιοάχυρα, για να σκορπίσει μέσα του στη συνέχεια τα δεμάτια σε όλη του την έκταση για το αλώνισμά τους.

Όταν αλωνίζαμε, μαζευόμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι, στο αλώνι, που δεν ήταν και μακριά από το σπίτι μας. Ακόμη και τα βράδια στρώναμε επάνω στα δεμάτια και στο λιώμα και κοιμόμασταν εκεί. Ο πατέρας, που για εμάς τα παιδιά τα ήξερε όλα, έβρισκε και πάλι την ευκαιρία να μας δείχνει στον καταγάλανο και αστροκεντημένο ουρανό όλα τ’ αστέρια και   τους αστερισμούς. Τον αποσπερίτη, τη μικρή και μεγάλη Άρκτο, την Αλεκτροπόδα, την Πούλια,  το Γαλαξία και μας ξύπναγε το πρωί να δούμε τον Αυγερινό και να χαρούμε, έτσι μας έλεγε, και την ανατολή του Ήλιου. Καθώς μας εξηγούσε όμως τη χάση και τη φέξη και τις άλλες φάσεις του φεγγαριού, εμείς είχαμε ήδη αποκοιμηθεί και χάναμε κάποιες από αυτές.

Ο Αλωνάρης ήταν για όλα τα παιδιά ο καλύτερος μήνας. Εκεί στα αλώνια μαζευόντουσαν, αυτές τις ημέρες, οι φίλοι μας και  όλα τα γειτονόπουλα, τριάντα σαράντα παιδιά, και παίζαμε ως αργά το βράδυ, περισσότερο από τις άλλες ημέρες, που πηγαίναμε στο σχολείο ή μας στέλνανε για δουλειές. Γεμάτοι χαρά κυλιόμασταν στο λιώμα, κάναμε τούμπες, παλεύαμε, παραβγαίναμε στο πήδημα και στο τρέξιμο. Αυτό όμως που μας ευχαριστούσε περισσότερο ήταν η ντουενάδα. Μας ανέβαζαν επάνω στο ντουένι και άλλοτε καθιστοί, άλλοτε  όρθιοι, δοκιμάζοντας να ισορροπούμε ή να κρατιόμαστε από τα πόδια του πατέρα, που είχε το πρόσταγμα κρατώντας τα ηνία, στριφογυρίζαμε με ταχύτητα γύρω γύρω στο αλώνι, καθώς τρέχανε τα μουλάρια, κουβαλώντας το ντουένι και εμάς τους μικρούς επιβάτες, που πλέαμε σε πελάγη ευτυχίας. Τότε δε γνωρίζαμε και δεν είχαμε ανεβεί σ’ άλλο πιο γρήγορο μετεφορικό μέσο.

Ντουένι ήταν το κυριότερο εργαλείο για το αλώνισμα. Μία μακρουλή, ενάμισι μέτρου, ξύλινη ή και λαμαρινένια επιφάνεια, πλάτους μισού μέτρου και περισσότερο. Από το κάτω μέρος είχε ειδικά κοφτερά δόντια – ελάσματα, που έκοβαν τις καλαμιές. Στο μπροστινό του μέρος, που ήταν τοξοειδές, υπήρχε γάντζος που δενότανε με την παλάντζα, εκείνη με τα δύο τραβηχτά και αυτά με τις λαιμαριές, που τις φοράγανε στο λαιμό των μουλαριών, Κάπως έτσι ήταν ζεμένα τα ζα που τράβαγαν  αφ’ ενός το ντουένι και αφετέρου έλιωναν τις καλαμιές με τα πόδια τους.

Με ειδικά παραγγέλματα, παροτρύμσεις, άντε πάμε, ντι ντι, Μούλα, και με τα τριξίματα του καμουτσιού θέλανε και δε θέλανε υπάκουαν τα μουλάρια σ’ αυτόν που είχε το πρόσταγμα και τρέχανε αδιάκοπα γύρω γύρω στ’ αλώνι, πατώντας τα δεμάτια. Την πιο πολλή δουλειά την έκαναν τα πόδια των μουλαριών και λιγότερο το ντουένι. Έτσι σιγά σιγά μέχρι το βράδυ τα δεμάτια γινόντουσαν άχυρο και τριβότανε από τα στάχυα ο καρπός.

Ο πατέρας είχε τον πρώτο λόγο, αφού έπαιρνε και της μάνας τη γνώμη, αν είχε γίνει καλά το αλώνισμα, αν χρειαζότανε ακόμα ένα γύρισμα, αν είχαν γίνει λιώμα τα δεμάτια, για να δώσει τέλος σ’ όλο αυτό το ολοήμερο ζάλισμα και ξεφάντωμα μαζί.

Ξεζεύανε τα μουλάρια κι εμείς τα παιδιά τα πηγαίναμε στη βρύση του Μαλαβάζου για πότισμα και μετά τα δέναμε στις καλαμιές του θερισμένου χωραφιού, ρίχνοντάς τους και σανό για τον κόπο τους. Εκείνα όμως προτιμούσαν να κάνουν μόνα τους κι ένα μασάζ στο καταϊδρωμένο σώμα τους. Ξαπλώνανε κάτω στο χώμα, κυλιόντουσαν μερικές φορές και τινάζονταν με ανακούφιση.

Εθιμοτυπικά όσοι αλώνιζαν δεν ξεχνούσαν και μερικές πατροπαράδοτες συνήθειες, τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος της δουλειάς. Αφού σταυροκοπιόντουσαν, πρόσεχαν ο πρώτος γύρος, που θα κάνανε τα μουλάρια στ’ αλώνι, να γίνει από δεξιά. Επίσης, πριν μαζέψουν το λιώμα σε σωρό στη μέση του αλωνιού, κάνανε με το δεκριάνι, επάνω του ένα σταυρό, αρχίζοντας από την ανατολή προς τη δύση και από το νότο προς το βορρά.

Κατόπιν ερχότανε η σειρά του μαζώματος. Μικροί και μεγάλοι, ακόμη και γείτονες από τα γύρω αλώνια, βοηθούσαν να μαζευτεί το λιώμα σ’ ένα μεγάλο σωρό στη μέση του αλωνιού. Καθένας είχε και το δικό του εργαλείο, ο ένας δεκριάνι, ο άλλος φτυάρι, ο τρίτος σάρωμα από ειδική αφάνα, και οι άλλοι ό,τι άλλο χρειαζότανε.

Η δουλειά αυτή γινότανε βιαστικά, για να προφτάσουν πριν νυχτώσει και πριν τους πιάσει καμία καλοκαιριάτικη απογευματινή μπόρα. Εάν ήταν σωρός το λιώμα, υπήρχε δυνατότητα με κουβέρτες, με λιοπάνες και άλλα καλύμματα (τα νάιλον σκεπάσματα ήταν άγνωστα τότε) να προστατευτεί καλύτερα, παρά αν ήταν απλωμένο ακόμη σε ολόκληρο το αλώνι.

Με το μάζωμα σε σωρό τελείωνε η δεύτερη πράξη του αλωνίσματος. Από δω και πέρα ήταν δουλειά των μεγάλων. Εμείς τα παιδιά ήμασταν θεατές. Όχι ότι καθόμασταν και πολύ,γιατί είχαμε τις άλλες δουλειές. (Να επισημάνω ότι οι αγροτικές δουλειές, είχαν ρόλους για τα περισσότερα του συνόλου των μελών της οικογένειας). Να πάμε στη βρύση για νερό, που ήταν μακριά από το σπίτι και το αλώνι, να φέρουμε κρασί από το σπίτι, να πάμε στο Δέντρο για τις γίδες, να φυλάμε τη γουρούνα, να μην πάει κοντά στο λιώμα και φάει τον καρπό, τα μουλάρια θέλανε πότισμα κλπ. 

Σειρά τώρα είχε το λίχνισμα, που ήταν η τρίτη πράξη του αλωνίσματος. Με τα δεκριάνια πέταγαν ψηλά το λιώμα, όταν κι αν φύσαγε. Πολλές φορές οι λιχνιστάδες ξεροστάλιαζαν όρθιοι να φυσήξει ο αέρας. Το σιτάρι, ως πιο βαρύ, έπεφτε κάθετα στο ίδιο μέρος. Το άχυρο, ως πιο ελαφρύ, το έπαιρνε ο αέρας και το πήγαινε ένα δυο μέτρα πιο μακριά. Εκτός εάν ο αέρας ήταν πολύ δυνατός, οπότε ήταν και ακατάλληλος για λίχνισμα. Έτσι άρχιζε να γίνεται δεύτερος σωρός, μόνο με άχυρο. Μία μία φτυαριά λοιπόν με υπομονή και κόπο μες στο λιοπύρι, γινόντουσαν δύο σωροί στο αλώνι. Ένας μικρός με τον καρπό κι ένας  άλλος πολυ μεγαλύτερος σε όγκο με το άχυρο. Ανάλογα με τους λιχνιστάδες και τον ευνοϊκό άνεμο η δουλειά του λιχνίσματος κράταγε δυο τρεις ημέρες.

Η σοδειά, κόπος μιας ολόκληρης χρονιάς, έπρεπε να μεταφερθεί στο σπίτι. Δυσκολη δουλειά η μεταφορά του άχυρου. Τώρα για χάρη των μουλαριών φορτωνόντουσαν οι άνθρωποι και κυρίως οι γυναίκες. Και λέω γυναίκες γιατί εκτός από τη μάνα βοηθούσαν κι άλλες γειτόνισσες ή συγγενείς, ανάλογα με ποιο σπιτικό είχε την ανάγκη αυτή.

Βάζανε σε λιοπάνες, από τραγόμαλλο, πολύ άχυρο σε σωρό. Κατόπι ένωναν τις διαγώνιες άκρες σταυρωτά, τρυπώντας τες με ειδικά ξύλινα σουβλιά, τις μετέφεραν φορτωμένες στην πλάτη τους, δεμένες με τριχιά, στο σπίτι και τις άδειαζαν στον πλέχτρη, ειδικός χώρος στο κατώι. Εκεί έπρεπε να ήμασταν παρόντα κι εμείς τα παδιά. Μπαίναμε μέσα και στοιβάζαμε, σπρώχνοντας και πατώντας το άχυρο στις άκρες και στο βάθος του πλέχτρη.

Η εικόνα της μεταφοράς τόσου μεγάλου όγκου άχυρου, επάνω στο κορμί των γυναικών δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Σκυμμένες, καθώς  βάδιζαν, κάτω από ένα διπλάσιο και τριπλάσιο όγκο του δικού τους κορμιού, ιδρωμένες, φορώντας   μαντίλι και πολλές φορές ξυπόλυτες, αναλογίζεται κανείς τι άλλο έπρεπε να κάνουν, για να έχουν ίσα δικαιώματα με τους άντρες τους. Αυτό όμως δεν απασχολούσε τις γυναίκες εκείνης της εποχής. Το μόνο που τις έμελε ήταν το πώς θα βοηθούσαν να τελειώσουν πιο γρήγορα και πιο καλά οι σπιτικές δουλειές.

ΣΠΥΡΟΣ                      Η Καρυώτισσα Σωτηρία Λάμπα ζαλωμένη με μία λιοπάνα άχυρα.

   Το έχω κι αλλού γράψει, αλλά ας το ξαναγράψω, ότι οι γυναίκες ακολουθούσαν τους  άντρες τους σ΄όλες τις αγροτικές δουλειές, σπορά, θέρος κλπ., κουβαλώντας τη νάκα με το μωρό. Την κρέμαγαν σε μια γκορτσιά, στη μέση του χωραφιού, και κάθε τόσο ανήσυχες πεταγόντουσαν ως εκεί, για να το θηλάσουν ή να το μωρώσουν. Επίσης μετέφεραν, κατά τη διάρκεια του χρόνου, τα ξύλα – πουρνάρια, για να κάψουν το φούρνο και δεν ήταν λίγες οι γυναίκες αυτές. Δεν ήταν όμως λίγα και τα νοικοκυριά που δεν είχαν μουλάρι ή γαϊδούρι, είχαν όμως γυναίκα που τα αναπλήρωνε στις μεταφορές. Κάπως έτσι οι γυναίκες δεν ανήκαν στον εαυτό τους. Ήταν κυράδες μεν, αλλά κοντά και κάτω από τον άντρα τους. Δε χάνανε το επίθετό τους μόνο, αλλά και το βαπτιστικό τους όνομα. Από τον καιρό που παντρευόντουσαν παίρνανε και το όνομα του αφέντη τους. Σαν να ξαναβαφτίζονταν και ακούγανε στα ονόματα Κωστίνα, Γιώργαινα, Γιαννού…, ανάλογα πως λάγανε τον άντρα. Εγώ πολύ αργά έμαθα ότι τη μάνα μου τη λέγανε  και Ελένη.

 Ας ξαναγυρίσουμε όμως στ’ αλώνι, να δούμε στη συνέχεια και την τελευταία πράξη, με το δεύτερο σωρό, στο γέννημα, δηλαδή το σιτάρι.  Στη φάση αυτή, λίγο πριν από το τέρμα της μαραθώνιας διαδρομής της σιτοπαραγωγής,  η δουλειά  απαιτούσε ξεχωριστή φροντίδα και προσοχή στη λεπτομέρεια.

Εδώ λίχνιζαν οι πλέον ειδήμονες και ξαναλίχνιζαν τον καρπό με ειδικά ξύλινα φτυάρια, για να φύγουν όλα τ’ άχυρα και η σκόνη. Έπειτα δριμόνιζαν, δηλαδή έριχναν λίγο λίγο το σιτάρι σε ένα μεγάλο κόσκινο, που το στερέωναν με ένα γάντζο ψηλά σ’ ένα δεκριάνι. Το δριμόνι, έτσι το έλεγαν, ήταν μεταλλικό και είχε τρύπες, που χωράγανε να περνάει μόνο το σιτάρι και συγκρατούσε άλλα χοντράδια, καλαμιές, λιθαράκια, στάχυα κλπ. Τα υπολείμματα αυτά, που τα λέγανε σκύβαλα, τα ρίχνανε στις κότες ή στα γουρούνια, που ψαχούλευαν και έβρισκαν και το τελευταίο σπυράκι σιταριού που είχε ξεμείνει ανάμεσά τους. Τίποτα δεν ήταν για πέταμα.

Το σιτάρι, το πολυτιμότερο προϊόν απ΄ όλη τη διαδικασία της σποράς, του θερισμού και του αλωνίσματος,  ήταν επάνω σε μια λιοπάνα, που έπεφτε με ειδικές κινήσεις του δριμονιού και που το χειριζότανε, ως πιο έμπειρος, μόνο ο πατέρας.

Τα μάτια όλων πέφτανε επάνω στο μικρό χρυσαφένιο σωρό.  Πιάνανε τον καρπό με τις φούχτες τους και έλεγχαν την ποιότητα, κάνοντας υπολογισμούς και για την ποσότητα, συγχαίροντας τον πατέρα για τα μπερκέτια και του εύχονταν καλοφάγωτο.

Η ώρα όμως δεν ήταν και για πολλές συζητήσεις. Η μάνα είχε ετοιμάσει τα σακιά κι ο πατέρας έριχνε μέσα τους το γέννημα, γεμίζοντας καλά το τενεκέ, που χρησίμευε και για μέτρο της ποσότητας της σοδειάς. Πολλοί, τα χρόνια εκείνα, τον καρπό τον μέτραγαν με το μίκιλο, που αντιστοιχούσε με 12 οκάδες. Τα  πέντε μίκιλα κάνανε ένα κουβέλι, δηλαδή 60 οκάδες. Όταν έλεγε κάποιος ότι έκανε δέκα κουβέλια σιτάρι, εννοούσε 600 οκάδες.

Ήδη τα μουλάρια τα είχε φέρει στο αλώνι ο Γιάννης, ο μεγάλος αδερφός, με τις τριχιές στο σαμάρι τους. Με τη βοήθειά του, ο πατέρας σήκωνε το πλευρό, δηλαδή το γεμάτο σακί, και το φόρτωνε στο μουλάρι. Ένα από τα παιδιά έβαλε κι εκείνο πλάτη, κράταγε το σακί, για να μην το γυρίσει το μουλάρι, ώσπου να φορτωθεί και το δεύτερο σακί. Σε λίγο, η απόσταση δεν ήταν μεγάλη από το σπίτι,  με την ίδια διαδικασία ξεφόρτωναν το  μουλάρι και το σιτάρι βρισκότανε στ’ αμπάρι μας. Έπρεπε όμως, όπως θα έγινε αντιληπτό, να βάλουν όλοι πλάτη, η βοήθεια ακόμη και των παιδιών ήταν απαραίτητη, για να σηκωθεί το βαρύ και πολύτιμο φορτίο, που ακούει στο όνομα «άρτος επιούσιος», με άλλα λόγια καρβέλι και ψωμί της οικογένειας και όχι μόνο.

                         ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΗ-ΓΙΑΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΑ

Το μεγαλύτερο γεγονός από τα εκκλησιαστικά δρώμενα την εποχή εκείνη στην Καρυά ήτανε το πανηγύρι της, που γινότανε στις 29 Αυγούστου, την ημέρα που η εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη της Αποκεφάλισης του Αϊ – Γιάννη του Προδρόμου.

Στο χωριό ερχόντουσαν από την παραμονή, πεζή ή με τα μουλάρια τους, προσκυνητές και από άλλα μέρη. Από το Άργος, τα Τσιπιανά, τα κοντινά μας χωριά Μάζι, Μερκούρι, Βρούστι κ.λ.π. Επίσης την ημέρα αυτή γύριζαν και όλοι οι συγχωριανοί-εργάτες που είχαν πάει για δουλειά στη Βόχα και στη Βοϊστίτσα. Κυρίως ερχόντουσαν όλοι οι Καλυβίσιοι από την Αγριλίτσα, από το Γαλάτι και από τη Χούνη.

Γέμιζε το χωριό από πανηγυριώτες, χαρούμενους και καλοντυμένους. Την παραμονή, στον εσπερινό γινότανε το αδιαχώρητο στην εκκλησία. Την ημέρα αυτή θα έπρεπε να ήταν διπλάσια και τριπλάσια. Τα κεριά και οι λαμπάδες, ένα μπόι η κάθε μια, είχαν την τιμητική τους. Θυμάμαι πολλούς, μεταξύ αυτών και την αείμνηστη μάνα μου, που πηγαίνανε χειροποίητα κεριά από το σπίτι τους, από γνήσιο κερί μελισσών, μαζί με το καλοφτιαγμένο  πρόσφορο, για να τιμήσουν τη μνήμη του προστάτη Αϊ – Γιάννη και για την υγεία όλων των μελών της οικογενείας τους.

Οι χαιρετούρες, τα «χρόνια πολλά», και οι θερμές ευχές μεταξύ των πανηγυριωτών, δίνανε και παίρνανε.  Οι αμέτρητοι Γιάννηδες του χωριού μας έχουν καθιερώσει και γιορτάζουν την ημέρα αυτή του πανηγυριού μας, γι’ αυτό και την ημέρα αυτή δέχονται ευχές και επισκέψεις στα σπίτια τους. Και καθώς δεν υπάρχει σπίτι χωρίς Γιάννη, καταλαβαίνει κανείς τις διαστάσεις που έπαιρνε  το πανηγύρι.

Μετά τον κατανυκτικό και μακρόσυρτο εσπερινό γύριζαν όλοι οι συγχωριανοί στα σπίτια τους, που τα είχαν φωταγωγήσει με ό,τι λυχνάρια είχαν. Πολλές φορές για την περίσταση αυτή  φώτιζαν τους δρόμους και τις αυλές  η αστροφεγγιά  και τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι. Εκεί έτρωγαν τα νόστιμα φαγητά που είχαν  καλομαγειρέψει οι φιλόξενες και χαμογελαστές οικοδέσποινες και φυσικά ποτέ μόνοι τους, αλλά και με τους πολλούς επισκέπτες, λόγω του πανηγυριού. Τη βραδιά αυτή θα λέγαμε ότι αποτελειώνανε και το σώσμα του βαγενιού τους. Για μπίρες δε γίνεται λόγος γιατί το ποτό αυτό, τα χρόνια εκείνα, ήταν άγνωστο στο χωριό μας. Εκτός του κύριου φαγητού, αγόραζαν και λίγη νόστιμη  «γουρνοπούλα» από τα μαγαζιά, για το καλό της ημέρας, που την έψηναν με μαεστρία στους δικούς τους χωριάτικους φούρνους. Δε γινότανε πανηγύρι χωρίς να φάνε και λίγη «γουρνοπούλα». Και λέω λίγη, γιατί πολλούς πανηγυριώτες, τους έκοβε και τους θέριζε. Γι’ αυτό πολλοί παίρνανε τα μέτρα τους.  Υπόψη ότι δεν υπήρχαν τότε ψυγεία και λόγω της ζέστης οι μύγες τη δικιμάζανε πρώτα από τους ανθρώπους.

Χορτάτοι λοιπόν, πιωμένοι και κεφάτοι αφήνανε τα σπίτια και γυρίζανε όλοι στο προαύλιο της εκκλησίας, όχι σε μαγαζιά όπως σήμερα, στολισμένο κι αυτό, λόγω της ημέρας, με σημαιούλες και με σμέρτα,  όπου θ’ άρχιζε το ολονύχτιο γλέντι. Ο Βασίλης Παπασωτηρίου, γνωστός κι ως Τσιμπουκλάρας, ο αυτοδίδακτος και ταλαντούχος μελωδικός κλαριτζής, με την κομπανία του, κάνανε τις απαιτούμενες δοκιμές και τα κουρδίσματα των οργάνων…

Το χορό στο πανηγύρι, υπό το φως λάμπας με ασετυλίνη, τον άνοιγαν οι κοινοτικοί άρχοντες με τους παπάδες και τους γεροντότερους μπροστά, για το καλό της ημέρας και του χωριού. Στη συνέχεια τη σκυτάλη την έπαιρναν οι νεότεροι.

Μία και  δύο και τρεις σειρές ο χορός. Ο τσάμικος, ο καλαματιανός, η «παράτα» και ο συρτός, πρώτοι στις προτιμήσεις. Οι νέες και οι νέοι, οι αρραβωνιασμένοι και νιόπαντροι, καλοντυμένοι με παραδοσιακές κυρίως φορεσιές, κρατάγανε το κέφι στα ύψη και το χορό μέχρι τα ξημερώματα. Οι τούμπες του πρώτου στο χορό, τα κτυπήματα των ποδιών, οι στροφές, τα σφυρίγματα και άλλοι χορευτικοί αυτοσχεδιασμοί δεν περιγράφονται με λόγια. Όλος ο άλλος κόσμος παρακολουθούσε το θέαμα και χαιρότανε τα τραγούδια και τους χορευτές. Τη γιορτινή αυτή μέρα, η οποία ουσιαστικά ήταν νύχτα, γινόντουσαν και οι γνωριμίες μεταξύ των νέων και πολλά συνοικέσια είχαν αίσιο τέλος.

Την άλλη μέρα το πρωί όλοι οι πανηγυριώτες, ξενύχτηδες και μη, παρακολουθούσαν με ευλάβεια τη θεία λειτουργία  στην εκκλησία και το μεσημέρι συνέχιζαν τις εορταστικές συγκεντρώσεις στ σπίτια. Δεν ξεχνούσαν όμως ότι ήταν η γιορτή του Αϊ – Γιάννη του Νηστευτή, γι’ αυτό νηστεύανε ακόμη και το λάδι. Τρώγανε αραποσίτια (καλαμπόκια) απ’ τους κήπους τους βραστά ή ψημένα στη θράκα, φασόλια μαυρομάτικα βρασμένα (σπυριά), ντομάτες, και δοκίμαζαν και τα πρώιμα σταφύλια απ’ τ’ αμπέλια τους, που ήδη είχαν παρδαλίσει.

Σύμφωνα με φήμες, όσοι έτρωγαν την ημέρα αυτή κρέας, τυρί, ακόμη και λάδι τους έπιαναν θέρμες βαριάς μορφής, με πολύ πυρετό και είχαν πολλά σχετικά παραδείγματα, γι’ αυτό νήστευαν και από το φόβο της αρρώστιας.

Το γλέντι τ’ Αϊ-Γιαννιού συνεχιζότανε και ανήμερα της γιορτής, για δεύτερο βράδυ δηλαδή, κυρίως όμως με τους ντόπιους κατοίκους του χωριού, γιατί οι ξένοι επισκέπτες και οι Καλυβίσιοι ( Καρυώτες που διέμεναν σε μικροσυνοικισμούς κατά μήκος της διαδρομής προς το Άργος) φεύγανε, όσο να ’ναι, πιο νωρίς, λέγοντας την ευχή «και του χρόνου με το καλό».

Με το πανηγύρι αυτό τελείωνε φυσικά και το καλοκαίρι για τους κατοίκους της Καρυάς. Άλλαζε ακόμη και ο καιρός. Από την άλλη μέρα για όλους τα κεφάλια μέσα. Τα σχολεία σε λίγες ημέρες άνοιγαν, τέρμα τα ξέγνοιαστα παιγνίδια για τα παιδιά, και για τους συγχωριανούς μας άρχιζαν οι προετοιμασίες για τον τρύγο και για τη σπορά» ….

1450109_1141529632540299_2038177305441821301_n

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος  της Καρυάς  


Ο ΤΡΥΓΟΣ:  «Τρυγητής είναι ο μήνας Σεπτέμβρης, και οι αναμνήσεις από τα εποχικά δρώμενα είναι πολλές κι ευχάριστες.  Τα χρόνια εκείνα (1930 – 1950), κάθε σπιτικό είχε και το αμπέλι του. Το κρασί και το σιτάρι, σε μικρή ποσότητα αλλ΄αρίστης ποιότητας, ήταν τα κύρια γεωργικά προϊόντα του.

Από το χωριό και προς ανατολάς, μέχρι την τοποθεσία « το Καζή Ρέμα», όπου και τελευταίο ήταν το δικό μας αμπέλι, διόμισι χιλιόμετρα περίπου, στις πλαγιές δεξιά και αριστερά του δημόσιου δρόμου, όπου και να κοίταγες έβλεπες αμπέλια. Η διαδρομή αυτή με πολλές στροφές, με τις πικραμυγδαλιές να οριοθετούν το δρόμο και με κούρμπενα να τις στολίζουν,  είχε ανάλογα και με την εποχή διαφορετική όψη, οσμή και ομορφιά, ήτανε πανέμορφη και φανταστική για τους τυχερούς που την περνάγανε.

Όλα τ’ αμπέλια ήταν κρασοστάφυλα, διαφόρων ποικιλιών, μαυρούδια, μοσχάτα, φιλέρια, κολινιάτικα, βοχαϊτικα, «αλεπούδες» κλπ. Από τη στιγμή που άρχιζαν να παρδαλίζουν, όλοι οι περαστικοί και κυρίως τα παιδιά, ενίοτε και πεινασμένα, πηδώντας τους υποτυπώδεις φράχτες, έμπαιναν στα ξένα αμπέλια και έκοβαν σταφύλια, επειδη, όπως έλεγαν, ήταν πιο γινωμένα και πιο νόστιμα από τα δικά τους. Δεινοπαθούσαν τ’ αμπέλια που ήταν κατά μήκος του δρόμου.

Το γεγονός αυτό ανάγκαζε τους ιδιοκτήτες και τις αρχές του χωριού να διορίζουν, κατά την περίοδο αυτή, πέρα από τους μόνιμους αγροφύλακες, και δυο τρεις επιπλέον εποχικούς,  έτσι τους λέγανε,  για τη φύλαξη των αμπελιών από τα ζα και τους ανθρώπους. Επίσης κάθε αμπελουργός, για να προστατεύσει τη σοδειά του, φύλαγε και ο ίδιος το δικό του αμπέλι, μέρα νύχτα, προσωπικά ή βάζοντας πολλές φορές και σκιάχτρα, για να το προφυλάξει από τα αχόρταγα κι  αδέσποτα σκυλιά, τις αλεπούδες, τα πουλιά κλπ. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι στο αφύλαχτο αμπέλι μπορεί να χανότανε και η μισή παραγωγή.

Οι εν λόγω αγροφύλακες έφτιαχναν σε μερικά υψώματα της περιοχής τους τις ξακουστές καλατζιούκες, δηλαδή παρατηρητήρια, που ήταν πρόχειρες κατασκευές με κλαριά, για να κρατούν και ίσκιο, από όπου κατόπτευαν όλα τα αμπέλια.

Για πολλά χρόνια αγροφύλακας ήταν και ο πατέρας μου, γνωστός κι ως Κωτσιαρχιφύλακας, από προηγούμενη ιδιότητά του. Ήταν πολύ αυστηρός, ακόμη και στα δικά του παιδιά, στην περίπτωση αγροτικών ζημιών, και ακόμη το φόβητρο των ζωηρών γαβριάδων του χωριού. Θυμάμαι που μία φορά πήγα στην καλατζιούκα του, παραπάνω από την Ελιτσά, για να του πάω φαγητό. Όση ώρα έτρωγε, ρωτώντας τον με ενημέρωνε για τα καθήκοντά του, μου έδωσε μάλιστα και τη σφυρίχτρα του, απαραίτητη για τη δουλειά του, για να σφυρίζω πού και πού, φρ φρ φρ. Ασφαλώς κάθε περαστικός και πιθανός σταφυλοκλέφτης, που θα την άκουγε, θα πίστευε ότι τον βλέπει και δε θα τολμούσε να κόψει σταφύλια.

Ο τρύγος ήταν η τελευταία εργασία της χρονιάς του αμπελουργού. Είχαν προηγηθεί πολλές και επίπονες δουλειές όλο το χρόνο. Ξελάκκωμα, φούσκισμα, σκάψιμο, κλάδεμα, από έμπειρους και δυνατούς, σκάλισμα, θειάφισμα και ράντισμα με χαλκό.

Όταν πέρναγε τ’ Αϊ-Γιαννιού, 29 Αυγούστου, άρχιζαν οι προετοιμασίες. Έπρεπε να πλυθούν ο ληνός και το βαένι. Κάποιος αναλάμβανε να μπει μέσα στο βαένι από την πορτούλα του. Στη δική μας οικογένεια, κατά κανόνα, τη δουλειά αυτή, μαζί με  τον πατέρα μου,   την έκανε ο μεγάλος μου αδερφός Γιάννης, που ήταν μικρόσωμος και χρειαζότανε ειδική τεχνική, για να τα καταφέρει. Πρώτα έβγαζε έξω τα κατακάθια, τις λάσπες από το ρετσίνι, και μετά με ζεστό νερό και μ’ ένα ξυστρί έξυνε και καθάριζε καλά το εσωτερικό του βαενιού, μέχρι να φύγει κάθε ίχνος βρομιάς, ακόμη και η μυρουδιά από το παλιό κρασί. Τέλος το θυμιάτιζαν με λιβάνι.

Ακόμη γινότανε επισκευή ή προμήθεια νέων κοφινιών για τη μεταφορά των σταφυλιών. Γενικά,  θα λέγαμε, ότι υπήρχε μία σχετική κινητικότητα σ’ όλα τα σπίτια του χωριού. Τελευταίος έλεγχος με αυτοψία, αν τα σταφύλια έγιναν καλά, και άρχιζε ο τρύγος. Πρώτα πρώτα στα κάτω αμπέλια, εκεί που ήτανε και το δικό μας, στο Καζή Ρέμα, που ωρίμαζαν πιο γρήγορα. Αν όμως κάνανε την αρχή, δε σταμάταγαν με τίποτα, συνέχιζαν τον τρύγο  και στα πιο ψηλά αμπέλια τους, κοντά στο χωριό. Ας ήταν ακόμη και λίγο άγουρα τα σταφύλια.

Η εικόνα, εορταστική θα έλεγα, που έχω στο μυαλό μου, είναι απερίγραπτη. Συνωστισμός, χαρούμενος κόσμος πήγαινε κι ερχότανε. Στ ’αμπέλια πήγαιναν μικροί μεγάλοι για τον τρύγο, κρατώντας κι από ένα καλαθάκι, για να βάζουν μέσα τα σταφύλια. Σκυφτοί πέφτανε πάνω στα κούτσουρα σαν τις μέλισσες, για να μαζέψουν τον ζουμερό καρπό, δοκιμάζοντας κάθε τόσο κι από καμία ρώγα.

Στους δρόμους τα μουλάρια, φορτωμένα με τα κοφίνια, γεμάτα σταφύλια, τα μετέφεραν από το αμπέλι στους ληνούς των σπιτιών. Στο φόρτωμα και στο ξεφόρτωμα χρειάζονταν δύο, για να σηκώνουν τα βαριά κοφίνια. Στη δουλειά του τρύγου όλα τα μέλη των οικογενειών, ανάλογα και με την ηλικία τους, προσέφεραν κατά δύναμη  τις υπηρεσίες τους.

Μας άρεσε, θυμάμαι,  όταν μας το επέτρεπε ο πατέρας, να μπαίνουμε ξυπόλυτοι στο ληνό και να  τσαλαπατούμε τα σταφύλια. Κυριαρχούσε, βέβαια, η χαρά, το πείραγμα, η φλυαρία, γιατί για μας ήτανε παιγνίδι κι όχι δουλειά.

Ο μοσχομύριστος μούστος κόκκινος κόκκινος έρρεε σαν αίμα μέσα στο καζάνι, στο «πολήμι». Εκεί μέσα ο πατέρας συνήθιζε να ρίχνει αβγά, για να μετρήσει τους βαθμούς του κρασιού. Στις καλές χρονιές κάναμε πολύ μούστο, γέμιζε το βαένι μας, που έπαιρνε 400 μπότσες (Μία μπότσα ήταν δύο οκάδες) και το υπόλοιπο το πουλάγαμε. Στο βαένι ρίχναμε έναν τενεκέ ρετσίνι, που το φέρνανε από το Σοφικό της Κορινθίας, γιατί εκεί είχε πολλά πεύκα. Η εξαγωγή του μούστου δεν ολοκληρωνότανε με το πάτημα των σταφυλιών στο ληνό. Τη δουλειά-το στίψιμο τη συνέχιζαν οι τσιπουριαραίοι. Δεν ξεχνώ τους Δενεζαίους, τα ξαδέρφια της Μάνας μου, και άλλους με την τσιπουριά, το «στιφτήρι», που τη γύριζαν με σιδερένιους λοστούς, βγάζοντας και την τελευταία σταγόνα μούστου.  Έδιναν το στίγμα του σπιτιού, στο οποίο δούλευαν, με τις δυνατές τους φωνές και τα πειράγματά τους.  Οι ευχές έδιναν και έπαιρναν, καθώς πίνανε και τα σχετικά ποτηράκια. «Καλά κρασιά, καλόπιοτο και πάντα σε χαρές!» κι ο πατέρας τούς κέρναγε και τους ματακέρναγε κρασί.  Οι άνθρωποι αυτοί, 20 – 30 χρονών, πιο πολύ το γλένταγαν, από οικογενειακή παράδοση, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, και λιγότερο ενδιαφερόντουσαν για το κέρδος, για το ποσοστό του μούστου, που έπαιρναν για τον κόπο τους. Τα τσίπουρα που βγάζανε απ’ αυτά τα ρίχνανε σε μια άκρη του κήπου,  τροφή για τις κότες και τα γουρούνια. Κάποιοι συγχωριανοί επιχείρησαν και βγάλανε απ’ αυτά το γνωστό ποτό τσίπουρο (τσικουδιά), αλλά δέν είχαν μιμητές.

Από μικρά παιδιά γινόμασταν μάρτυρες και βιώναμε τις εργασίες παραγωγής του κρασιού, «του οίνου που εφραίνει καρδίας». Επιπλέον παρακολουθούσαμε το βράσιμο του μούστου, το σφράγισμα του βαενιού με ρετσίνι και με γύψο, για να μην παίρνει αέρα. Τέλος περιμέναμε να δούμε, αν θα πιάσουν οι ευχές που λεγόντουσαν απ’ όλους, όλες τις ημέρες αυτές, για καλά κρασιά κλπ». [……………………………………]

Τελείωσε κι ο τρύγος, η πιο γλυκιά και χαρούμενη αγροτική  δουλειά. Θυμάμαι, σαν να είναι τώρα, τα νυχτέρια που κάνανε οι γυναίκες στη γειτονιά μας. Άναβαν τα  ρετσίνια που είχαν βγάλει από τα βαένια, όταν τα πλένανε. Οι μεγάλες  φλόγες τους φώτιζαν το χώρο και μαζί τα πρόσωπά τους. Έτσι πέρναγαν πολλές ώρες συζητώντας, κουτσομπολεύοντας και ταυτόχρονα γνέθανε και πλέκανε. Η μυρουδιά  του ρετσινιού και της κάπνας φανέρωναν το νυχτέρι τους σ’ όλο περίπου το χωριό και χαρακτήριζε την εποχή του τρύγου.

Στο δικό μας σπιτικό την περίοδο αυτή απολαμβάναμε πέρα από τα σταφύλια, μάλιστα μερικές «αλεπούδες» τις κρέμαγε η μάνα στο πάτερο για να τις φάμε αργότερα, και άλλες λιχουδιές. Από το μούστο έφτιαχνε μουσταλευριά και με καρύδια μέσα. Από τη νοστιμάδα της γλείφαμε τα δάχτυλά μας. Ακόμη εφτιαχνε μουστοκούλουρα και πετιμέζι. Αυτό το ρίχναμε το χειμώνα στο τσάι αντί για ζάχαρη, που ήταν κι αυτή είδος πολυτελείας. Κλείνοντας τον κύκλο αυτής της δουλειάς, του τρύγου, και αργότερα της σποράς, μπορούμε να πούμε ότι όλες  οι οικογένειες του χωριού με το σιτάρι και με τους άλλους καρπούς (κριθάρι, αραποσίτι κλπ.) στ’ αμπάρι, με τις φάγνες για τα ζα, με τα ξύλα στο κατώι και με το κρασί στο βαένι ή στο βουτσί ήταν πανέτοιμες ν΄αντιμετωπίσουν τις παγωνιές και τις άλλες δυσκολίες του επερχόμενου χειμώνα».                                                                                                  ΤΡΥΓΗΤΟΣ


ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ    Όσοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα και μάλιστα ως παιδιά βιώσαμε καταστάσεις απίστευτες στους νεότερους και τους αναγνώστες του βιβλίου αυτού, συγκρίνοντάς τες με τα σημερινά δεδομένα. Όταν τους τα διηγείσαι μάλιστα, σε  κοιτάζουν περίεργα και τα θεωρούν γεροντικά παραμύθια, του παππού και της γιαγιάς, μια φορά κι έναν καιρό… κλπ. Γι’ αυτό και λέω ότι εμείς, (η γενιά της Κατοχής) ήμασταν μια γενιά άλλης εποχής και σε πολλά «άτυχη» και «τυχερή» συνάμα.

Και τούτο, γιατί καταστάσεις και τραγικά γεγονότα όπως πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος πόλεμος, φτώχεια, πείνα, ξυπολυσιά, μπαλωμένα ρούχα, συγκατοίκηση με τα ζα, ψείρες, ρόγιασμα παιδιών, βασικές στερήσεις αγαθών (βιβλίων κ.ά.) ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, λοιμώδεις αρρώστιες  κλπ. δεν είναι λέξεις που λέγονται, κενές περιεχομένου , είναι βιώματα στο πετσί μας και από κούνια, που σημάδεψαν τη ζωή μας και ευχόμαστε να μην τα ζήσουν ποτέ άλλα παιδιά στην πατρίδα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο.  Δυστυχώς όμως, απ’ ό,τι μαθαίνομε και βλέπομε από τα σύγχρονα διεθνή μέσα ενημέρωσης, τα  ίδια και χειρότερα συμβαίνουν σήμερα σε πολλές υπανάπτυκτες  περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, με τάση μάλιστα να εξαπλώνονται ραγδαίως και στις υπόλοιπες χώρες της υφηλίου. Κύματα λαθρομεταναστών αναζητούν  νέες πατρίδες και χώρους για  ηρεμία , δουλειά και επιβίωση.

Αναφέροντας όμως παραπάνω και το χαρακτηρισμό «τυχερή γενιά», εννοώ ότι αφού περάσαμε και επιζήσαμε μέσα από τις συμπληγάδες τόσων κακών, μάθαμε από μικρή ηλικία ν’ αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, ν’ αντέχουμε στις κακουχίες, να πίνουμε νερό και να κοιτάζουμε προς το Θεό, να λέμε το ψωμί ψωμάκι, να είμαστε ολιγαρκείς και σε κάθε αναποδιά να λέμε και το μη χειρότερα. Κανένα σχολείο δε σ’ τα μαθαίνει  όλα αυτά.

Ένα από τα κακά που βιώσαμε στην περίοδο του Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, δηλαδή όλη τη δεκαετία 1040-1950, πέραν από τα κακουργήματα με θύματα αθώους και τις καταστροφές κτιρίων, γεφυριών, αεροδρομίων και λιμανιών,( διαφορετικά βιώματα ανάλογα με το μέρος που ζούσε ο κάθε Έλληνας),  ήταν μαζί με το φόβο και την ανασφάλεια η έλλειψη των πιο βασικών ειδών διατροφής, που έστειλε στον κάτω κόσμο χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως των πόλεων.   Όταν αναφερόμαστε στο βιβλίο αυτό στην πείνα, που περάσαμε στο χωριό μας, εννοούμε την έλλειψη, για μεγάλα διαστήματα, κυρίως του ψωμιού.

Φυσικά δε γίνεται καμία σύγκριση με την πείνα και τις άλλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα ελληνόπουλα και όχι μόνο στις πόλεις, αλλά εγώ θ’ αναφερθώ στη δική μας πείνα, όπως τη θυμάμαι στο σπίτι μας και στο χωριό μας γενικότερα.

Ας δούμε όμως τα γεγονότα της εποχής εκείνης με τη σειρά :

Με την έναρξη του πολέμου (Οκτώβρης 1940), όλοι οι νέοι άνδρες του χωριού μαζί και με τα άλλα παιδιά… «της Ελλάδας παιδιά»… επιστρατεύτηκαν, αφήνοντας πίσω τα ανήλικα δικά τους αδέρφια και  παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους γονείς και σε λίγες ημέρες βρέθηκαν στα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας, για να αντιμετωπίσουν τον πολυάριθμο και πανίσχυρο σε οπλισμό ιταλικό στρατό του Μουσολίνι, που με ιταμότητα και άνευ όρων  ζήτησε να υποδουλώσει την πατρίδα μας.

Εκεί ψηλά στα χιονισμένα βουνά είπαν, ως γνήσιοι απόγονοι των ηρώων του Λεωνίδα, των Σαλαμινομάχων, των Μαραθωνομάχων, και των αγωνιστών του 1821, το δικό τους ΟΧΙ στους επιδρομείς. Φώναξαν «αέρα!», ελευθέρωσαν πολλά χωριά και πόλεις της Βορείου Ηπείρου, μάλιστα ειπώθηκε ότι «οι ήρωες πολεμούσαν σαν Έλληνες», και ενώ ήταν έτοιμοι να ρίξουν τους Ιταλούς στη θάλασσα αναγκάστηκαν, λόγω της επίθεσης που δέχτηκε η Ελλάδα από τις γερμανικές ορδές του Χιτλερ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στα μετόπισθεν δηλαδή, να παραδώσουν τα όπλα τους και να επιστρέψουν με ψηλά το κεφάλι αποδεκατισμένοι στα χωριά τους, όσοι φυσικά επέζησαν.

Από τις διηγήσεις τους μάθαμε, ότι διέσχισαν με τα πόδια ολόκληρη την Ελλάδα άοπλοι, πεινασμένοι, με τραύματα, ηττημένοι μεν αλλά περήφανοι και δοξασμένοι, γιατί κάνανε το καθήκον τους στο ακέραιο και γιατί γράψανε με το αίμα και τον ηρωισμό τους το ένδοξο Έπος της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Στον πόλεμο αυτό, όπως έγραψα και σε άλλες σελίδες του βιβλίου αυτού, επιτάξανε από το χωριό μας , όπως και από όλα τα χωριά της πατρίδας μας, και όλα τα μουλάρια, (για την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητά τους στις Καρυώτικες οικογένειες επίσης έχω αναφερθεί), που βοήθησαν κι αυτά τους στρατιώτες μας στην πρώτη γραμμή του Μετώπου. Ήταν αυτά που εντυπωσίασαν πολλούς από τους ζωγράφους του πολέμου και τα απαθανάτισαν με το χρωστήρα τους φορτωμένα με πολεμοφόδια ή και τραυματίες να ανεβοκατεβαίνουν στις χιονισμένες και κακοτράχαλες αλβανικές οροσειρές.

Όπως είναι πια γνωστό σε όλους, από το τέλος της Άνοιξης του 1941 που τελείωσε ο πόλεμος στο Μέτωπο, η πατρίδα μας και η Καρυά  έζησε, κάτω από την μπότα του Φασισμού και του Ναζισμού, τέσσερα πολύ δύσκολά κατοχικά χρόνια. Επειδή όμως «ο τράχηλος του Έλληνα ζυγό δεν υποφέρει», συνήλθε γρήγορα από το απρόσμενο κακό  που τον βρήκε, αντιστάθηκε και συνέχισε τον πόλεμο κατά των κατακτητών. Με όποια προβλήματα, πισωγυρίσματα  και προδοσίες οργανώθηκαν μέρα με τη  μέρα οι Έλληνες σε αντιστασιακές ομάδες, αρχικά στις πόλεις, και στη συνέχεια ανέβηκαν και ως αντάρτες στα απόκρημνα ελληνικά βουνά, κι εκεί στήσανε τα λημέρια τους ως άλλοι αρματολοί και κλέφτες.

Από εκεί, σαν τους ήρωες του 1821, με ενέδρες, επιθέσεις και σαμποτάζ κάνανε δύσκολή τη ζωή και την παραμονή των επιδρομέων στην πατρίδα μας. Με τα κατορθώματά τους επηρέασαν τις εξελίξεις και σε άλλα μέτωπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Ναζιστών και Φασιστών, την περίοδο 1941-1944, δεν υστερεί σε τίποτα από άλλους απελευθερωτικούς αγώνες της Πατρίδας μας…

Τα όσα έγραψα παραπάνω, όπως ήταν και φυσικό, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό αρνητικά τη μέχρι τότε φτωχική μεν, αλλά φυσιολογική ζωή των νοικοκυριών του χωριού μας και γενικότερα όλων των Ελλήνων.

Τα χωράφια και τ’ αμπέλια δεν καλλιεργούνταν πια, όπως πρώτα. Το έργο των τσοπαναραίων κυρίως στα γύρω βουνά έγινε πιο δύσκολο. Το εργατικό δυναμικό και κατά κύριο λόγο οι άνδρες δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται ελεύθερα, όπως παλαιότερα, στη Βόχα και στη Βοϊστίτσα και σε άλλα εύφορα μέρη του αργολικού κάμπου για μεροκάματο. Τα μουλάρια τους, κινητήριος μοχλός της αγροτικής ζωής, χαθήκανε στο Μέτωπο και χωρίς αποζημίωση. Από τα λιγοστά τους εισοδήματα η Δεκάτη (φορολογική επιτροπή) έπαιρνε το δικό της χαράτσι. Οι διορισμένοι δεκατιστές γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και εισέπρατταν το δέκα τοις εκατό από όλες τις λιγοστές παραγωγές, για λογαριασμό των κατακτητών.  Οι ελλείψεις στην αγορά, στα μαγαζιά, όλων των αγαθών και κυρίως των τροφίμων πρώτης ανάγκης, δεν άργησαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Οι μαυραγορίτες, το κατακάθι αυτό της χειμαζόμενης κοινωνίας, με την ανοχή των κατακτητών και των ανθελλήνων πουλημένων συνεργατών τους, κάνανε χρυσές δουλειές σε βάρος των φτωχών και ανυπεράσπιστων ανθρώπων.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι κοινότητες, τα σχολεία τα δικαστήρια κλπ. υπολειτουργούσαν. Αυτές δε λειτουργούσαν καλά σε ομαλές συνθήκες, σκεφτείτε τότε. Ήταν καλά να μην πάθαινε κανείς τίποτα, γιατί αδίκως θα προσπαθούσε να βρει λύση στο πρόβλημά του ή και το δίκιο του.

Η φτώχεια μέρα με την ημέρα έκανε την εμφάνισή της και χτύπαγε την πόρτα όλων ανεξαιρέτως των σπιτιών. Σιγά – σιγά συγκατοικούσε, έπιανε θέση στο παραγώνι, χωρίς να μπορούσαν να την εμποδίσουν και να την καταπολεμήσουν.

Δεκάρα τσακιστή δεν είχαν οι γονείς μας, όχι για ψώνια, αλλά ούτε και για ν’ ανάψουν κερί στην εκκλησία, ευτυχώς που δεν τους παρεξηγούσε ο Αϊ – Γιάννης ο Πρόδρομος.

Το σιτάρι που κάνανε δεν έφτανε ούτε για το μισό χρόνο. Δεν τους έμενε ούτε λίγος σπόρος για τη νέα σπορά. Με χίλια ζόρια εξοικονομούσανε ένα πιάτο για να βράσουν κόλυβα για τις ψυχές τα Ψυχοσάββατα και στα μνημόσυνα. Για λάδι δε γίνεται λόγος, δεν παρήγαγε τότε η Καρυά και ήταν είδος πολυτελείας και δυσεύρετο.

Αν η πείνα αντιμετωπίζεται δύσκολα από τους μεγάλους, σκεφτείτε πόσο μεγάλο κι ανυπόφορο είναι για τα μικρά παιδιά. Γι’ αυτό μερικές οικογένειες και μάλιστα από τις πολύτεκνες, που ήταν και οι περισσότερες του χωριού, με πέντε παιδιά κατά μέσο όρο, για να ταϊσουν  και για να χορτάσουν τα πεινασμένα στόματα, ρόγιαζαν ένα δύο παιδιά, αγόρια και κορίτσια, δέκα δώδεκα χρονών, ως κοπέλια και υπηρέτες, σε εύπορα σπίτια τους Άργους και του κάμπου. Εκεί με τις μικροδουλειές που κάνανε, εξασφάλιζαν το ψωμάκι τους, ένα πιάτο ζεστό φαγητό,  ένα ζευγάρι παπούτσια  και κανά μεταχειρισμένο ρουχαλάκι. Πολλές  φορές μάλιστα βοηθούσαν να τα φέρει πέρα με τρόφιμα και η υπόλοιπη οικογένεια. Σχολείο δεν πήγαιναν και γι’ αυτό πολλά από αυτά τα παιδιά δεν έβγαλαν ούτε το Δημοτικό.

Από τα μέσα του Χειμώνα, που ήτανε και πολύ βαρύς, οι νερόμυλοι του χωριού μας δεν άλεθαν σιτάρι. Μόνο από λίγο,  αργά και που, κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι.

Οι γυναίκες ζυμώνανε κριθαρένιο μαύρο ψωμί, και φυσικά από ανέχεια και όχι για δίαιτα, και μπομπότα από αραποσίτι, που σκόρπαγε στο φούρνο και δεν έβγαινε κανονικό καρβέλι. Μερικές οικογένειες, από άγνοια και από πείνα, τρώγανε και καρπό λαθούρια, με αποτέλεσμα,  τα παιδιά κυρίως, να πάθουν λαθουρισμό, δηλαδή μια αρρώστια με νευρολογικές και κινητικές διαταραχές. Όσοι δεν πέθαναν , έμειναν ανάπηροι σε όλη τους τη ζωή.

Άλλες οικογένειες αντί για ψωμί τρώγανε τα κατοχικά εκείνα χρόνια βελάνια, όπως και τα γουρούνια. Τα μαζεύανε από κάτι επιλεγμένες ήμερες βελανιδιές (πουρνάρια), στο διπλανό μας χωριό Μάζι, και τα έψηναν στη θράκα (όπως τα κάστανα) ή τα άλεθαν και τα έκαναν ένα είδος ψωμιού. Ήταν πολύ πικρά και τα γλύκαιναν με λίγες μαύρες σταφίδες από τη Βόχα, αν είχαν. Στο δικό μας σπιτικό, που δεν ήταν εξαίρεση του κανόνα, δοκιμάσαμε πολλές φορές τα βελανίδια και την μπομπότα, για να κάνομε οικονομία στο κανονικό ψωμί.

Για να πούμε όμως και του στραβού το δίκιο, στο χωριό μας , εκτός από λίγες εξαιρέσεις, ο κόσμος δεν πείνασε , με την κυριολεξία του ρήματος αυτού. Για το λόγο αυτό, πολλοί συχωριανοί μας γύρισαν από τις πόλεις πίσω στο χωριό, για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πείνας. Όλο και κάτι έβρισκαν για φαγητό. Λίγο γάλα από τις γίδες για τα παιδιά, κανένα φρέσκο αβγό, σαλιγκάρια, χυλοπίτες, τραχανά και άλλα.

Κρέας, εδώ κι εκεί, ούτε την κρεατινή Κυριακή. Τρώγανε μόνο απ’ ό,τι ζωντανό είχανε στο σπιτικό τους, και κυρίως την κότα που δε γένναγε αβγό. Θυμάμαι ότι εμείς τα παιδιά, όταν φεύγαμε τα βράδια από τα χωράφια, όπου φυλάγαμε τις γίδες, στήναμε παράνομα στα μονοπάτια θηλιές από σύρμα και το πρωί που ξαναπηγαίναμε βρίσκαμε πού και πού ότι είχαμε πιάσει και κανά λαγό και το χαιρόμασταν για την προσφορά μας στο φτωχικό μας τραπέζι. Από τότε έχω να φάω ή καλύτερα να ευχαριστηθώ λαγό στιφάδο.

Οι γυναίκες τότε, όπως και πάντοτε, έχοντας την φροντίδα και την ευθύνη για το στρώσιμο του τραπεζιού στο σπιτικό τους, γυρίζανε στα χωράφια και μαζεύανε λάχανα και τα μαγείρευαν, που δεν ήταν μόνο πικρά, αλλά και πώς να τα έτρωγες, τις πιο πολλές φορές, χωρίς λάδι και χωρίς ψωμί. Επίσης από τον κήπο, ανάλογα με την εποχή, όλο και βρίσκανε κανά κολοκύθι, αραποσίτια και κυρίως βλίτα.

Από εποχιακά φρούτα δεν είχαμε παράπονο. Αν ξέπεφτε  στο σπίτι και κανά πορτοκάλι, το μοιραζόμασταν φέτα φέτα όλη η οικογένεια. Γκόρτσα και μούρες τρώγαμε τόσα που στο τέλος μας έκοβαν. Δεν είχε άδικο η μάνα, που έλεγε: « Φάτε μούρες , πιείτε και νερό και βγείτε  στο προσηλιακό, να δείτε θέρμες και κακό». Το καλοκαίρι πάντως όλο και απολαμβάναμε στις γειτονιές, κρυφά από τους  νοικοκυραίους, και πριν καλά καλά γίνουνε, σύκα, καρύδια , σταφύλια, αχλάδια κλπ.

Η ζάχαρη κι εκείνη στη μαύρη αγορά κι αν βρισκότανε. Γι’ αληθινό καφέ δε γίνεται λόγος. Οι γυναίκες, πάλι οι γυναίκες, καβουρδίζανε κριθάρι  και ρεβίθια και ξεγελιόντουσαν ότι πίνανε καφέ.

Από τη φτώχεια και την ασιτία χτύπησε πολύ κόσμο, ιδίως τους εξασθενημένους οργανισμούς των ηλικιωμένων, η φυματίωση (χτικιό τη λέγανε). Από τις χειρότερες και αθεράπευτες αρρώστιες της εποχής. Πέθαιναν οι δυστυχείς αβοήθητοι και απομονωμένοι, με το φόβο μήπως κολλήσουν κι άλλοι άνθρωποι και κατά πρώτο λόγο οι συγγενείς τους. Επίσης η ελονοσία, η γρίπη, η πνευμονία, το καλααζάρ κλπ. κάνανε θραύση και λεφτά δεν υπήρχαν, για να αγοράσει κανείς κινίνο και άλλα φάρμακα. Για νοσοκομείο καλύτερα να μη μιλάμε. Ήτανε άγνωστο στο χωριό. Ένας μόνο παθολόγος γιατρός κι αυτός έπρεπε να ’ρθει από το διπλανό χωριό Μπέλεσι, που ήταν η έδρα του, αν δεν είχε πάει κι αυτός με το μουλάρι σε άλλο από τα πέντε-έξι γειτονικά χωριά της περιοχής μας. Ο θάνατος παραμόνευε παντού. Ευτυχώς που οι γυναίκες αντί μαιευτήρα γιατρό είχανε την πρακτική Μαμή, την αγαπητή σε όλες Θεια- Μήτραινα, που από τις πολλές γέννες είχε πάρει πτυχίο στην πράξη και με άριστα.

Τα χρόνια της Κατοχής δεν αντιμετωπίσαμε μόνο τη φτώχεια, τις αρρώστιες και την όποια πείνα περιέγραψα παραπάνω. Ήταν ακόμα και τα χρόνια που όλους «μας έσκιαζε η φοβέρα και μας πλάκωνε η σκλαβιά». Είχαμε μεγάλο φόβο ακόμα και στα σπίτια μας και τα κλειδαμπαρώναμε. Αλαφιαζόμασταν κι από τον παραμικρό θόρυβο. Τα βράδια δεν κυκλοφορούσε ο κόσμος στους δρόμους. Δεν ξέραμε αν κάποιος περνούσε στο δρόμο ή κτυπούσε την πόρτα μας, αν ήταν Γερμανός, Ιταλός, Ταγματασφαλίτης ή Αντάρτης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ήρθαν οι ανεπιθύμητοι αυτοί επισκέπτες με τα τουφέκια στα χέρια και στο δικό μας σπίτι, άλλοτε για έρευνα, μήπως κρυβότανε κανείς,  για κάποια πληροφορία και άλλοτε  για εφοδιασμό τροφίμων. Πάντως θυμάμαι, οσάκις ερχόντουσαν, σκορπούσαν τον τρόμο, εμείς τα παιδιά σκεπαζόμασταν τρομαγμένα στα στρωσίδια και ποτέ δεν έφευγαν με άδεια τα χέρια.  Πρώτη  προτίμηση ήταν οι κότες, τα κατσικάκια, ένα μπουκάλι λάδι και ό,τι άλλο φαγώσιμο είχαμε. Φυσικά μέναμε κι ευχαριστημένοι, γιατί μπορούσαν να μας κάνουν και κάτι χειρότερο. Για το λόγο αυτό οι πιο πολλές οικογένειες ξενυχτούσαν , καιρού επιτρέποντος, μακριά από τα σπίτια τους στα χωράφια μαζί με τα ζωντανά τους και μετράγανε τ’ αστέρια.

Εμείς, τα παιδιά, βλέποντας, ακούγοντας και βιώνοντας τα δεινά της Κατοχής, δεν είχαμε πια καμία όρεξη για αστεία, για γέλια και για παιγνίδια. Λέγαμε μεταξύ μας ότι, κακό ωσάν τον  πόλεμο στον κόσμο δεν είναι άλλο και ήμασταν γεμάτα θυμό και μίσος προς τους κατακτητές, που σκορπούσαν το φόβο, τον τρόμο, τις καταστροφές και το θάνατο στους άμαχους  και σκλαβωμένους Έλληνες και προσευχόμασταν και  ονειρευόμασταν τη στιγμή που θα ζούσαμε ελεύθερα και πάλι.

Μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν μέχρι σήμερα, τα πέτρινα εκείνα χρόνια, η μαύρη Κατοχή, όπως εύστοχα αποκλήθηκε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχαστεί από κανέναν Έλληνα. Από μένα σίγουρα όχι. Ιερό χρέος έχομε όλοι να κρατούμε ζωντανές τις Κατοχικές μνήμες.

Το Δημοτικό Σχολείο της Καρυάς

Το Δημοτικό Σχολείο της Καρυάς

ΤΟ ΜΠΡΑΚΑΤΣΑΚΙ  (ΑΗ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ)

Στον Αϊ – Δημήτρη αν θα πας, ψηλά στο Μπρακατσάκι,

νερό να πιείς, ψωμί να φας, ν’ ανάψεις και κεράκι.

Εκεί, προγόνοι της Καρυάς, παλιοί τσοπαναραίοι,

θύματα χρόνου και φθοράς που τ’ αγνοούν οι νέοι.

Το είχαν κείνο το χωριό οι κλέφτες για λημέρι

κι αφήσαν Άγιο για φρουρό, σαν φύγαν γι’ άλλα μέρη.

Στο ρημοκλήσι θα τον βρεις τον Άγιο με το άτι,

προσμένοντας ολημερίς στα μέρη του διαβάτη.

Τα βράδια όταν αρχινά ο χουρχουλιός το κλάμα,

μες στα χαλάσματα γυρνά με τις ψυχές αντάμα.

Κι αφού θα κάνει καλπασμό να τον ακούσουν κι άλλοι,

γυρίζει πριν το πρωινό στο εικόνισμα και πάλι.

Ζουλίτσας πρόσφορο ζητά να ψάλουν στη γιορτή του

κι ένα χορό τραγουδιστά να πιάσουν στην αυλή του.

Στο φτωχικό του σαν θα μπεις και προσευχή αρχίσεις,

θα βρεις λιμάνι της ψυχής για ν’ αγκυροβολήσεις.

Στον Αϊ – Δημήτρη  αν θα πας, ψηλά στο Μπρακατσάκι,

νερό να πιεις, ψωμί να φας, ν’ ανάψεις και κεράκι.

ΒΡΥΣΗ ΜΠΡΑΚΑΤΣΑΚΙ

Αρτεμίσιο όρος – Η πηγή  Μπρακατσάκι

ΑΡΤΕΜΙΣΙΑ  ΠΑΝΑΓΙΑ

Εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο μου ΛΟΓΙΑ  ΚΑΡΥΑΣ, για να θυμίσω στους παλαιότερους και να μάθουν οι νεότεροι, πως γιορτάζανε την εορτή αυτή οι συγχωριανοί μου, πριν από μερικές δεκαετίες. Έτσι θα μπορούν να κάνουν και τις συγκρίσεις τους. Στη σελίδα 146 του βιβλίου, βλέποντας και πολλές φωτογραφίες, θα διαβάσουν τα εξής :

Η  Π Α Ν Α Γ Ι Α

«Η αρχαιότητα, που με τόση απλοχεριά χάρισε, σ’ όλη τη Ελλάδα και ειδικότερα στην Αργολίδα, ιστορικά μνημεία, ναούς, θέατρα, αγάλματα κλπ., δεν μπορούσε να μην αφήσει τα ίχνη της, και στο Αρτεμίσιο, το πανέμορφο βουνό της θεάς του κυνηγιού Άρτεμης, και έναν από τους βοσκότοπους του τραγοπόδαρου θεού Πάνα.

Στην ανατολική πλαγιά του Αρτεμισίου, εκεί που αρχίζουν να υψώνονται τα έλατα, σε υψόμετρο 1.000 μέτρων, σώζονται μέχρι και σήμερα υπολείμματα αρχαίου ναού της θεάς Άρτεμης. Διατηρούνται κανά δυο κολόνες μαρμάρινες, δύο μέτρων ύψους, με σπασμένα τα κιονόκρανα. Μερικές άλλες αφού δεν έτυχαν και της αρμόζουσας φροντίδας και με τη βοήθεια του φθοροποιού χρόνου καταστράφηκαν.

Εκείνο που προκαλεί την απορία και το ενδιαφέρον των επισκεπτών, όταν τις βλέπουν, είναι το από πού και το πώς μεταφέρθηκαν σ’ αυτό το μέρος. Ούτε ο δρόμος επέτρεπε τότε τέτοιες μεταφορές ούτε στις γύρω πλαγιές οι βράχοι είναι της ίδιας ποιότητας. Στα ερωτήματα αυτά ίσως να δοθεί απάντηση, μόνο αν κάποτε γίνουν ανασκαφές και βρεθούν και άλλα παρόμοια ευρήματα. Στα ερείπια του αρχαίου ναού χτίστηκε αργότερα ένας χριστιανικός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, βυζαντινού ρυθμού. Ήταν τρισυπόστατος και έμοιαζε με τους ιερούς ναούς του Μυστρά, της Παντάνασσας και του Αγίου Δημητρίου. Λόγω της ομοιότητας αυτής θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι χτίστηκαν την ίδια εποχή. Θα πρέπει όμως να σημειώσω ότι για το γεγονός αυτό δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες πληροφορίες, γι’ αυτό και αρκούμαστε στην από στόμα σε στόμα φημολογία.

Σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε πληροφορίες, στο χώρο αυτό υπήρξε και ομώνυμο μοναστήρι με πολλούς μοναχούς, το οποίο δεν μακροημέρευσε. Διαλύθηκε για άγνωστους λόγους και ερειπώθηκαν οι κτιριακές εγκαταστάσεις. Με τη θέληση όμως της Παναγίας και με τη συνδρομή όλων των πιστών ξαναχτίστηκε σε νέες βάσεις το σημερινό πανέμορφο ξωκλήσι και το μόνο που συνδέει και θυμίζει τις παλιές δόξες του είναι ο κίονες που προανέφερα. Για πολλά μάλιστα χρόνια και όχι πολύ μακρινά, λειτούργησε και ως  Μονή με έναν ή δυο καλόγερους.

Δίπλα στο ξωκλήσι της Παναγίας και στην κορυφή του μικρού υψώματος υπάρχουν τα ερείπια ενός μικρού ενετικού κάστρου. Το χρησιμοποίησε μάλιστα για λημέρι του και ο αρχικλέφτης της Καρυάς και πρωτοπαλίκαρο του Γέρου του Μοριά Κολοκοτρώνη, καπετάν- Γιαννάκος Δαγρές. Κανείς όμως τοπικός άρχοντας και καμία άλλη αρχαιολογική υπηρεσία δε βρέθηκε να ενδιαφερθεί και να το αναστυλώσει. Δεν ξέρω αν σε λίγα χρόνια θα υπάρχουν, έστω και για δείγμα, οι γκρεμισμένοι τοίχοι του. [………………..]

Στις 15 Αυγούστου κάθε χρόνο, που γιορτάζεται από την εκκλησία μας η Κοίμηση ης Θεοτόκου, στο ξωκλήσι αυτό γινότανε και συνεχίζει να γίνεται με λαμπρότητα  το δεύτερο μεγάλο πανηγύρι του χωριού μας. Την παραμονή το βράδυ, στον εσπερινό, πολλοί συγχωριανοί και κυρίως οι Καλυβίσιοι,  (καλυβίσιους  λέγαμε τους Καρυώτες που στην αρχή μεν μένανε μόνο το χειμώνα και αργότερα έκτισαν σπίτια για μόνιμη εγκατάσταση στη διαδρομή από το Χωριό μέχρι το Άργος), που ερχόντουσαν από μακριά, άλλοι με τα πόδια, λόγω τάματος, κι άλλοι με τα μουλάρια, έπαιρναν τον τριών περίπου χιλιομέτρων ανηφορικό δρόμο, (πριν μπούνε στο χωριό) από τούς Άμμους-Παλιοχώρι-Μπαχώμι και φτάνανε, πριν πέσει ο ήλιος, στην λαμπροστολισμένη Παναγία. Με υποδειγματική κατάνυξη και ευλάβεια παρακολουθούσαν τον εορταστικό εσπερινό, τις παρακλήσεις και τις ψαλμωδίες που κάνανε ο παπα-Χρίστος Λάμπας κι ο παπα-Γιώργης Καραμούντζος, μαζί με τους ψαλτάδες, προς τη Μεγαλόχαρη Μητέρα του Χριστού.         Με το βλέμμα στραμμένο στην μεγάλη και ασημένια εικόνα της Παναγίας με τα πολλά αφιερώματα, με τις ενδόμυχες ευχές, με τις γονυκλισίες και τα σταυροκοπήματα ένιωθαν αγαλλίαση και μία ψυχική ανάταση, που λόγω και του μεγάλου υψομέτρου φτάνανε πιο κοντά στα ουράνια. Οι πιο πολλοί προσκυνητές διανυκτέρευαν στον ευρύτερο χώρο του προαυλίου.

Είχαν πάρει μαζί τους και κουβέρτες, που λόγω του καλοκαιριού και της φεγγαρόλουστης Αυγουστιάτικης βραδιάς δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Δεν ήταν όμως λίγοι κι εκείνοι, κυρίως γυναικόπαιδα, που στρώνανε κουβέρτες στο πλακόστρωτο δάπεδο μέσα στο ξωκλήσι, τα παιδιά κοιμόντουσαν  και οι γονείς κάνανε ολονυχτία , πραγματοποιώντας έτσι κάποιο τάμα προς την Παναγία. Πολλοί που είχαν προβλήματα υγείας και όχι μόνο έλεγαν ότι εισακούστηκαν οι παρακλήσεις τους και γι’ αυτό πιστεύανε ότι η συγκεκριμένη εικόνα της Παναγίας ήτανε και είναι θαυματουργή. Του λόγου το αληθές το φανέρωναν και τα πολλά αφιερώματα που γινόντουσαν στη Χάρη της.

Ανήμερα της Παναγίας το ανέβασμα στο ξωκλήσι έπαιρνε παγκαρυώτικο χαρακτήρα. Πρωί πρωί, για να χαρούνε και την ανατολή του ηλίου, παιδιά, μεσόκοποι και ηλικιωμένοι, συντροφιές συντροφιές και κατά μόνας, γιορτινοντυμένοι πανηγυριώτες ανηφόριζαν άλλοι από το Ρογκότσι και άλλοι από το Μπαχώμι και φτάνανε στον προορισμό τους. Άδειαζε, θα λέγαμε, το Χωριό.

Η απόσταση ήταν μία ώρα περίπου, γι’ αυτό και οι πιο αδύναμοι, μικροί μεγάλοι, πηγαίνανε καβάλα στα μουλάρια. Η ημέρα ακόμη και γι’ αυτά ήταν διαφορετική από τις άλλες. Τα σαμάρια τους τα είχαν στολίσει με τσιούλια, δηλαδή με κεντητά κουβερτόνια, οι αναβάτες φορούσαν τα καλά τους και σιγοτραγουδούσαν και στα κρεμασμένα ταγάρια μετέφεραν φαγητά, που οι μυρουδιές τους σπάζανε μύτες.

Σε λίγο το μεγάλο και δενδροφυτευμένο προαύλιο ήταν γεμάτο στην κυριολεξία από χαμογελαστό κόσμο. Όλοι μπαίνανε με σειρά μέσα στο μικρό ξωκλήσι, κάνανε το σταρό τους, άναβαν τα κεράκια τους (τα οποία δεν τα άφηνε να καούν ο επίτροπος, για να χωρέσει το μανάλι ν’ ανάψουν κερί κι άλλοι προσκυνητές), ασπάζονταν τη θαυματουργή εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου και στη συνέχεια έβγαιναν έξω, για να προσκυνήσουν και οι υπόλοιποι. που ήταν στη σειρά και περίμεναν υπομονετικά. [……..]

Μετά την απόλυση οι χαιρετούρες, οι ευχέςς και τα χαμόγελα δίνανε και παίρνανε. Πολλοί πανηγυριώτες είχανε και την ονομαστική τους γιορτή και για το λόγο  αυτό δεχόντουσαν τις ευχές όλων των άλλων. Υπόψη ότι όλοι γνωριζόντουσαν μεταξύ τους (συγγενείς, φίλοι, γείτονες) και δεν θα υπήρχε σπιτικό, που να μην είχε εορτάζοντα, όπως Μαρία, Δέσποινα, Παναγιώτα, Παναγούλα, Παναγιώτη, Παναή και Τάκη.  [………..]

Την ίδια ώρα οι γυναίκες, παρούσες κι εδώ στο καθήκον τους. ‘Απλωναν κάτω στο χορτάρι και στον ίσκιο των δέντρων μία καθαρή λιοπάνα ή ένα τραπεζομάντιλο, για να κάτσουν, να φάνε και να πιούνε όλες οι οικογένειες, μία δίπλα στην άλλη. Το φαγητό, κρέας απαραίτητα, άλλες το φέρνανε  έτοιμο από το σπίτι κι άλλες ανάβανε φωτιά με ξύλα κάπου εκεί κοντά, πάνω σε δύο μεγάλα λιθάρια στήριζαν την τέσα, και ή το ζέσταιναν λίγο ή αφού το είχαν μισοβρασμένο ρίχνανε μέσα και την πάστα, μακαρόνια, χυλοπίτες και άλλα.

Σε λίγο, στη μεγάλη αυτή τραπεζαρία του προαυλίου, εικόνα για χίλια μάτια και για χίλια αφτιά, ακουγιόντουσαν οι ευχές για χρόνια πολλά, τα τσουγκρίσματα των ποτηριών, τα κρασοκεράσματα κι όλοι απολάμβαναν το φαγητό και το χαιρόντουσαν διπλά, ύστερα από τη δεκαπενθήμερη νηστεία, που την κράταγαν οι περισσότεροι, αν όχι όλοι. [………………..]

Όταν το φαγητό πήγαινε προς το τέλος, άρχιζαν τα όργανα. Ο αγαπημένος κλαριτζής του χωριού Τσιμπουκλάρας (Βασίλης Παπασωτηρίου) με την κομπανία του, στη μέση του προαυλίου, άρχιζαν να παίζουν  τα ταξίμια και τους πρώτους χορευτικούς σκοπούς. Η προετοιμαία τότε δεν είχε δοκιμές σε μικρόφωνα και σε μεγάφωνα.  Έτσι ήταν όλα έτοιμα για ν’ αρχίσει το καθιερωμένο γλέντι. Ο Πρόεδρος, οι παπάδες, οι ψάλτες και  οι επίτροποι, σύμφωνα με το έθιμο, και για το καλό της γιορτινής ημέρας, άνοιγαν το χορό. Στη συνέχεια οι χορευταράδες, οι εορτάζονες και οι μελόνυμφοι μπαίνανε στο χορό, δίνανε τις παραγγελιές τους, με το ανάλογο φιλοδώρημα προς τους οργανοπαίχτες. Πολλές φορές, όταν το κέφι έπαιρνε φωτιά, το χαρτονόμισμα το κόλλαγαν στο κούτελο το κλαριτζή. Εκεί να έβλεπες τον Τσιμπουκλάρα, να σηκώνεται όρθιος, να πηγαίνει κοντά στο χορευτή, να κόβει το κλαρίνο στη μέση και να δίνει στο γλέντι άλλες διαστάσεις και άλλη ομορφιά, εν μέσω χειροκροτημάτων, ζητοκραυγών και κλέφτικων σφυριγμάτων.

Οι εορτάζοντες είχαν και τις δικές τους υποχρεώσεις. Πηγαίνανε με τους φίλους τους μπροστά στον πρόχειρο πάγκο του μοναδικού  μικρομάγαζου, του μπαρμπα-Φίλιππα του Δελή, και τους κέρναγαν από ένα λουκούμι μεγάλο (τριαντάφυλλο) ή μία μαστίχα και λέγοντας τις ευχές για υγεία και χρόνια πολλά φτάνανε στην κοντινή βρυσούλα, για να πιουν, σκύβοντας μέσα από τη φούχτα τους, το γάργαρο και κρύο νερό της αστείρευτης πηγής της Παναγίας. Το εορταστικό της ημέρας και το μοναδικό σε ομορφιά περιβάλλον, έδινε σε όλους την ευκαιρία, ανάλογα με την ηλικία και τα ενδιαφέροντά τους, να ικανοποιούνται με διαφορετικές επιλογές.  Άλλοι ανέβαιναν πάνω στο Κάστρο, αυτοί ήταν ρομαντικοί που απαλαμβάνανε την υπέροχη θέα. Άλλοι ήταν φυσιολάτρες και κάνανε περίπατο μέσα στα έλατα, κρατώντας φυσικά και από μία μαγκούρα ή γκλίτσα για στήριγμα.  [………………]

Σιγά σιγά το γλέντι στο χώρο του προαυλίου τελείωνε και το απομεσήμερο, όταν άρχιζε να δροσίζει, όλοι οι πανηγυριώτες με χαρές και με τραγούδια κατηφόριζαν από τους ίδιους δρόμους για το χωριό ή τα καλύβια τους. Καθώς αποχαιρετιόντουσαν, έκαναν ευχή και έδιναν υπόσχεση να ξαναγιορτάσουν με το καλό και του χρόνου στο πανέμορφο δικό τους ξωκλήσι της Παναγίας».

Υ.Γ.: Αυτά που διαβάσατε παραπάνω είναι μία περιγραφή από τις αναμνήσεις μου, δηλαδή το πως γινότανε το πανηγύρι της Παναγίας τη δεκαετία του εξήντα και παλιότερα. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το πανηγύρι γίνεται μεν αλλά χωρίς πολύ κόσμο, γιατί το χωριό άδειασε από ανθρώπους, που  ξενιτεύτηκαν στην Αυστραλία ή και στα πλησίον αστικά κέντρα. Πάντως η πρόσβαση στην Παναγία είναι πιο εύκολη, έγινε δρόμος και πηγαίνει κανείς εκεί με αυτοκίνητο. Αξίζει τον κόπο για όποιον δεν έχει πάει, να κάνει μία εκδρομή μέχρι εκεί, όχι μόνο την ημέρα του πανηγυριού, αλλά και οποιαδήποτε μέρα του χρόνου και θα του μείνει αξέχαστη.

Η Παναγία της Καρυάς στο Αρτεμίσιο όρος

Η Παναγία της Καρυάς στο Αρτεμίσιο όρος


      ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΚΑΡΥΑ*

Για το χωριό μου σαν ρωτάς, στη συντροφιά μου μείνε,

να μάθεις, αν το αγαπάς, πώς ήταν και πώς είναι.

Έχω βιώματα πολλά απ’ τα παλιά τα χρόνια,

παιδί του κάτω μαχαλά  κι από τα πίσω αλώνια.

Εφτά νερόμυλοι, που λες, δουλεύαν νύχτα μέρα,

τ’ αλέσματα πολλές φορές, για να τα βγάλουν πέρα.

Στις βρύσες πήγαιναν τα ζα, για να τα ξεδιψάνε,

κι αυτά  «εκ φύσεως» πεζά κοπρίζαν, όπου να ’ναι.

Γυναίκες πλέναν τα σκουτιά με κόπανο στο ρέμα,

που τρέχαν γάργαρα νερά κι αυτό δεν είναι ψέμα.

Το καλοκαίρι πιάνανε δουλειά οι νεροκράτες,

στη Δέση κόβαν το νερό, που κύλαγε στις στράτες.

Στο ίδιο σπίτι μένανε τα ζα και οι ανθρώποι,

το κρύο λογαριάζανε και τη βρομιά κατόπι.

Στα παλιότερα τα χρόνια βρίσκαν στέγη στο σχολειό,

μαθητές και χελιδόνια. Το φτερούγισμα διπλό.

Η καμπάνα του Αϊ – Γιάννη προσκαλούσε τα παιδιά

στο σχολειό, πριν ανατείλει, φως να δώσει κι ανθρωπιά.

Ήταν τα παιδιά διακόσια κι οι δασκάλοι αυστηροί,

που τα δέρναν, αν δεν είχαν το κεφάλι τους γουλί.

Τρεις παπάδες μάνι – μάνι δεν προφταίναν τη δουλειά

θάνατοι, βαφτίσια, γάμοι κι αγιασμοί για τη σοδειά.

Σέμπροι κάναν για καμάτι, σκάβανε κι από κοντά

κι αν δε θέριζαν δεμάτι λιβαδιάζανε τα ζα.

Είχαν όλοι τους αμπέλι, του χωριού λαμπρή στολή,

κι έτσι για το κοκκινέλι χύναν ίδρωτα πολλοί.

Κλάδος, σκάψιμο και τρύγος, τι να πρωτοθυμηθείς;

Ο δραγάτης ήταν λίγος και χρειάζονταν δυο τρεις.

Τι θυμήθηκα να γράψω; Πόσα ξέχασα να πω;

μα φοβάμαι μήπως κλάψω και για τούτο σταματώ.

Για τις αλλαγές που βλέπεις «φταίει κι ο πολιτισμός»

κι όπως λένε πάλι πίσω δε γυρίζει ο ποταμός.

Μάθε τα αυτά που σου ’πα, για να πας κι εσύ εμπρός,

τα παλιά δε θέλουν σκούπα και χαθεί ο θησαυρός.

(*) Καρυά, και όχι Κολοκοτρωνίτσι.


ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΑ     

Χειμώνιασε και ο βοριάς / τα δέντρα ξεριζώνει

και οι καιρογνώστες της Καρυάς / προσμένουν και το χιόνι.

Το χιόνι και την παγωνιά, / τους παγοσταλαχτίτες,

κουτσούρες ξύλα στη γωνιά / και τις μεγάλες νύχτες.

Βοριάς φυσάει στο χωριό, / στα σπιτικά τρυπώνει

και φέρνει κρύο τσουχτερό /  σ’ αυτούς που μένουν μόνοι.

Μετράς τα τζάκια και θα βρεις / πως λιγοστά καπνίζουν

κι αυτούς που ζούνε, αν τους δεις, / με τα ραβδιά βαδίζουν.

Μετρούν παιδιά στην ξενιτιά  / και πιο πολλά εγγόνια

και τα δικά τους γερατειά / βαραίνουν με τα χρόνια.

Βοριάς φυσάει στο χωριό / κι ανησυχούν οι γέροι,

μη φτάσει στο καμπαναριό / κι άλλο μαντάτο φέρει. 

Η πλατεία της Καρυάς ντυμένη στα λευκά

very-thin-line

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΥΑ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ

Η Καρυά (Τοπική Κοινότητα Καρυάς – Δημοτική Ενότητα ΛΥΡΚΕΙΑΣ), ανήκει στον δήμο ΆΡΓΟΥΣ – ΜΥΚΗΝΩΝ της Περιφερειακής Ενότητας ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ που βρίσκεται στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα “Καλλικράτης”.

Η επίσημη ονομασία είναι “η Καρυά”. Έδρα του δήμου είναι το Άργος και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοποννήσου.

Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο “Καποδίστριας”, μέχρι το 2010, η Καρυά ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Καρυάς, του πρώην Δήμου ΛΥΡΚΕΙΑΣ του Νομού ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ.

Κατά την απογραφή του 2011 η Καρυά είχε πληθυσμό 165 κατοίκων.

Η Καρυά έχει υψόμετρο 682 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 37,6368301777 και γεωγραφικό μήκος 22,5443229921.

Χάρτης ευρύτερης περιοχής Καρυάς

Χάρτης ευρύτερης περιοχής Καρυάς

very-thin-line

Π4

Advertisements