ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

power-of-words-by-antonio-litterio-creative-commons-attribution-share-alike-3-0

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ Κ. ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΥ

ironic-twist1

ΚΑΡΥΑ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ, ΒΟΧΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ, ΒΟΪΣΤΙΤΣΑ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ *

 Τιμητικό αφιέρωμα στους Καρυώτες  εργάτες μιας άλλης εποχής

    Στα προπολεμικά χρόνια και συγκεκριμένα στα 50 πρώτα χρόνια, του περασμένου αιώνα, η Καρυά, το όμορφο αυτό, αλλά άγονο και ορεινό (650 μ. υψόμετρο) χωριό της Αργολίδας, που έχει φωλιάσει καρτερικά στους ανατολικούς πρόποδες του αγέρωχου Αρτεμισίου,  είχε πάνω από (δεν υπάρχουν ακριβείς στατιστικές μετρήσεις) 350 περίπου οικογένειες και κατοίκους που πλησίαζαν τις 2000. Οι άνθρωποί της ασχολούνταν κυρίως με γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες, χωρίς όμως να επαρκούν  αυτές να ικανοποιήσουν τις ανάγκες διαβίωσης όλων των οικογενειών. Και τούτο γιατί ο μικρός κλήρος διαμοιρασμένος κι αυτός στους πολλούς κληρονόμους, τα χωραφάκια τους, (κάτι στενόμακρες πεζούλες στις πλεύρες του βουνού), ένα μικρό αμπελάκι, λίγα γιδοπρόβατα σπιτικά και μερικά άλλα οικιακά ζωντανά (μουλάρι, γουρούνι, κότες) ήταν όλη κι όλη η περιουσία των περισσοτέρων, που με την καθημερινή φροντίδα όλων την μελών της οικογένειας, μικρών και μεγάλων, έπρεπε να τα φέρουν βόλτα. Για το λόγο αυτό οι νέοι άνδρες αναγκάζονταν να πηγαίνουν σε άλλες γειτονικές ή απομακρυσμένες, αλλά εύφορες περιοχές, όπου και κάνανε τις πιο σκληρές χειρωνακτικές δουλειές, (δεν υπήρχαν μηχανήματα τότε), π.χ. σκάψιμο και φύτεμα αμπελιού, ξελάκκωμα, σκάλισμα, τρύγο, θέρο, ανάλογα με τον τόπο και την εποχή, για να συμπληρώσουν με τα μεροκάματα τον οικογενειακό κορβανά.

   (Την ίδια χρονική περίοδο στα άλλα χωριά των γύρω Νομών πολλοί άνδρες για να βγάλουν το μεροκάματο είχαν επιλέξει άλλες δουλειές. Άλλοι είχαν γίνει χτίστες, ξακουστοί ήταν οι Λαγκαδιανοί. Γύριζαν από χωριό σε χωριό και έχτιζαν σπίτια, εκκλησίες, μανδρότοιχους κλπ. Από το Μουλάτσι της Αρκαδίας ήταν οι παπουτσήδες. Λείπανε για πολλούς μήνες από το σπιτικό τους. Είχαν επιλέξει χωριά σε όλη την Πελοπόννησο και τους περίμεναν να μπαλώσουν τα φθαρμένα παπούτσια τους. Από την Ήπειρο ερχόντουσαν οι γανωματήδες, τεχίτες στο είδος τους. Υπήρχαν όμως και μερικοί που προσποιούνταν τους ανάπηρους και γύριζαν στα άλλα χωριά και ζητιάνευαν από σπίτι σε σπίτι, δινοντας πολλές ευχές στις νοικοκυρές και έτσι γέμιζαν το σακκουλάκι τους με ότι κάλό τους δίνανε.)

       Οι Καρυώτες όμως, εργάτες για όλες τις δουλειές,  είχαν βγάλει καλό όνομα στους τόπους που δουλεύανε, σε σημείο που λέγανε: Θέλεις καλούς εργάτες; Να η Καρυά! Και δικαίως καμάρωναν. Κάθε χρόνο δημιουργούσαν λοιπόν ομάδες (μπουλούκια) των δέκα, πάνω κάτω, ατόμων, που ήταν από το ίδιο σόι, ή γείτονες ή φίλοι. Κάθε ομάδα είχε και τον αρχηγό της. Αυτός ήταν ο πιο ηλικιωμένος, έμπειρος, πολυταξιδεμένος, κουμανταδόρος, παλιά καραβάνα δηλαδή. Τρεις τέσσερις δυνατούς και έμπειρους  άνδρες, για τις βαριές δουλειές, κάνα δυο πρωτόβγαλτους νεαρούς, για να πάρουν κι αυτοί το βάπτισμα στη ξένη δουλειά και τέλος μία ή δύο ανύπαντρες γυναίκες για τις ελαφρότερες δουλειές, αλλά με την υποχρέωση, μετά τη δουλειά ή όταν δεν είχαν μεροκάματο, να πλένουν αυτές και τα σκουτιά των άλλων συγγενών, ρίχνοντάς τα σ’ ένα καζάνι με βραστό νερό, για να καθαρίσουν από τη βρόμα, τον ιδρώτα και τις ψείρες.

      Τις πιο μεγάλες και ταχτικές ομάδες τις είχαν : Οι Καραμουντζαίοι, οι Πασπαλιαραίοι, οι Μποξαίοι, οι Κοτταραίοι, οι Τριχαίοι, κ. ά, Εξαίρεση ήταν μοναχά, και τούτο όχι ως κανόνας,  οι Μαυρογιανναίοι, οι Μποζιονελαίοι, οι Δενεζαίοι, οι Καραντζουλαίοι, κ.ά. Οι πιο πολλοί απ’ αυτές τις οικογένειες ήταν μικροτσοπαναραίοι – τσελιγκάδες στις ψηλές κορφές και όμορφες πλαγιές του Αρτεμισίου, ως γνήσιοι απόγονοι του τραγοπόδαρου Θεού Πάνα και είχαν πολύ μικρή σχέση με το σκάψιμο στη Βόχα και στην Βοϊστίτσα. Αυτό το κάνανε μόνο, κατ’ ανάγκη, στα δικά τους χωράφια κι αμπελάκια.

    Η πιο γνωστή και μακρόχρονη ομάδα ήταν η Καραμουντζαίικη με αρχηγό το μπάρμπα Γιώργη τον Καραμούντζο (Μαυρουλάκη). Τα άλλα μέλη, κατά κανόνα, ήταν ο Κωστής Καραμούντζος, ο Σταύρος Καραμούντζος, ο Αλέξης Καραμούντζος , ο Κωτσιούλης Καραμούντζος, ο Θανάσης Χωματάς, ο Κωστής Δενέζης, η Γιαννούλα Καραμούντζου και οι αδελφές Ευθυμία και Αθηνά Παπασωτηρίου.

     Ο αείμνηστος μπάρμπα – Γιώργης,  χρόνια στο κουρμπέτι, είχε καλές κοινωνικές και φιλικές σχέσεις, γνώριζε όλους σχεδόν τους μεγαλοκτηματίες και τους καλοπληρωτές στις περιοχές για τις οποίες μιλάμε, έδινε εγκάρδιες ευχές για καρποφορία και μακροημέρευση των μελών της οικογένειας του αφεντικού και γι’ αυτό ήταν αγαπητός αι δεν έχανε μεροκάματο η ομάδα του.

     Οι κυριότεροι μακρινοί εύφοροι τόποι, γνωστοί και στο πανελλήνιο, ήταν τα χωριά της  Βόχας (στην Κορινθία) και τα χωριά της Βοϊστίτσας (στο Αίγιο). Εκεί μένανε όσο είχε δουλειά η καλλιέργεια της σταφίδας, δύο και τρεις μήνες ή και περισσότερο. Διακόπτανε προς το παρόν και μόνο για λίγες ημέρες (Πάσχα – Χριστούγεννα) ή όταν δεν είχαν άλλον να κάνει τις δικές τους δουλειές  στο χωριό. Αυτό δικαιολογεί και το γεγονός ότι τα παιδιά που γεννιόντουσαν στην Καρυά τον ίδιο χρόνο, είχαν διαφορά ολίγων ημερών.

      Υπήρχαν όμως και άλλες πιο κοντινές περιοχές, όπως στον αργολικό κάμπο για κηπευτικές καλλιέργειες (πατάτες, πεπόνια κλπ) και για τον πώιμο θέρο, και στην Αρκαδία (για τον πίσω θέρο, έτσι τον έλεγαν). Εκεί η δουλειά κράταγε λίγες ημέρες ή βδομάδες. Πάντως οι Καρυώτες δε χάνανε καμία ευκαιρία για μεροκάματο. Διακόσοι περίπου εργάτες και περισότεροι από την Καρυά το χρόνο έπαιρναν μεροκάματο, άλλοι περισσότερα κι άλλοι λιγότερα από τη Βόχα, τη Βοϊστίτσα και τις άλλες παραγωγικέςς περιοχές που προανααφέρθηκαν.Δεν ξέρω τι άλλο χόρτασαν στη ζωή τους οι Καρυώτες, δουλειά πάντως σίγουρα! (Και να σκεφτεί κανείς ότι τότε οι εργάτες της αγροτιάς δούλευαν χωρίς ένσημα, χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και χωρίς σύνταξη για τα γηρατειά τους.   Θα ζούσαν μόνο αν ήταν γεροί και δούλευαν.)

     (Καλό όμως είναι, στο σημείο αυτό,  να αναφερθούμε για λίγο και στο σημαντικό γεγονός ότι κατά το μεγάλο διάστημα που πήγαιναν οι άνδρες για το μεροκάματο, οι ηρωίδες γυναίκες αναλάμβαναν τις ανάγκες του σπιτικού τους. Δε μεγάλωναν μόνο τα παιδιά τους, αλλά φρόντιζαν τους  γονείς και τα πεθερικά, που συγκατοικούσαν πολλές φορές  στο ίδιο σπίτι, έπλεναν τα ρούχα, ζύμωναν, περιποιόντουσαν τον κήπο τους και πολλές κουβαλούσαν φορτωμένες ξύλα από το βουνό, για να κάψουν  το φούρνο και να ψήσουν το ψωμί. Οι παππούδες  που άντεχαν ακόμη, εκτός από δουλειές της καθημερινότητας ενός σπιτικού,  έκαναν κι εκείνοι τις μικρές και έκτακτες ανάγκες στα χωραφάκια τους και στ’ αμπελάκι τους, φρόντιζαν και τα ζωντανά τους (μουλάρια, γίδες, γουρούνια κλπ) και οι γιαγιάδες κράταγαν και  ντάντευαν τα μωρά, λέγανε παραμύθια, πλέχανε κανά πουλόβερ, μπάλωναν τα φθαρμένα σκουτιά και τάιζαν τις κότες, για να κάνουν αυγουλάκια. Βλέπετε όλοι στην οικογένεια, ακόμη και τα μεγαλύτερα αδέρφια, έκαναν ό,τι μπορούσαν και ό,τι τους αναλογούσε για το κοινό  καλό της οικογένειας.)

     Συνεχίζω λέγοντας ότι, το δρομολόγιο για τον πρόσκαιρο σωτερικό ξενιτεμό ήτανε γνωστό, από τις πολλές φορές που ως πεζοπόροι, με ή και χωρίς παπούτσια πηγαινοερχόντουσαν. Επιλέγοντας πάντα τους πιο σύντομους ανηφορικούς και κατηφορικούς μουλαρόδρομους και μονοπάτια μέσα από τα βουνά και τις ρεματιές. Η απόσταση ήταν μεγάλη και γι’ αυτό έπρεπε να ξεκινήσουν αχάραγα, για να μαζέψουν το δρόμο γρηγορότερα, όσο ήταν ημέρα ακόμη. Για τη Βόχα παίρναγαν από  τα γνωστά χωριά: το Μπέλεσι, τη Στέρνα, τη Νεμέα, το Χαλκί και αργά το βράδυ φτάνανε στο χωριό που θέλανε: Άσσο, Περιγιάλι, Λέχαιο, Ζευγολατιό και άλλα χωριά. Γη της επαγγελίας τον αποκαλούσαν τον εύφορο αυτό χώρο, και δεν είχαν άδικο.

       Για τη Βοϊστίτσα ακολουθούσαν άλλη διαδρομή, πιο μακρινή και πιο κουραστική. : Τσιπιανά, Λεβίδι, Βλαχέρνα, Κλειτορία, (Μαζαίικα) και νύχτωναν κάπου κοντά στα Καλάβρυτα. Εκεί διανυκτέρευαν στο ύπαιθρο ή σε καμιά καλύβα. Το πρωί παίρνανε το κατηφορικό και παρόχθιο μονοπάτι του Βουραϊκού ποταμού και φτάνανε κατάκοποι όταν νύχτωνε στα σταφιδοχώρια του Αιγίου: Διακοφτό, Ζαχλωρίτικα, Μελίσσια, Λάκκα, Κούμαρη, Μερτίδι και άλλα χωριά.

       Την άλλη ημέρα πρωί – πρωί άρχιζε η αναζήτηση για δουλειά, αν και τα αφεντικά ήταν γνωστά στον ομαδάρχη, που τους περίμενε. Η δουλειά ήταν ήλιο με ήλιο και κατάκοποι πέφτανε το βράδυ για ύπνο στο καλύβι, που είχε το αφεντικό στο κτήμα και ήταν γεμάτο σκαφτικά εργαλεία, σανό, κληματόβεργες και ποντίκια. Άλλοτε δούλευαν με το μεροκάματο κι άλλοτε  αναλάμβαναν τη δουλειά κατ’ αποκοπήν. Τυχεροί θα ήταν, αν οι καιρικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές και δε χάνανε μεροκάματο και φαγητό, που τους πρόσφερε το αφεντικό. Η ρέγγα, η σαρδέλα, η φασολάδα, το ξερό ψωμί, ελιές και κατά κανόνα  χαλασμένο κρασί ήταν το πιο ταχτικό μενού τους . Μια από τις εργάσιμες ημέρες είχαν και κοτόπουλο, για να μην αδικούμε και τ ’ αφεντικά, αν η σοδειά ήτανε καλή. Οι εργάτες πάντως, είναι αλήθεια ότι προτμούσαν τα αφεντικά που τους πρόσφεραν  όχι μόνο το καλύτερο μεροκάματο, αλλά καλό φαγητό και κυρίως καλό κρασί.

      Η τακτική επικοινωνία με τους δικούς τους στο χωριό ήταν αδύνατη  και γινότανε, αργά και που, μ’ αυτούς που για κάποιο λόγο ανάγκης  επέστρεφαν στο χωριό ή μ’ αυτούς που ερχόντουσαν αργότερα για δουλειά. Χαρακτηριστικό είναι το εξής γεγονός: Ένας συγχωριανός μας εργάτης, ο Κωνσταντής Τρίχας, αρρώστησε ο δυστυχής, ίσως από κάποια επιδημία και πέθανε σ’ ένα χωριό της Βοϊστίτσας. Οι συνεργάτες του (είπαμε συγγενείς και φίλοι) χωρίς να μπορούν να τον μεταφέρουν στο χωριό τους και χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να ειδοποιήσουν τους άλλους συγγενείς του, πήραν την απόφαση και τον έθαψαν εκεί στον ξένο τόπο. Έπεσε μαχόμενος κατά την άσκηση του καθήκοντος, που λέμε, κι έγινε εκεί το σύμβολο της εργατικότητας των εργατών από την Καρυά της Αργολίδας.

     Με το πέρασμα όμως των πέτρινων χρόνων, η φτώχεια, η αδυναμία του χωριού να θρέψει όλα τα παιδιά του και η δυσκολία μετακίνησης στους χώρους δουλειάς, στις εύφορες περιοχές που ανέφερα παραπάνω, ανάγκασαν πολλούς μεροκαματιάρηδες Καρυώτες, αντί να πηγαινοέρχονται στο χωριό, να εγκατασταθούν προσωρινά και κατόπι μόνιμα στο Άργος και την ευρύτερη περιοχή του αργολικού κάμπου, στη Νεμέα και στα χωριά της Βόχας. Ένα από τα πολλά και χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι και ο Κωστής Δενέζης, που τον είδαμε στην ομάδα του μπάρμπα-Γιώργη του Καραμούντζου. Αυτός αντί να πηγαινοέρχεται στην Καρυά  (σημειωτέον ότι είχε πεθάνει και η μάνα του), έμεινε μόνιμα στο όμορφο και πλούσιο καμποχώρι της Βόχας τον Άσσο. Στην αρχή σαν υπηρέτης σ’ έναν μεγαλοκτηματία. Σιγά – σιγά αγόρασε ένα μικρό χωραφάκι που το φύτεψε σταφίδα και μαζί μ’ αυτή ρίζωσε κι αυτός στον Άσσο. Μετά παντρεύτηκε, έχτισε σπίτι, έκανε οικογένεια και με σκληρή δουλειά αγόρασε κι άλλα χτήματα κι έγινε με τον καιρό ένας από τους ευυπόληπτους κατοίκους του νέου του χωριού. Έγινε κι αυτός «αφεντικό» και το όνομά του διαιωνίστηκε με τα παιδιά και τα εγγόνια του. Στο ίδιο χωριό βρήκαν καταφύγιο και άλλοι Καρυώτες και αυτοδημιουργήθηκαν, όπως οι αδελφοί Αντωνάκου. Λόγο αργότερα ένας άλλος Καρυώτης εργάτης, ο Ηλίας Δενέζης (ο Βρέστης) εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Ηράκλειο της Νεμέας, έκανε οικογένεια και ασχολήθηκε με την αμπελουργία. Σήμερα διαπρέπει γιατί δημιούργησε τη Μεγάλη Οινοποιία, γνωστή πια σε όλη την Ελλάδα την « Denezis Wines», τιμώντας έτσι και τους εργάτες της Καρυάς.

      Πάντως με οποιαδήποτε μορφή θα λέγαμε ότι, η Βόχα και η Βοϊστίτσα, με την καλλιέργεια της μαύρης σταφίδας και της σουλτανίνας,  αιματοδότες όχι μόνο της Καρυάς, αλλά και όλων των γειτονικών άγονων και ορεινών χωριών,  δώσανε δουλειά, τα χρόνια εκείνα, με το αζημίωτο φυσικά  και κατ’ επέκταση ψωμί για τα παιδιά των προγόνων μας, μεταξύ αυτών σε μένα και τ’ αδέλφια μου. Ιδιαίτερα δε τα χρόνια της Κατοχής η μαύρη σταφίδα, που οι εργάτες την έπαιρναν σε είδος αντί για χρήματα, γλύκαινε το πικρό και μαύρο κατοχικό ψωμί των παιδιών τους. Από τότε οι εργάτες πρόγονοί μας, υπόχρεοι πια, για όσα χρόνια ζούσανε, ποτέ δεν  ξεχνούσαν τα βιώματα που είχαν από τη Βόχα και τη Βοϊστίτσα και συχνά ανέφεραν το όνομά τους με συγκίνηση, με νοσταλγία και με  πολλές ευχαριστίες.

1 φωτο 1 ΣΠΥΡΟΣ

(*) Τρεις χώροι γειτονικών Νομών με κοινούς εργασιακούς δεσμούς, όπως καταγράφονται στο παραπάνω κείμενο και είναι αληθινές μαρτυρίες γερόντων από το Χωριό μου, την Καρυά, που βίωσαν για πολλά χρόνια τα γεγονότα αυτά ως εποχιακοί εργάτες. Τον καιρό εκείνο φυσικά δεν είχε αρχίσει ακόμη η μεγάλη μετανάστευση των Καρυωτών εργατών για την ξενιτιά, Αυστραλίά, Καναδά, Γερμανία και άλλες χώρες. Το αφιέρωμα αυτό το δημοσιεύω σήμερα, γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι: «Τα παλιά δε θέλουν σκούπα και χαθεί ο θησαυρός».


ΔΗΜΟΣΙΟΣ  ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (Κανόνας …  με  φωτεινές   εξαιρέσεις)

υπαλληλος δημοσίου

 Ένας από τους πολλούς και ευνοημένους νεοέλληνες, δίχως ξεχωριστές ικανότητες και ιδιαίτερα προσόντα, χωρίς ειδίκευση, χωρίς εξετάσεις, συνεντεύξεις και άλλα αξιοκρατικά στοιχεία  πρόσληψης, που δεν τον ταρακουνάει κανείς από τη θέση του, λόγω μονιμότητας και που έχει «ορκιστεί» να υπηρετεί  τον στενό και ευρύτερο Δημόσιο τομέα. Βολεμένος και τυχερός είπαμε. Μια και καταφέρει, ρουσφετολογικά,  να τρυπώσει στον επίγειο αυτόν παράδεισο έχει εξασφαλίσει δια βίου τον τιμητικό τίτλο «Δημόσιος Υπάλληλος», καμία σχέση με τους άλλους εργαζόμενους σε άλλες ιδιωτικές δουλειές και ελεύθερα επαγγέλματα, με αξιοπρεπή μισθό, επιδόματα, προαγωγές, σύνταξη, εφάπαξ και άλλα αγαθά. (Έτσι νόμιζε ο ίδιος αλλά και ο περίγυρος μέχρι πρότινος).

Το Δημόσιο θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με ένα μπαλόνι, που με τις αλόγιστες προσλήψεις των δημοσίων υπαλλήλων και τις σπατάλες, καταχρήσεις και κλεψιές  φουσκώνει, φουσκώνει  και ανάλογα με την αντοχή του, μπορεί να  σηκώνεται στα ουράνια, έρμαιο των ανέμων,  μπορεί και με το πολύ φούσκωμα να σκάσει, να γίνει κομμάτια και να προσγειωθεί ανώμαλα .                                                               

Κάπως έτσι συμβαίνει και με τον αντιπαραγωγικό και της ήσσονος προσπάθειας δημόσιο υπάλληλο του σύγχρονου ελληνικού κράτους.  Μοιάζει και αυτός με μία μικρή σαμπρέλα, ένα φτηνό λάστιχο, ένα μικρό ξεφούσκωτο μπαλόνι, που φουσκώνει  και μεγαλώνει με αέρα κοπανιστό, ονειρεύεται και αρχίζει να στηρίζεται σε ξυλοπόδαρα,  να κορδώνεται σα φουσκωμένος παπαγάλος, να πετάει ψηλά στα σύννεφα και να παίρνουν τα μυαλά του αέρα.

Προετοιμάζεται, τρόπος του λέγειν, από τα πρώτα του βήματα, για να γίνει μεγαλώνοντας  χωρίς προηγούμενο κόπο και ιδιαίτερα προσόντα «Δημόσιος Υπάλληλος». Με άλλα λόγια «Κύριος και με γραβάτα». Τη δουλειά θα τη μάθει κι αν τη μάθει ποτέ, πολύ αργότερα, σαν τον κουρέα που έμαθε να κουρεύει στου κασίδη το κεφάλι.

Τον ξέρουμε από μικρό, από μαθητή στο Δημοτικό και στη συνέχεια στις άλλες σχολικές βαθμίδες. Δεν στρώνει τον ποπό του να διαβάσει τα μαθήματά του. Πεταμένα πάνε και τα λεφτά στα φροντιστήρια. Τον ξέρουν καλύτερα και οι γονείς του και γι’ αυτό τον σπρώχνουν με το στανιό, πληρώνουν, λαδώνουν τα γρανάζια, να πάρει ένα χαρτί στο χέρι του κι αν δεν το πάρει δεν πειράζει, για να τον διορίσουν στο Δημόσιο και  να τον κάνουν δημόσιο υπαλληλάκο. Έτσι λένε και αυτό επιδιώκουν, για να τον εξασφαλίσουν.  Για άλλη δουλειά δεν κάνει τρομάρα του.

Τον πάνε στο σχολείο αλλά αυτός κάνει κοπάνες. Ειρωνεύεται ως σπασίκλες τους αριστούχους συμμαθητές του. Το τρίπτυχο που τον ενώνει με τους πολλούς κολλητούς του είναι οι μάσες, οι ξάπλες και οι φούμες.                                        

Αδιαφορεί για τις υποχρεώσεις του και την καλή διαγωγή και περιμένει να τελειώσει η σχολική χρονιά, για να σχίσει όλα του τα βιβλία, που δωρεάν του τα πρόσφερε η πατρίδα, για να μορφωθεί εννοείται. Αυτά  και ιδίως τα Αρχαία Ελληνικά, μαζί με τις δύσκολες εξετάσεις τον εμπόδιζαν να προοδεύσει. Ανήκει στη γενιά που μεγάλωσε στα σχολεία όπου ο ελάχιστος κόπος και η φυγοπονία υπήρξαν από κεντρικές κατευθύνσεις ως και ακαδημαϊκές αρετές.

 Κουτσά στραβά από το Γυμνάσιο-Λύκειο μπαίνει πιο εύκολα και στο Πανεπιστήμιο επαρχιακής πόλης ή στα Τ.Ε.Ι. με βαθμό ίσα, ίσα τη βάση και η πλειονότητα με βαθμό κάτω από τη βάση, και πολλοί δίνοντας στους διαγωνισμούς και λευκή κόλλα, ικανοποιώντας  με τον τρόπο αυτό άλλες κομματικές και κοινωνικές σκοπιμότητες, επιβραβεύοντας όμως με τον τρόπο αυτόν και τους… «κουμπούρες».                                                                                   

Τα ονόματα των επιτυχόντων αναρτήθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας και στα κατά τόπους Λύκεια. Ξάφνιασαν πολλούς για την κατάντια της εκπαίδευσης, ξαφνιάζουν ακόμη και τους επιτυχόντες της κατηγορίας για την οποία μιλάμε. (Για τους επιμελείς και αριστούχους μαθητές και την εξέλιξή τους θα μιλήσουμε σε άλλο μας άρθρο. Στην κατηγορία αυτή αξίζουν πολλά συγχαρητήρια και δεν τους αφορούν, όσα γράφω στο κείμενο αυτό).

Ακολουθούν γλέντια και χαρές για το απρόσμενο μαντάτο στο σπιτικό του κάθε κανακάρη. Χαλάλι πήγαν όλα τα έξοδα των γονιών για τα πολύχρονα φροντιστήρια… Για την ελάσσονα προσπάθεια και τους βαθμούς … αποτυχίας όλοι περήφανοι και πανευτυχείς.

Από όσα έχουν και δεν έχουν οι γονείς τού προσφέρουν, για επιβράβευση της ανικανότητάς του, τα έξοδα για ανάπαυση στα τουριστικά μας νησιά ή και για ταξίδι αναψυχής στο εξωτερικό με τους «κολλητούς του φίλους».

Η μηχανή μεγάλου κυβισμού ή αυτοκίνητο, κι όποιον πάρει ο χάρος, είναι το κυρίως δώρο και τις περισσότερες φορές με δάνειο από την Τράπεζα. Αυτού του είδους οι νεαροί βλαστοί είναι πολλοί στην πιάτσα.

Ξυπνούν το μεσημέρι γιατί κυκλοφορούν τη νύχτα, είναι νυχτόβιοι. Έχουν δικά τους στέκια, οχλαγωγούν και το λεξιλόγιό τους, μετά από τόσα χρόνια στο σχολειό είναι φτωχό, ακαταλαβίστικο, μάγκικο.  Αλληλοπροσφωνούνται ευγενικά και τιμητικά με τη λέξη «μαλάκας» , αγόρια και κορίτσια και σκάζουν από τα γέλια. Πάνω  απ’ όλα όμως είναι και της μόδας αξύριστοι, σκουλαρικάτοι, μακρυμάλληδες ή με το κεφάλι γουλί που λέμε, και με τατουάζ. Πραγματικοί ανάρχες. Όλα τα ξέρουν και όλα τα κρίνουν, μόνο τα μαθήματά τους δεν ξέρουν.

 Με μεγάλη ευκολία δοκιμάζουν όλα τα κακά και απαγορευμένα και όχι τα χρήσιμα.                                                                                  Τσιγαράκι και όχι μόνο, σφηνάκια, ναρκωτικά, δεν έχουν σεξουαλικούς και ηθικούς φραγμούς κ.λ.π. γιατί αλλιώς τι λογής νέοι και νέες της εποχής θα ήταν. Αμφισβητούν  πατροπαράδοτες αξίες, γονείς , δασκάλους (εδώ ίσως να μην έχουν και πολύ άδικο για ορισμένους εξ αυτών) και γενικά την εξουσία.

Με όλα αυτά τα εφόδια, πλήρως κατατοπισμένοι, εγγράφονται στο Πανεπιστήμιο, κάνουν το ποδαρικό τους και συναντούν τους νέους φίλους και συμφοιτητές πλέον. Στις πρώτες αναγνωρίσεις είναι να βρουν την πιο κοντινή καφετέρια. Οι ώρες που θα περάσουν εκεί θα είναι αμέτρητες. Τη Σχολή θα την βλέπουν από μακριά και θα πηγαίνουν εκεί ανελλιπώς όταν θα έχουν συγκέντρωση οι κομματικές νεολαίες, όταν θα κάνουν κατάληψη της Σχολής, και θα καταφεύγουν εκεί σε ημέρες διαδηλώσεων και απεργιών, για να προστατευτούν λόγω του ασύλου.

Κάπου, κάπου θα πάνε και στα μαθήματα στο αμφιθέατρο για τις απαραίτητες παρουσίες. Κύριος στόχος στο Πανεπιστήμιο, στο τέλος της εξεταστικής περιόδου, για τους φοιτητές της εν λόγω κατηγορίας, είναι να πάρουν προβιβάσιμο βαθμό στο κάθε μάθημα κι όχι να μάθουν το κάτι παραπάνω. Το πενταράκι κι εκείνο όχι με την πρώτη τούς είναι αρκετό.

Πάντως το πτυχίο και μάλιστα σε πάπυρο και ακριβή κορνίζα, όταν και με όση καθυστέρηση το πάρουν, θα στολίζει για πάντα το γραφείο τους, μαζί με τη βιβλιοθήκη γεμάτη τόμους αδιάβαστων βιβλίων, άσχετων με τις σπουδές τους.  Άνθρωποι των γραμμάτων για!!!

Κουράστηκαν και ξενύχτησαν, για να το αποκτήσουν. Ο βαθμός  πέντε (5) καλλιγραφικά γραμμένος φαίνεται από μακριά. Το τυπικό αυτό προσόν στην ουσία  αξίζει όσο και ο βαθμός του.

Αξίζει όμως περισσότερο και είναι απαραίτητο, για να διοριστούν στο Δημόσιο και μόνο. (Τα παλαιότερα χρόνια αρκούσε ακόμη και το Απολυτήριο του Γυμνασίου, που πολλάκις ανάλογα και με το βαθμό του άξιζε και περισσότερο. Πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι στο παρελθόν λάμπρυναν το δημόσιο τομέα με αυτά τα προσόντα).

 Όσο πιο μικρός ο βαθμός του πτυχίου του ή και χωρίς πτυχίο, ακόμη και με πλαστό πτυχίο ή απολυτήριο Λυκείου, (υπήρχαν και τέτοιοι τίτλοι σπουδών),  τόσο και μεγαλύτερο « μέσον» χρειάζεται για την πρόσληψή του, το διορισμό του  ή καλύτερα στη στρατολόγησή του στο κομματικό συνδικάτο.  

 Ένα άλλο «προσόν» που έπρεπε να διαθέτει ο υποψήφιος  ήταν μαζί με το «μέσον» και τα φρονήματα της ευρύτερης μάλιστα οικογένειάς του, με κατοχικές και εμφυλιοπελεμικές αναφορές. Στηνότανε λοιπόν στη  σειρά στα κατά τόπους βουλευτικά, κομματικά και σε άλλα ειδικότερα Γραφεία, αποσταλμένος από κάποιον κομματάρχη και με τις ανάλογες συστάσεις, όπου υπέβαλε το αίτημά του για κάποιο διορισμό ή μετάθεση και φυσικά με το αζημείωτον. Οι υπηρεσίες του αφισοκολλητή ήταν ήταν καλό δείγμα και ευπρόσδεκτες.

 Όταν το αίτημά του δε λυνότανε από τους μεν (κομματάρχες), πήγαινε για τον ίδιο σκοπό και με την ίδια ευκολία στους αντιπάλους. Αρκεί να πετύχαινε το σκοπό του.  «Κουτσοί στραβοί» στο Άγιο Παντελεήμονα, τουτέστιν στο Δημόσιο. Μόνο έτσι με το διορισμό των «δικών μας παιδιών» αύξανε η κομματική πελατεία.                              

 Ανάλογα με τον αριθμό των ψήφων που διέθετε θα διοριζότανε και σε καλύτερη υπηρεσία. Δεν έχει σημασία αν ήταν αναγκαίος εκεί ή έπρεπε να έχει ειδικές γνώσεις. Με λίγους υπαλλήλους παραπάνω δε θα έπεφτε έξω το κουβέρνο.

Φίλαγε, λοιπόν, που λέει ο λόγος, κατουρημένες  ποδιές, παρακαλούσε ρουσφετολόγους, κομματάρχες, υποψήφιους δημάρχους, νομάρχες, βουλευτές, αυτός, ο πατέρας, οι θείοι και πάει λέγοντας., για να βρει μια θεσούλα να τρυπώσει το παιδί στο Δημόσιο ή και κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις ΔΕΚΟ, στις κρατικές Τράπεζες, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση όλων των βαθμίδων κλπ. Από την ώρα που τρύπωνε εκεί, βρέξει χιονίσει, ο μισθός έπεφτε επαυξημένος και με επιστημονικό επίδομα μάλιστα.

Είναι αλήθεια όμως ότι η κατά διαστήματα επιθεώρηση και αξιολόγηση τού έφερνε κάποια εμπόδια στην εξέλιξή του, γι’ αυτό την κατάργησαν με τη βοήθεια του συνδικάτου και είχε το κεφάλι του ήσυχο.   (Από την κατηγορία αυτή των υπαλλήλων οφείλω να εξαιρέσω στην πλειονότητα  τους εκπαιδευτικούς, τους αξιωματικούς στρατιωτικών σχολών, τους γιατρούς, τους δικαστικούς, τους οικονομολόγους και όσους άλλους έχουν ειδικές σπουδές και διορίζονται αξιοκρατικά σε ανάλογες θέσεις).

Με αυτά τα μέσα και όχι τα προσόντα του και χωρίς άλλη αξιολόγηση έπιανε τη μόνιμη θεσούλα παρακαλώ, σε βάρος μάλιστα των επιστημόνων με τους καλούς βαθμούς, που χωρίς εξετάσεις μένανε αδιόριστοι και εκτός του Δημοσίου. Ο μοναδικός καλός νόμος του Πεπονή, για διορισμού μόνο μέσω ΑΣΕΠ, στην πράξη καταργήθηκε από τους πολιτικάντηδες ή καλύτερα βρήκαν παραθυράκια, για να διορίζουν τους δικούς τους.

Οι κάθε λογής καλοί επιστήμονες, που ήταν χρήσιμοι για τη βελτίωση της δημόσιας υπηρεσίας, λόγω της αδιαφάνειας των προσλήψεων πήγαιναν στον ιδιωτικό τομέα, έφευγαν για το εξωτερικό ή έμεναν άνεργοι. 

Με τους διορισμούς αυτούς, ακόμη και με σύμβαση ορισμένου χρόνου, μάλιστα λίγες ημέρες προ των εκλογών, ήταν όλοι χαρούμενοι, και οι διορισθέντες υπάλληλοι και ο μεσάζων κομματάρχης.

Περήφανος και ο κυβερνητικός βουλευτής, που δημοσίευε στον τοπικό τύπο, ότι «κατόπιν ενεργειών του» στα αρμόδια υπουργεία διορίστηκαν από την Περιφέρειά του τόσοι (αριθμός) στο Δημόσιο (δεν έλεγε όμως τόσοι αγράμματοι), εξασφαλίζοντας πολλαπλάσιους ψήφους για τις ερχόμενες εκλογές. Έτσι όμως και ενώ ο ίδιος θα συνέχιζε να πληρώνεται ως βουλευτής, δεν μας εξηγούσε που θα έβρισκε ο κρατικός κουρβανάς τα χρήματα να πληρώνει και αυτούς που διόριζε.

Σιγά – σιγά ο νεοδιορισμένος υπάλληλος άρχισε να νιώθει κάποιος, να νιώθει σιγουριά, να ασκεί και να γίνεται και ο ίδιος εξουσία. Ανάλογα με τη δουλειά, πια δουλειά, τεμπέλης και αντιπαραγωγικός ήταν αρχιτεμπέλης έγινε. Αντί να εξυπηρετεί τους πολίτες, ως όφειλε, έκανε κατάχρηση της θέσης και της εξουσίας του.

Οι υπάλληλοι αυτοί με το πέρασμα των χρόνων, χωρίς έλεγχο και σοβαρή αξιολόγηση, γύρω από το αντικείμενο της δουλειάς τους, σίγουρα όμως με τους απεργιακούς αγώνες του συνδικάτου και  την κομματική ταυτότητα και μόνο παίρνουν βαθμούς, μεταθέσεις, καταλαμβάνουν ηγετικές θέσεις με υψηλότατους μισθούς, θέσεις κλειδιά για τους προστάτες τους. Αυτοί οι «ανώτεροι υπάλληλοι» είναι απαραίτητοι, τους χρειάζεται «το σύστημα», για να αναπαράγεται και να διαιωνίζεται. 

Τα μπαλόνια-κρατικοδίαιτοι και πλεονάζοντες υπάλληλοι, που είπαμε και στην αρχή όσο πάνε και φουσκώνουν ιεραρχικά, με μισθούς παχυλούς  και πάντοτε δυσανάλογους με το έργο  που προσφέρουν. Δεν αρκούνται στο μισθό, έχουν και τα  «κεκτημένα δικαιώματα».

Εκ της υψηλής θέσεως καρπώνονταν και μία πλειάδα ευρηματικών επιδομάτων.  Όπως, υπερωριών που δεν τις εργάζονταν, μετακίνησης, εκτός έδρας, οδοιπορικά, συμμετοχής σε συμβούλια κλπ. Άσε αυτά που έκλεβαν οι πιο επιτήδειοι και τις μίζες που έπαιρναν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους.  Με άλλα λόγια, ένα μέρος εξ αυτών, δεν έμαθαν να δουλεύουν, έμαθαν όμως να κλέβουν και να κάνουν καταχρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο απόκτησαν τρανταχτές περιουσίες ( βίλες, αυτοκίνητα, κότερα κλπ.) και φυσικά αφορολόγητες. Μα θα μου πείτε, δεν υπήρχε έλεγχος; Βεβαίως υπήρχε, αλλά τον κάνανε της ίδιας κατηγορίας υπάλληλοι. Δηλαδή το σάπιο είχε φτάσει μέχρι το κεφάλι της υπαλληλικής ιεραρχίας.                                       

Την καλούμπα του φουσκωμένου μπαλονιού την κρατάει το συνδικάτο, ο συνδικαλιστικοπατέρας. Αυτός είναι το δεξί χέρι της εκάστοτε κρατικής εξουσίας.  Έχει χάσει την αξιοπιστία και τα καλά και δίκαια αγωνιστικά του γνωρίσματα. Πρέπει όμως να κάνει κάτι, για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Κατάντησε υποστηρικτής όχι των ολίγων καλών και παραγωγικών υπαλλήλων, αλλά των πολλών ανίκανων και βολεμένων, κάτω από το μανδύα της μονιμότητας. Τους ψήφους αυτών έχει ανάγκη το συνδικάτο.

 Έτσι προγραμματίζουν, ακόμη και τώρα, τις ετήσιες απεργίες, διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις, με ανεδαφικά πολλές φορές αιτήματα. Κάνουν απεργίες για να εκτιμηθεί ως δραστηριότητα του συνδικάτου.

Δεν περιφρουρούν  και αδιαφορούν αν αυτές αποτελούν το θερμοκήπιο των εξτρεμιστικών και αναρχικών στοιχείων, των χούλιγκανς  και άλλων πληρωμένων τραμπούκων για βιαιοπραγίες, για καταστροφές και αναστάτωση του δημόσιου βίου. « Το κλεινόν άστυ», η όμορφη  Αθήνα μας, έχει υποφέρει τα πάνδεινα από τα καλόπαιδα αυτά.

Η κρατική εξουσία – η κυβέρνηση ανίσχυρη και πανικόβλητη υποχωρούσε στην πίεση, κάτω από το βάρος του πολιτικού κόστους και έδινε και άλλες αυξήσεις μισθών με τη μορφή επιδομάτων. Λεφτά δεν είχε και αναγκαζότανε να δανείζεται και να ξαναδανείζεται με υπέρογκους τόκους. Έτσι το μπαλόνι, στο οποίο επανέρχομαι, φούσκωνε  φούσκωνε και έπαιρνε μαζί του στα δυσθεώρητα  ύψη το δημόσιο χρέος και το αποτέλεσμα είναι γνωστό σε όλους.

Κανείς δεν πρόβλεψε ή και δεν μπόρεσε από ανικανότητα  να πάρει εγκαίρως  τα απαραίτητα μέτρα. Οι ευθύνες όλων όσων κυβέρνησαν τον τόπο αυτό πολύ μεγάλες. Η ιστορία αν δεν τους καταλογίσει δόλο για το κακό που έκαναν, θα τους καταδικάσει για ανίκανους. Αυτό όμως δε φτάνει, αν η δικαιοσύνη δεν στείλει στη φυλακή τους καταχραστές και αν δεν επιστραφούν στο κρατικό ταμείο τα κλεμμένα.

Το μπαλόνι έσκασε τελικά στα χέρια των κυβερνώντων τον περασμένο χρόνο, οι οποίοι αποδείχτηκαν  ανήμποροι να διαχειριστούν τη μεγάλη κρίση . Οι δανειστές σταμάτησαν να  δανείζουν και το κράτος δεν είχε χρήματα για πληρωμές. Για να συμμαζευτούν τα συντρίμμια της χρεοκοπίας έπρεπε να ’ρθει το Δ.Ν.Τ. και η Τρόικα με το απεχθές μνημόνιο. Περικοπές μισθών, φόροι, ακρίβεια, απολύσεις εργαζομένων, ανεργία, λουκέτο στα μαγαζιά κ.λ.π.

Άδικο για τους συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις,  αδικαιολόγητο για τους εργατικούς, παραγωγικούς και αθώους του αίματος αυτού δημοσίους υπαλλήλους και όχι μόνο. Αυτοί δε συμμετείχαν στο φαγοπότι, δεν έκαναν καταχρήσεις, κλεψιές και λαμογιές. Δε ζούσαν με δανεικά.  Βαρύ γι’ αυτούς το τίμημα. Κοντά στα ξερά όμως καίγονται και τα χλωρά. Έτσι συμβαίνει συνήθως.

Μακάρι στο μέλλον, γιατί η Ελλάδα «ποτέ δεν πεθαίνει», το πάθημα να  γίνει μάθημα για το καλό όλων.                        [ Αθήνα, Καλοκαίρι, 2011 ]


 ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ Ι. ΣΠΥΡΟΣ (1908- 1944)

ΣΠΙΩΑΝΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ

Ο Δάσκαλος Σπύρος Καραμούντζος του Ιωάννου και της Σοφίας, γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας, το 1908. Στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Είχε μεγάλο ζήλο για τα γράμματα και για το λόγο αυτό ο πατέρας του, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που είχε, τον πήγε στο Γυμνάσιο του Αργούς, όπου και αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια στο Διδασκαλείο της Σπάρτης πήρε το πτυχίο του Δασκάλου. Αφού έκανε τη θητεία του στο στρατό, διορίστηκε, ως δάσκαλος, στον Θούριο της Θράκης, κοντά στα σύνορα, στα νέα μέρη, όπως τα έλεγαν τότε μετά την απελευθέρωσή τους. Στο Δημοτικό Σχολείο Θουρίου υπηρέτησε έξι χρόνια (1926-1932) απ’ όπου και μετατέθηκε στην Αργολίδα. 

Εδώ δίδαξε διαδοχικά στα Δημοτικά Σχο­λεία:Καρυά, ένα χρόνο (1933-34), Κρανιδίου, ένα χρόνο (1934-35), Χούνης, δυο χρό­νια (1935-37), και πάλι Καρυάς, επτά χρό­νια (1937-44).Στον πόλεμο του 1940- 41 επιστρατεύτηκε και πολέμησε τους φασίστες Ιταλούς επιδρομείς, στην πρώτη γραμμή του Μετώ­που, στα βουνά της Αλβανίας και της Βό­ρειας Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Κατο­χής συνέχισε τον απελευθερωτικό αγώνα μέσα από τις τάξεις της Εθνικής Αντίστα­σης. 

Οι μαθητές του, όλων των σχολείων που υπηρέτησε, τον ενθυμούνται μέχρι σήμερα και τον ευγνωμονούν, γιατί όπως ομολογούν, από το δάσκαλο τους, Σπύρο Καραμούντζο, έμαθαν γράμματα. Τους πιο πολλούς τους έστελνε στο Γυμνάσιο και επέμενε να μην τους αδικήσουν οι γονείς τους. Τους έκανε μάλιστα και ιδιαίτερο φροντι­στήριο, για να πετύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις. Έτσι βρήκανε το δρόμο τους πολλά Καρυωτάκια τα χρόνια εκείνα.

Δυστυχώς όμως, ελάχιστοι, από τον ευ­ρύτερο χώρο της Καρυάς, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χε­ριών, τα ονόματα των οποίων δεν θέλω ού­τε καν να τα αναφέρω στην παρούσα συγκυρία, μαζί και με λίγους Βρουστιώτες, κά­νανε τόσο μεγάλο κακό στο χωριό μας, που δε γιατρεύεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Χίτες, Γερμανοτσολιάδες και Ταγματασφαλίτες θυμάμαι ότι τους λέγανε. Αυτοί συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν τις εντολές των δυνάμεων Κατοχής. Ήταν μάλιστα ντυμένοι και οπλισμένοι από τους Γερμανούς. 

Οι ελάχιστοι αυτοί συγχωριανοί και Βρου­στιώτες, μέσα στο ζοφερό κλίμα του μί­σους, του διχασμού και του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού, που επικρατούσε τότε, ύπουλα και κατόπιν προδοσίας, κάνανε μπλόκο, αιφνιδίασαν, παγίδεψαν και συνέ­λαβαν το δάσκαλο τους Σπύρο Καραμούντζο, σ’ ένα ξέφωτο του ελατοσκέπαστου Αρτεμισίου, ανυποψίαστο, άοπλο και χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. (Τον καιρό εκείνο, όλοι οι κάτοικοι της Καρυάς τις νύ­χτες κρυβόντουσαν στις γύρω βουνοπλα­γιές από το φόβο των Γερμανών).

Το σπουδαίο είναι ότι δεν προέβαλαν αντίσταση και δε διαμαρτυρήθηκαν για τα τεκταινόμενα και οι υπόλοιποι παραβρισκόμενοι, άλλοι από φόβο και άλλοι γιατί ήταν μυημένοι και γνώριζαν το τι επρόκειτο να γίνει. Μερικού εξ αυτών μάλιστα ήταν και συγγενείς, αχάριστοι και ευεργετηθέντες. Μαζί του επίσης συνέλαβαν τη γυναίκα του και άλλους πέ­ντε άσχετους, άοπλους και φυ­σικά αθώους συντοπίτες, που συνέπεσε να διανυκτερεύουν στον ίδιο χώρο. Οι δύο εξ αυ­τών ήταν δάσκαλοι. Στη συνέχεια, πριν καλά κα­λά ξημερώσει, τους έδεσαν με τριχιές, τους προπηλάκισαν βά­ναυσα, τους ταπείνωσαν, τους λοιδόρησαν με γιουχαίσματα, βρισιές και σπρωξιές και τους κατέβασαν από το βουνό ξυπόλητους και τρέχοντας, πριν φωτίσει, σαν να ήθελαν να προλάβουν κάτι, μέσα από μονοπάτια και ρεματιές και τους παρέδωσαν άνανδρα όλους στο Αργός «ως πρόβατα επί σφαγήν» στο Γερμανικό φρουραρχείο, την Κομαντατούρ, δηλαδή στο στόμα του λύκου.  Ένα μεγάλο γιατί! Μένει αναπάντητο από τους φυσικούς και αμετανόητους αυ­τουργούς 64 χρόνια μετά. Γιατί πιάσανε αυ­τούς τους συγκεκριμένους εκείνο το βράδυ και ακόμα γιατί τους παρέδωσαν στους Γερμανούς! Οι Γερμανοί, άλλο που δεν ήθελαν, ευχαρίστησαν τους συνεργάτες τους και με συ­νοπτικές διαδικασίες, μετά χαράς, τους εκτέλεσαν (κανείς δεν ξέρει αν τη χαριστική βολή την ανέθεσαν να τους τη ρίξουν οι  ίδιοι που τους είχαν και συλλάβει)   και τους έθαψαν σε κοινό τάφο, αστόλιστους, άψαλτους και άκλαυτους, χωρίς την παρουσία συγγενών, την επόμενη νύχτα, πριν ανατείλει ο ήλιος της 5ης Αυ­γούστου 1944, απέναντι από τον Άγιο Βα­σίλειο, στην ανατολική όχθη του ξεροπόταμου λίγες ημέρες πριν ξεκουμπιστούν, οριστικά ηττημένοι, από το Αργός και ελευθερωθεί η πατρίδα μας από δαύτους. 

Σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, στις προσπάθειες και στις μεσολαβήσεις, που έγιναν και έγιναν πολλές, προς τις τοπικές γερμανικές αρχές, από φίλους, συγγενείς και άλλους παράγοντες της Κοινωνίας του Αργούς, για να τον απελευθερώσουν, ο Σπύρος Καραμούντζος, τους απάντησε με υψηλό αίσθημα ευθύνης, αγωνιστικού πνεύματος, χρέους, πατριωτισμού, αλτρουισμού και ανθρωπισμού, ως δάσκαλος και ως Έλληνας, αφού πρώτα τους ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον τους, ότι θα δεχόταν την κολακευτική πρόταση αποφυλάκισής του, υπό τον βασικό όρο να άφηναν ελεύθερους και όλους ανεξαιρέτως τους συγκρατούμενούς του, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας (17 ετών) υπήρξε και μαθητής του στο σχολείο.

Όπως ήταν αναμενόμενο δε το δέχτηκαν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν μαζί με όλους τους άλλους. Εξαίρεση έκαναν μόνο για τη σύζυγό του. Με το παράδειγμα του αυτό, και την εν γένει στάση του, Λίγες ώρες πριν εκτελε­στεί, σφράγισε μία ζωή γεμάτη προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και έδειξε για άλλη μία φορά τι δάσκαλος και τι άνθρωπος ήταν. Με τον πρόωρο και άδικο θάνατό του έμειναν χωρίς προστασία: Η γυναίκα του Ευγενία, η ανήλικη κόρη του Σοφία, εννέα χρονών, οι ηλικιωμένοι γονείς του (ο πατέρας του ήταν τυφλός) και εκατόν τριάντα επτά (137) παιδιά του χωριού δίχως το δικό τους Δάσκαλο.            (Εφημερίδα «Καρυά» Φύλλο 16, Αύγουστος 2008).


 Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

δασκαλα3

Αξιότιμε  κύριε Πρόεδρε, Κυρίες  και κύριοι, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και λοιπά μέλη του « Συνδέσμου των Σκιλλουντίων».

Με την ευκαιρία  της εκδήλωσης που κάνετε σήμερα, για να τιμήσετε τους συνταξιούχους δασκάλους, που υπηρέτησαν στα Δημοτικά Σχολεία του Δήμου Σκιλλούντος (Κρεστένων και γύρω χωριών), και  γενικότερα τους ήδη υπηρετούντες, Σας συγχαίρω για την πρωτοβουλία σας και σας ευχαριστώ για την τιμητική πρόταση να παραβρεθώ και να τιμηθώ κι εγώ και επιπλέον να μιλήσω στη συγκέντρωσή σας, γενικά για «το δάσκαλο και το έργο του» και ειδικότερα για τους τιμώμενους δασκάλους, και χαίρω πολύ που τους ξαναβλέπω μετά από πολλά χρόνια, μια κι εγώ υπηρέτησα στον ίδιο χώρο, από το 1986 – 91, ως Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Περιφέρεια Ολυμπίας. Η απόφασή σας, που είναι ταυτόχρονα και αναγνώριση, φανερώνει ότι το έργο των Δημοτικών Σχολείων του Δήμου σας και  των τιμωμένων δασκάλων απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς και όπως είναι γνωστό οι καρποί του σχολείου και του δασκάλου αργούν να ωριμάσουν. Όμως κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Άραγε, επί του προκειμένου, συμφωνούμε κατ’ αρχήν όλοι, ότι το έργο του σχολείου και του  δασκάλου είναι  σπουδαίο, και βασικό για την ύπαρξη και προαγωγή μιας κοινωνίας και του πολιτισμού της. Και πράγματι το δασκαλίκι, όλων των βαθμίδων, δεν είναι ένα κοινό επάγγελμα για βιοποριστικούς και μόνο λόγους. Ήταν ανέκαθεν και πρέπει να είναι λειτούργημα, κοινωνική αποστολή. Είναι έργο ευγενές, ανθρωπιστικό, πνευματικό, ήθους και αγωγής, αποστολικό και θεϊκό.

Το σχολείο αποτελεί την κυριότερη λειτουργία του πνευματικού οργανισμού της ανθρωπότητας, και ο νους και η ψυχή του σχολείου είναι ο καλός δάσκαλος. Αυτός είναι ο κυριότερος φορέας του πνεύματος και της σοφίας και επιπλέον ο βασικός συντελεστής της μάθησης και της αγωγής, σύμφωνα με τις επικρατούσες και νομοθετημένες διδακτικές και παιδαγωγικές αρχές. Αυτός κρατεί την ιερή φλόγα, που φωτίζει το νου και θερμαίνει την καρδιά των νεαρών βλαστών, των μαθητών του.

Αυτός καλλιεργεί,  στο μέτρο των δυνατοτήτων του από τις σπουδές που έχει κάνει,  των εποπτικών μέσων που έχει στη διάθεσή του, και με το παράδειγμά του, καλλιεργεί λέγω,  την κρίση τους, τη μνήμη τους, την αυτενέργεια, τη φιλομάθεια, την  αγάπη για την εργασία, την καρτερία και τη μαχητικότητα.

Αυτός βοηθάει τα μικρά παιδιά στην απόκτηση  καλών συνηθειών και κοινωνικών αρετών. Εξάλλου η καλή ή κακή διαγωγή τους χρεώνεται και σ’ αυτόν.( Με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις).

Ο Δάσκαλος, ο μεγάλος αυτός ιεροφάντης, που διακονεί στο ναό της παιδείας, διδάσκει στα παιδιά τη θρησκεία του Χριστού μας, ορθοτομώντας το λόγο της αληθείας Του. Ο ίδιος έχει επωμισθεί και την ευθύνη, στα πρώτα στάδια τουλάχιστον, της ορθής διαπαιδαγώγησης των ελληνοπαίδων. Καλλιεργεί στην ψυχή τους την αγάπη προς την πατρίδα, την Ελλάδα μας, τις παραδόσεις, τα ιερά και τα όσια της φυλής μας.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ο δάσκαλος (και φυσικά εννοούμε τον καλό, γιατί υπάρχουν και εξαιρέσεις του κανόνα αυτού) είναι ο φωτεινός φάρος, που φωτίζει όλους (μικρούς και μεγάλους στο χώρο του σχολείου και μάλιστα όταν πρόκειται για μικρό χωριό). Είναι ο οδηγός που δείχνει (με τα λόγια και το παράδειγμά του) το δρόμο της τιμής, της αρετής, του καθήκοντος, της προόδου και του πολιτισμού. Είναι η κρυστάλλινη πηγή, στα νερά της οποίας λούζεται η τοπική κοινωνία και ολόκληρο το Έθνος γενικότερα.

Ο Δάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου είναι μεταξύ των πρώτων, σε μία σειρά κι άλλων παραγόντων (οικογένεια, νηπιαγωγείο, γυμνάσιο, ανώτερες και ανώτατες σχολές ), που σφραγίζει την πορεία και το μέλλον των μαθητών, οι οποίοι μεγαλώνοντας θα γίνουν οι πνευματικοί ηγέτες του τόπου μας, οι φωτισμένοι πολιτικοί, οι θαρραλέοι στρατιωτικοί, οι δικαστικοί, οι σεβάσμιοι κληρικοί, οι καλλιτέχνες, οι επιστήμονες, οι τεχνίτες, οι αγρότες, οι καλοί πατέρες και μητέρες και γενικά όλοι οι αναμορφωτές και στυλοβάτες της Κοινωνίας και του Πολιτισμού.

Κυρίες και Κύριοι, Για ένα τόσο σημαντικό έργο, για το οποίο περιληπτικά και σε αδρές γραμμές αναφέρθηκα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι, για να είναι κανείς ιδεώδης δάσκαλος – παιδαγωγός απαιτούνται ξεχωριστά προσόντα και πρέπει να έχει στις αποσκευές του το κατιτί περισσότερο από τους άλλους εργαζόμενους.

Ακόμη πρέπει να παραδεχθούμε ότι, ένας πετυχημένος δάσκαλος των περασμένων παιδικών μας χρόνων δεν είναι υποχρεωτικά και καλός δάσκαλος σε ένα σύγχρονο σχολείο. Δε συγκρίνονται με τα ίδια κριτήρια. Ο εκάστοτε πρέπει να είναι πάντοτε δάσκαλος του καιρού του και του τόπου του και από τα αποτελέσματά του θα κριθεί.

Διαφορετικές ήταν οι απαιτήσεις στα παλιά τα χρόνια, διαφορετικές τώρα.  Γι’ αυτό και η εκπαίδευσή του έχει προσαρμοστεί στα σημερινά δεδομένα, σύμφωνα και με την εξέλιξη της Παιδαγωγικής Επιστήμης, της Παιδικής Ψυχολογίας και των άλλων επιστημών της Αγωγής. Από τα παλιά μονοετή Διδασκαλεία και τις γνωστές σε όλους διετείς Παιδαγωγικές Ακαδημίες οδηγηθήκαμε στην ανάγκη 4ετούς Πανεπιστημιακής μόρφωσης των δασκάλων. Από τον παλιό Γραμματοδιδάσκαλο έχουμε σήμερα τον επιστήμονα παιδαγωγό. Για να ανταποκριθεί όμως με επάρκεια στο δύσκολο έργο του, πέραν του πτυχίου του, και με καλό βαθμό μάλιστα, είναι απαραίτητο να έχει και μερικά ειδικά προσόντα, όπως:

– Να αγαπάει το μικρό μαθητή, χωρίς διακρίσεις και λοιπές σκοπιμότητες. Αν δεν αγαπάει το παιδί, καλύτερα να μην ασκήσει τα καθήκοντα του δασκάλου και ας έχει άριστους βαθμούς στο πτυχίο του. Να μη γίνει λοιπόν δάσκαλος πρωτίστως για το δικό του καλό, αλλά το κυριότερο για το καλό των παιδιών.

– Να βλέπει το έργο του ως λειτούργημα και όχι μόνο για επαγγελματική αποκατάσταση.

– Να τον διακρίνει πνεύμα δικαιοσύνης και συγχώρησης.

–  Να έχει σωματική και ψυχική υγεία, υπομονή και επιμονή.

Και τέλος να ξεχωρίζει από τους άλλους  στα ακόλουθα:

–  Για το ήθος και το χαρακτήρα του.

– Για την επιστημονική, τη διδακτική και διοικητική ικανότητα.

– Να είναι ευσυνείδητος.

– Να διακρίνεται για την σχολική και εξωσχολική δράση.

– Να έχει βαθιά γνώση της ψυχολογίας του παιδιού και του σκοπού της Αγωγής, όπως προσδιορίζεται από το Σύνταγμα και τους Νόμους του Κράτους.

– Να είναι γνώστης τόσο του υποκειμένου – του μαθητή, όσο και του αντικειμένου – της διδακτέας ύλης.

– Να μην πηγαίνει απροετοίμαστος στο σχολείο, για να μην ξεπέφτει στα μάτια των μαθητών του.

–  Να είναι το ζωντανό παράδειγμα, συνδυάζοντας τους λόγους του με τις πράξεις του. «Δάσκαλε, που δίδασκες και λόγους δεν εκράτεις», λέει με σοφία ο λαός μας. Ασφαλώς κάτι θα ήξερε γι’ αυτό και το απαιτεί.

Όλα τα παραπάνω προσόντα απαρτίζουν την  προσωπικότητα του σύγχρονου καλού δασκάλου, ο οποίος μπορεί να γεννιέται, αλλά κυρίως γίνεται, αν το θέλει ο ίδιος, κατόπιν μακράς και επίπονης σπουδής στα παιδαγωγικά ιδρύματα, με συνεχείς επιμορφώσεις και ακόμη με μιας δια βίου αυτοαγωγής και αυτομόρφωσης, μελετώντας και παρακολουθώντας τις νέες εξελίξεις των επιστημών της Αγωγής. Τέλος πρέπει να αφοσιώνεται κατ’ αποκλειστικότητα στο έργο του, να καίγεται και να λιώνει σαν το κερί, για να φωτίζει τους μαθητές του.

Κυρίες και κύριοι, Από τη χρονιά που τοποθετήθηκα ως Σχολικός Σύμβουλος στην Περιφέρεια της Ολυμπίας, με έδρα τα Κρέστενα, είχα την τύχη  να γνωρίσω από κοντά πολλούς από τους τιμώμενους δασκάλους και να συνεργαστώ μαζί τους.

Είχα την ευθύνη της καθοδήγησης, για την εφαρμογή των νέων προγραμμάτων στο Δημοτικό Σχολείο, της ενημέρωσης για τα νέα διδακτικά βιβλία μαθητών και δασκάλων και ακόμη της υπόδειξης και παρακολούθησης του νέου τρόπου διδασκαλίας μέσα στις σχολικές τάξεις.

Νέοι  θεσμοί που πρωτοδοκιμάζονταν  τότε και κινδύνευαν να αποτύχουν, αν οι δάσκαλοι δεν είχαν θέληση, αν δεν τους διέκρινε υπευθυνότητα και δεν είχαν αγαστή συνεργασία μαζί μου. Δε θα ξεχάσω, όσο ζω, τα χρόνια που υπηρέτησα στην ίδια Περιφέρεια. Δε θα ξεχάσω τα Δημοτικά Σχολεία όλων των χωριών και κυρίως τους μαθητές με τα χαρούμενα πρόσωπα. Δε θα ξεχάσω τους φίλους, συναδέλφους και συνεργάτες δασκάλους, οι οποίοι με ιδιαίτερο ζήλο παρακολουθούσαν τα σεμινάρια που διοργάνωνα και τις δειγματικές διδασκαλίες που κάναμε (κατά Τάξη και μάθημα) στα περισσότερα σχολεία της Περιφέρειας. Και το σπουδαιότερο ότι, από την άλλη μέρα, εφάρμοζαν στην Τάξη τους, θα έλεγα και με επιτυχία, τις νέες μεθόδους διδασκαλίας.  

Το αν και πόσο πετύχαμε όλους τους στόχους που βάλαμε, από κοινού,  δε θα αναφερθώ στην παρούσα ομιλία μου. Πάντως εάν υπάρχουν τομείς που δεν πετύχαμε, από τους υπεύθυνους παράγοντες, τη μικρότερη ευθύνη την έχουν οι δάσκαλοι. Εκείνο όμως που μπορώ να πω, με κάθε ειλικρίνεια, βλέποντας μπροστά μου, μετά από πολλά χρόνια, τους τότε συνεργάτες μου, και δι’ αυτών να το πω και σε όλους όσους υπηρετούσαν τότε ή συνεχίζουν να υπηρετούν ακόμη, είναι ότι, τα χρόνια εκείνα ήταν χρόνια δημιουργικά και συμβάλλαμε, στο μέτρο που μας αναλογούσε, στην αλλαγή σελίδας στα εκπαιδευτικά δρώμενα, ταράζοντας λίγο πολύ τα στάσιμα νερά, σε σημείο να βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε ένα άλλο Δημοτικό Σχολείο. Μικρός αριθμός μαθητών κατά Τάξη, νέα αναλυτικά προγράμματα, εκπαιδευτικοί και άλλων ειδικοτήτων, καινούργια  διδακτήρια εφοδιασμένα με σύγχρονα εποπτικά μέσα διδασκαλίας κλπ., είναι μερικά από τα νέα γνωρίσματα του σημερινού σχολείου. ( Το κακό είναι ότι δεν έχομε παιδιά στα μικρά χωριά).

Με την αποχώρησή μου από την Περιφέρεια, λόγω της συνταξιοδότησης, τους εξέφρασα τις ευχαριστίες μου και τα συγχαρητήριά μου για την αγαστή συνεργασία μας. Σήμερα όμως μου δίνεται η ευκαιρία να τους πω και δυο λόγια παραπάνω, γυρίζοντας τη σκέψη μου στα χρόνια που συνεργαζόμασταν στον ίδιο στίβο. Πριν αυτού όμως θα αναφερθώ για λίγο και στα παλαιότερα χρόνια.

Θα τους υπενθυμίσω τα πέτρινα χρόνια, τότε που εμείς οι σημερινοί συνταξιούχοι δάσκαλοι διοριστήκαμε (αφήνοντας τις δυσκολίες κάτω από τις οποίες σπουδάσαμε) σε Μονοθέσια Σχολεία των πιο απόμακρων και δύσβατων χωριών της ελληνικής υπαίθρου. (Η Περιφέρεια της Ολυμπίας δεν υστερούσε στον τομέα αυτόν).

Τα χωριά μας τότε είχαν πολλά παιδιά. Ο μονοθεσίτης δάσκαλος( ή δασκάλα) ήταν ο μοναδικός κρατικός λειτουργός που υπηρετούσε εκεί. Χωρίς συγκοινωνία  τις πιο πολλές  φορές και δε μιλάμε για φως και τηλέφωνο. Και όταν με δυσκολία κατάφερνε να φτάσει στο χωριό, θα έφευγε μόνο στις διακοπές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του Καλοκαιριού. Χωρίς δυνατότητα διατροφής και  διαμονής. Πολλάκις έμενε στο ίδιο το σχολείο και εκ περιτροπής του έστελναν φαγητό οι μητέρες των παιδιών. (Ανοίγω παρένθεση για μια προσωπική αναφορά ):

 Με συγκίνηση θυμάμαι το διορισμό μου σε χωριό κοντά στα σύνορα της Πατρίδας . Νεαρός δάσκαλος τότε άκουγα μαθητές, γονείς και λοιπούς κατοίκους να με προσφωνούν «Κύριο». Είδα  γριούλες, που κάθονταν έξω, από την πόρτα του σπιτιού τους, μαζί με άλλες γειτόνισσες, να σηκώνονται, όταν πέρναγα από τη γειτονιά τους, για να δείξουν το σεβασμό τους στο δάσκαλο. Τιμητικά και πρωτόγνωρα πράγματα για μένα.

Έπρεπε να ξεχάσω τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα και να φανώ άξιος, του μεγάλου τίτλου του «Κυρίου» και του «Δασκάλου». Έπρεπε με τη δουλειά μου στο σχολείο και τη συμπεριφορά μου εκτός αυτού, να φανώ άξιος της τιμής, της οποίας γινόμουνα δέκτης από ασπρομάλληδες και σεβάσμιους ανθρώπους. (Κλείνω την παρένθεση).

Τα παλιά χρόνια ο μαθητής (που δεν ανήκε σε «διαβασμένη» οικογένεια, και αυτό συνέβαινε στους περισσότερους, κυρίως στα χωριά), περίμενε να φωτιστεί αποκλειστικά από το δάσκαλό του, και από το αλφαβητάρι – αναγνωστικό, αν το είχε και αυτό. Άλλα βοηθητικά βιβλία δεν είχε ο μαθητής. Συνήθως είχε πλάκα και κοντύλι, για να γράφει, Το μάθημα (περίληψη αυτού) το έγραφε ο δάσκαλος στο μαυροπίνακα, όσα ήξερε κι αυτός, γιατί  κατά κανόνα δεν είχε στο σχολείο ξεχωριστά βοηθήματα, εγκυκλοπαίδεια, ούτε και το βιβλίο που το έλεγαν «Άπασα ύλη». 

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει στην κυριολεξία για όλα τα ελληνόπουλα. Οι πηγές των πληροφοριών, για μικρά και μεγάλα παιδιά ακόμη και γα νήπια, έχουν πολλαπλασιαστεί σε βαθμό εκπληκτικό και οι κρουνοί τους (όπως: όλα τα σχολικά βιβλία κι εκείνα δωρεάν, εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, κομπιούτερ, ντοκιμαντέρ, ταξίδια κλπ. )  ρέουν μέσα στο σπίτι τους, ανεξάρτητα τόπου καταγωγής  και οικογένειας χωριού ή πόλης, αρκεί τα παιδιά να διψάνε για γνώση και μάθηση.

Οι μαθητές, ανάλογα με τις δυνάμεις και τα ενδιαφέροντά τους, παίρνουν γνώσεις από όλες τις περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας : ιστορικές, γεωγραφικές, πολιτιστικές, γνώσεις φυσικής, χημείας, κοσμογραφίας, αθλητικές κλπ.

Και ας μην ξεχνάμε ότι σήμερα, σχολεία με λιγότερους μαθητές έχουν πιο πολλούς δασκάλους. Εκτός αυτού έχουν και δασκάλους – καθηγητές ειδικοτήτων : Γυμναστή, καλλιτέχνη, μουσικό, ξένων γλωσσών και επιπλέον ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο και ενισχυτική διδασκαλία για τους αδύνατους μαθητές. 

Οι παλαιότεροι θυμόμαστε ότι, από τα μαθητικά μας ακόμη χρόνια, η άγνοια των μαθητών τους έκανε να σκύβουν παθητικά το κεφάλι και να δέχονται αδιαμαρτύρητα την «αυθεντία» του δασκάλου, όπως την έλεγαν.

 Σήμερα τα πράγματα διαφέρουν ριζικά. Η «αμφισβήτηση» της  αυθεντίας του παντογνώστη δασκάλου έχει εισβάλλει και στα Δημοτικά Σχολεία (πέραν των άλλων βαθμίδων της εκπαίδευσης) και έχει κάνει δύσκολο το έργο και πιο πολύ του αδιάβαστου και απροετοίμαστου για τη διδασκαλία δασκάλου. Του υποβάλλονται κάτι ερωτήσεις και απορίες που δεν τις περιμένει.

Με τη σημερινή ευκαιρία θα ήθελα να πληροφορήσω και να διαβεβαιώσω τα μέλη του Συνδέσμου Σκιλλουντίων και δι’ αυτών όλη την Κοινωνία του Δήμου τους ότι, κατά την 5ετία που είχα την τιμή και τη χαρά να είμαι Σχολικός Σύμβουλος στην Περιφέρεια Ολυμπίας, τους Δασκάλους που τιμάτε σήμερα, τους βρήκα στα σχολεία τους ώριμους και καταξιωμένους, με πολλά χρόνια στη υπηρεσία, με πείρα στη ζωή και στο επάγγελμα, τους είδα να στέκονται, καθημερινά, με πολλή αγάπη κοντά στους μαθητές τους και να τους βοηθούν στα μαθήματα, για να ωριμάσουν, να ενηλικιωθούν σωματικά και πνευματικά και να γίνουν αυθύπαρκτοι και χρήσιμοι στην κοινωνία άνθρωποι.

Οι τιμώμενοι δάσκαλοι έφεραν επάξια τον τίτλο του καλού, υπεύθυνου και σύγχρονου δασκάλου και ανταποκρίθηκαν ικανοποιητικά στις απαιτήσεις μιας μεταβατικής περιόδου στα εκπαιδευτικά πράγματα. Η αλλαγή ήταν και δικός τους στόχος, και δική τους υπόθεση.

Δεν ήταν οι κουρασμένοι δάσκαλοι που «παράδιναν» το μάθημα, σύμφωνα με τα παλιά πρότυπα,  στρογγυλοκαθισμένοι στην έδρα τους, σε μαθητές φοβισμένους και με δεμένα τα χέρια, δηλαδή σε παθητικούς δέκτες. Μα αν κάποια φορά και για τις ανάγκες της διδασκαλίας ενός μαθήματος ακολουθούσαν παρόμοια μέθοδο, δεν τελείωνε στη φάση αυτή το έργο τους, αδιαφορώντας ποιοι μαθητές το έμαθαν και ποιοι δεν το έμαθαν.

Κατά κανόνα, αφού είχαν επαρκώς προετοιμαστεί για τη διδασκαλία, δημιουργούσαν με μαεστρία το κατάλληλο κλίμα μέσα στην Τάξη και χωρίς αυταρχικότητα και χωρίς να κρατούν τη βέργα, για φόβητρο, στο χέρι τους, κατέβαιναν από την έδρα φιλικά κοντά στους μαθητές τους, σύμφωνα με τις νεότερες υποδείξεις. Έτσι κάπως άρχιζε η διδασκαλία και η μάθηση.

Εκεί με την καθοδήγηση, τις συμβουλές, με  χρήση πολλών οπτικοακουστικών μέσων, με πειράματα και με ερωτήσεις, που ενθάρρυναν και οδηγούσαν τους μαθητές τους στο σωστό δρόμο και στις πηγές, για να αναζητήσουν και να πετύχουν τον αντικειμενικό στόχο, δηλ. την ανακάλυψη και απόκτηση της νέας γνώσης.

Με άλλα λόγια, δεν τους μάθαιναν και δεν απαιτούσαν να πουν παπαγαλία το μάθημα, αλλά έδιναν βαρύτητα σε ένα άλλο σκέλος. Μάθαιναν στα παιδιά τον τρόπο, πως δηλαδή να αποκτούν τη γνώση και μόνα τους, πως να βρίσκουν λύσεις στα προβλήματα αυτενεργώντας, όταν θα έρχονταν αντιμέτωπα με αυτά στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, και αυτό ήταν το σπουδαιότερο. Δεν έδιναν ένα καθαρισμένο και τηγανισμένο ψάρι στο πιάτο τους, αλλά τα  μάθαιναν, αφού τα εφοδίαζαν με όλα τα σύνεργα, να ψαρεύουν και μόνα τους, για να έχουν καλή ψαριά για πάντα.

Άξιος ο μισθός τους έλεγα όταν έφευγα από την Τάξη τους. Και σήμερα, από το βήμα αυτό, τους το ξαναλέω. Άξιοι της  τιμής, που τους γίνεται και εκ μέρους του Συνδέσμου των Σκιλλουντίων. Αυτό είναι ένα τρανό δείγμα αναγνώρισης, σε τοπικό επίπεδο, (αν και κανείς δεν αγιάζει στον τόπο του), του  εκπαιδευτικού έργου που επιτέλεσαν. Ο καρπός του δασκαλικού έργου τους ωρίμασε και είναι τυχεροί που «εν ζωή» τον γεύονται. Τα φώτα που έδωσαν δεν έσβησαν ακόμη, τα κρατούν αναμμένα καλοί λαμπαδηδρόμοι, οι μαθητές τους και οι συντοπίτες τους.

Με τη σειρά μου τους συγχαίρω από τα βάθη της καρδιάς μου και τους αφιερώνω το παρακάτω ποίημα από την Ποιητική μου Συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ». «ΤΟ  ΦΩΣ»: Δάσκαλος σημαίνει φως, / σύμβουλος και οδηγός  / του  παιδιού παντοτινός. // Το σχολείο είναι φως, / φάρος στον ωκεανό / και λιμάνι και ναός. // Το βιβλίο είναι φως, / φίλος στο παιδί πιστός / και της γνώσης κιβωτός.     

Υ.Γ.:  Η ομιλία αυτή έγινε κατά την εκδήλωση, που έκανε ο Σύνδεσμος Σκιλλουντίων, για να τιμήσει τους συνταξιούχους δασκάλους του Δήμου Κρεστένων, στην κατάμεστη  αίθουσα τελετών  του Συνδέσμου, Δεληγιώργη 24 – ΑΘΗΝΑ,  30 Νοεμβρίου 2003). 


ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ

ceb1cf81cebaceb1ceb4ceb9ceb1

Στις 14 Ιουλίου 2011, ημέρα Πέμπτη, πρωί πρωί ξεκινήσαμε από το χωριό μας , την Καρυά Αργολίδας, που είναι φωλιασμένη στις δασωμένες ανατολικές πλαγιές του Αρτεμισίου, μία τριμελής καλή φιλική παρέα, για μια ημερήσια εκδρομή στην όμορφη και γειτονική μας Αρκαδία.Από τον κόμβο της Στέρνας πήραμε τη νέα εθνική οδό Κορίνθου-Καλαμάτας και αφού περάσαμε τις τρεις σήραγγες βρεθήκαμε στην Αρκαδία. Πρώτος σταθμός ένα σύγχρονο πολυτελές κέντρο, για ολιγόωρη ανάπαυση και εξυπηρέτηση κάθε ανάγκης των εποχούμενων περαστικών για τη Μεσσηνία, Λακωνία και Ηλεία, αλλά και των μόνιμων κατοίκων και επισκεπτών της Αρκαδικής γης. Ένα ελληνικό καφεδάκι στη δυτική πλέον πλευρά του Αρτεμισίου και ένα ποτήρι δροσερό νερό ήταν το καλύτερο καλωσόρισμα.
Φύγαμε και σε μικρή απόσταση, το πρώτο αρκαδικό χωριό που συναντήσαμε, ήταν η Νεστάνη (Τσιπιανά), πολύ γνωστό σε μας γιατί συνορεύει και με το δικό μας χωριό, εκεί ψηλά στις ράχες του Αρτεμισίου. Τα δύο αυτά χωριά και γενικότερα η Μαντινεία με την Αργολίδα από τα αρχαία χρόνια συνδεόντουσαν με τη γνωστή «οδό των Πρίνων», που την αναφέρει ο γνωστός περιηγητής Παυσανίας. Αιωνόβια πουρνάρια κατά τη διαδρομή εκείνη υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Από μουλαρόδρομος που ήταν, για να εξυπηρετούνται οι γεωργοκτηνοτρόφοι των δύο χωριών, έγινε ένας αυτοκινητόδρομος της κακιάς ώρας, πάλι καλά, μόνο για τρακτέρ. Με τον καιρό όμως ο μισός αυτός δρόμος από το μέρος της Καρυάς (Αργολίδας) ασφαλτοστρώθηκε. Δυστυχώς όμως η Νομαρχία της Αρκαδίας δεν επισκεύασε το τμήμα που της αναλογούσε, δηλ. από Νεστάνη προς Καρυά, αν και έκανε κάποια αρχή. Περιμένουμε τώρα την Περιφέρεια μήπως ολοκληρώσει το έργο για το καλό και των δύο Νομών. Ένα αξιοπερίεργο που συμβαίνει στο χώρο που βλέπομε μπροστά μας είναι ότι ο μικρός κάμπος που απλώνεται στα πόδια της Νεστάνης, το χειμώνα πλημμυρίζει, γίνεται λίμνη και επειδή δεν υπάρχει ποτάμι για να διαφύγει, έχει δημιουργηθεί στην άκρη της πλαγιάς μία καταβόθρα που καταπίνει όλο αυτό το νερό. Λένε ότι μπορεί να είναι και αυτό που βγάζει η πηγή στο Κεφαλάρι του Άργους. Εμείς όμως δε χάσαμε την ευκαιρία, που μας έδινε η ημερήσια αυτή εκδρομή. Στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε μέσα στη ΝΕΣΤΑΝΗ. Πανέμορφο χωριό με ελάχιστους κατοίκους κι αυτούς ηλικιωμένους.

 η Νεστάνη

Η Νεστάνη με το μεγαλοπρεπή βράχο Γουλά.

Οι περισσότεροι, όπως έχει συμβεί και στα άλλα χωριά της Αρκαδίας και όχι μόνο, έχουν μεταναστέψει , έχουν προκόψει στην ξενιτιά και έχουν δημιουργήσει μεγάλες ελληνικές κοινότητες στο Σικάγο της Αμερικής, στον Καναδά και σε άλλα μέρη.

Από το χωριό ανεβήκαμε ψηλά στον μεγαλοπρεπή βράχο (το Γουλά), στα ριζά του οποίου βρίσκεται το ξακουστό μοναστήρι «Η Παναγία η Γοργοεπήκοος», όπου τιμάται η Κοίμηση της Θεοτόκου. Στο Μοναστήρι αυτό θυμηθήκαμε ότι κάθε Δεκαπενταύγουστο , τον καιρό που ήμασταν παιδιά, που μας έφερναν οι μανάδες μας, για να μεταλάβουμε. Φαίνεται ότι το είχαν τάμα όλες οι γυναίκες της Καρυάς. Αλλά και επί των ημερών μας οι Καρυώτες συνεχίζουν να είναι τακτικοί προσκυνητές και να παρακολουθούν τις βραδινές Αυγουστιάτικες παρακλήσεις που γίνονται στην Παναγία. Από εκεί ψηλά αγναντέψαμε όλο το λεκανοπέδιο της Τριπολιτσάς. Αφού ανάψαμε το κεράκι μας και ασπασθήκαμε, πέραν των άλλων εικόνων, και το σπάνιο κειμήλιο , την δια χειρός του ευαγγελιστή Λουκά ζωγραφισμένη εικόνα της Παναγίας, αναχωρήσαμε γιατί μας περίμενε μεγάλη διαδρομή ακόμη. Μετά τα διόδια Νεστάνης πήραμε το δρόμο για την Ολυμπία, διασχίζοντας τον εύφορο κάμπο της Μηλιάς. Ξακουστός για τις πατάτες πρώτης ποιότητας, το καλαμπόκι, το σάρωμα, τα σιτηρά, τα αμπέλια κλπ. Τα παλαιότερα χρόνια την εποχή του όψιμου θερισμού, σχετικά με το θερισμό στο κάμπο του Άργους να πούμε, δούλευαν εκεί πολλοί συγχωριανοί μας, στον αποκαλούμενο και ως «πίσω θέρο». Πάνε τα χρόνια εκείνα τα καλά, γιατί όπως βλέπομε τώρα ο κάμπος αυτός είναι εν πολλοίς ακαλλιέργητος στη μεγαλύτερή του έκταση. (Στην πρώτη μεγάλη διασταύρωση γράφει, αριστερά Τρίπολη και δεξιά Αρχαία Μαντινεία. Αξιόλογοι προορισμοί, όχι όμως για σήμερα και συνεχίζομε.)

Μας προβληματίζει και μας στενοχωρεί η μεγάλη ερήμωση και εγκατάλειψη που βλέπομε σε όλη τη διαδρομή που ακολουθούμε. Οι γκορτσιές, τα πουρνάρια, τα κέδρα και άλλα άγρια δέντρα θεριεύουν και κυριαρχούν εκεί που άλλοτε ήταν καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Επίσης δε συναντήσαμε ούτε ένα κοπάδι γιδοπρόβατα, εκεί που η κτηνοτροφία ήκμαζε στο πρόσφατο παρελθόν. Μοναδική εξαίρεση οφθαλμοφανούς καλλιέργειας ήταν οι γνωστοί στην περιοχή αμπελώνες του Καμπά. Τη μόνη δραστηριότητα που παρακολουθήσαμε στη διαδρομή ήταν αυτή που γινότανε στα βενζινάδικα, που φυτρώνουν κατά διαστήματα στον κεντρικό δρόμο.
Η ζέστη όμως αρχίζει να μεγαλώνει κι εμείς περνώντας το χωριό Κάψια φτάσαμε στη διασταύρωση του Καρδαρά, όπου αντί να συνεχίσουμε το δρόμο προς το Λεβίδι, στρίψαμε αριστερά, προς τα εκεί που η πινακίδα έγραφε «ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΙΝΑΛΟΥ». Εκεί φυσικά πηγαίνει πολύς κόσμος για το χιόνι το χειμώνα, εμείς πήγαμε το κατακαλόκαιρο και δε μετανιώσαμε. Στο πρώτο χιλιόμετρο συναντήσαμε τα πρώτα έλατα και τις πρώτες ανηφορικές στροφές. Ήδη βρισκόμασταν στο κατάφυτο με έλατα Μαίναλο. Στο κεντρικό βουνό της Αρκαδίας και της Πελοποννήσου ολόκληρης, με ψηλότερη κορυφή την Οστρακίνα, 1981 μέτρα υψόμετρο. Στο βουνό που στην αρχαιότητα λατρευόταν ο τραγοπόδαρος Θεός Πάνας, προστάτης των κτηνοτρόφων.

το ελατοσκέπαστο Μαίναλο

Το ελατοσκέπαστο Μαίναλο.

Το αυτοκίνητό μας κατάπινε σιγά-σιγά τα χιλιόμετρα του καλοδιατηρημένου επαρχιακού δρόμου, όχι μόνο γιατί ήταν ανηφορικός αλλά γιατί εμείς κατενθουσιασμένοι από όσα βλέπαμε, θέλαμε να απολαμβάνομε τη μοναδική και απερίγραπτη ομορφιά. Στην κυριολεξία περνάγαμε κάτω από τα πανύψηλα και λυγερόκορμα έλατα, τα οποία στόλιζαν το βουνό σε όση έκταση έφτανε το οπτικό μας πεδίο. Σε ορισμένα σημεία μάλιστα χάναμε και τον ουρανό. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεξιά και αριστερά του δρόμου πολλοί μελισσοκόμοι είχαν τοποθετήσει σε σειρές αμέτρητες με διακριτικά χρώματα κυψέλες, για την παραγωγή του γνωστού μελιού της περιοχής και μάλιστα πρώτης ποιότητας. Η δροσιά όσο ανεβαίναμε γινόταν και πιο αισθητή και την απολαύσαμε περισσότερο όταν φτάσαμε ψηλά στο μεγάλο ξέφωτο από έλατα, στο χιονοδρομικό κέντρο και κάναμε την πρώτη μας στάση σε υψόμετρο 1600 μέτρων. Βλέποντας το χώρο γύρω μας πιστέψαμε ότι σ’ αυτόν τον ειδυλλιακό χώρο θα είχαν τα λημέρια τους οι αϊτοί της ρωμιοσύνης, οι ήρωες, οι κλέφτες, οι αρματολοί του 1821 και άλλοι πιο σύγχρονοι καπεταναίοι της εθνικής μας Αντίστασης. Φυσικά αυτά που βλέπαμε δεν είχαν καμία σχέση με όσα διαδραματίζονται το χειμώνα με το κατάλευκο τοπίο, το κρύο , το χιόνι, το σκι και τις λοιπές δραστηριότητες. Εκεί ψηλά εκτός από μελισσοκόμους συναντήσαμε λίγους δασοφύλακες και μερικούς ανθρώπους που μάζευαν στα γυμνά και ξέφωτα ψηλώματα το πασίγνωστο αρωματικό τσάι του βουνού. Παίρνοντας βαθιές ανάσες καθαρού αέρα, γεμίζοντας έτσι τα πνευμόνια μας με οξυγόνο και ευχαριστημένοι με όσα βλέπαμε κα νιώθαμε, συστήνουμε ανεπιφύλακτα και υπεύθυνα σε μικρούς και μεγάλους την καλοκαιρινή ανάβαση στο Μαίναλο. Είναι δελεαστικός προορισμός για μια ημερήσια απόδραση. Δικαιολογημένα λοιπόν τα διεθνή βραβεία με τα οποία έχει τιμηθεί το Μαίναλο για τις φυσικές του ομορφιές κατά τη διάρκεια φυσικά όλων των εποχών του χρόνου.

Ο δρόμος συνεχίζει προς τη δυτική πλευρά του Μαινάλου και τον ακολουθούμε. Πριν αρχίσουμε να κατηφορίζουμε ξεπετάχτηκαν μπροστά μας δύο λυκόσκυλα με κακές διαθέσεις και μας ακολουθούσαν γαυγίζοντας. Δίπλα μέσα από τα έλατα φάνηκε ένα κοπάδι γίδια με τα κελαηδιστικά τροκάνια τους. Κάπου εκεί ανάμεσα στους θάμνους είδαμε κι έναν βοσκό αχτένιστο, με μεγάλη γενειάδα, με τη γκλίτσα στο χέρι, να σαλαγάει τα γίδια του σφυρίζοντας και η σκέψη μας πήγε, μήπως ήτανε ο ίδιος ο θεός Πάνας.
Συνεχίζουμε μια ίδια διαδρομή αλλά με κατηφορικές στροφές. Για πολλά χιλιόμετρα δε βλέπαμε προς καμία κατεύθυνση σπίτια, κατοικήσιμο μέρος. Μόνο σπιτάκια μελισσών βλέπαμε. Η δροσιά μάς έκανε να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στα μέσα Ιουλίου. Η πρασινάδα και τα λουλούδια μάς θύμιζαν Άνοιξη. Κατεβαίναμε με το πόδι στο φρένο. Σιγά-σιγά. Σα να μη θέλαμε να φύγουμε. Γνωρίζαμε ότι αφήναμε πίσω μας ένα σπάνιο τοπίο, μία πρωτόγνωρη ομορφιά, άγνωστη σε πολλούς ανθρώπους. 
Από κάποιο σημείο της καθόδου μας αντικρίσαμε ένα συγκεντρωμένο μεγάλο χωριό με κεραμιδοσκεπές στα σπίτια. Ήταν η όμορφη και ξακουστή ΒΥΤΙΝΑ.

στην πλατεία της Βυτίνας, ο Άγιος Τρύφωνας

Στην πλατεία της Βυτίνας, ο Άγιος Τρύφωνας.

Το αξιολογότερο ορεινό θέρετρο της Πελοποννήσου. Μας ξάφνιασε, δεν την περιμέναμε εκεί ή δε θέλαμε να τελειώσει η διαδρομή με τα έλατα. Την είχαμε επισκεφτεί άλλη φορά και για το λόγο αυτό και επειδή δε μας το επέτρεπε και ο χρόνος, την παρακάμψαμε και συνεχίσαμε πια τον κεντρικό δρόμο για τον κυρίως προορισμό μας που ήταν η Δημητσάνα.
Τον ορεινό όγκο του Μαινάλου με τους μύθους, τους θρύλους, την ιστορία και τις λοιπές του ομορφιές δε θα τον χάσουμε από τα μάτια μας σε όλη μας την υπόλοιπη διαδρομή. Προς το παρόν θα μας συντροφεύει μέχρι και τη διασταύρωση της Καρκαλούς. Εκεί μία πινακίδα μας υπενθυμίζει ότι βρισκόμαστε στη Γορτυνία και μία άλλη μας καλωσορίζει στα όρια του Δήμου Δημητσάνας. ΄Αρα πλησιάζουμε. Κάπου εκεί κοντά είναι και οι πηγές του Λούσιου ποταμού. Αφήνουμε το δρόμο προς τα Λαγκάδια και στρίβουμε προς τ’ αριστερά. Ο στενός δρόμος ακολουθεί τις όχθες του ποταμού και όταν χρειάζεται διασταυρώνεται μαζί του με γραφικά γεφυράκια. Ο δρόμος δεν το επιτρέπει να τρέχεις γρήγορα αλλά πηγαίνεις αργά και σκόπιμα για να απολαμβάνεις τόσο τις διαδοχικές ομορφιές όσο και για να ακούς τους ήχους των τζιτζικιών και των πουλιών.

Μετά από μία στροφή του δρόμου, ξαφνικά υψώνεται μπροστά μας η ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ. Σταματάμε να την φωτογραφίσουμε. Αυτό λοιπόν είναι το γραφικό, το ξακουστό και ιστορικό χωριό! Τη βλέπομε πετρόχτιστη πάνω σε μία λοφοράχη και δεξιά της στο βάθος να βρίσκεται το φαράγγι του Λούσιου. Από την ιστορία θυμηθήκαμε τη μεγάλη προσφορά της στο Έθνος και την Ορθοδοξία. Με το Δημητσανίτικο μπαρούτι των 14 μπαρουτόμυλων στο Λούσιο, που δούλευαν ακατάπαυστα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, έφτιαχναν τα φυσεκλίκια για τα καριοφίλια των αγωνιστών, με πρώτους τους Αρκάδες καπεταναίους και κλεφταρματολούς. Χωρίς το μπαρούτι αυτό είναι βέβαιο ότι ο δρόμος προς τη λευτεριά θα ήταν πιο μακρύς και δύσβατος.
Ακόμη θυμηθήκαμε τους μεγάλους Δημητσανίτες ιεράρχες, τον εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και το Δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό, που ύψωσε το λάβαρο της εξέγερσης του Έθνους στα Καλάβρυτα, τα σπίτια των οποίων διατηρούνται ακόμη στη Δημητσάνα. Σε λίγο θα τα δούμε κι από κοντά. Θα δούμε ακόμη το λαογραφικό Μουσείο , τα αρχοντικά σπίτια, τις εκκλησιές με τα μεγάλα καμπαναριά, το οίκημα της Μητρόπολης Γόρτυνος και την αξιόλογη βιβλιοθήκη, της οποίας πολλά ιστορικά βιβλία θυσιάστηκαν στο βωμό κι αυτά για την κατασκευή των φυσεκίων. Αλλά προς το παρόν περάσαμε τον μοναδικό και στενό της δρόμο, μια ημέρα που γινότανε και λαϊκή αγορά, για να πάμε να δούμε το σύγχρονο  ΜΟΥΣΕΙΟ ΥΔΡΟΚΙΝΗΣΗΣ  και να επιστρέψουμε γρήγορα να περπατήσουμε τα καλντερίμια της, να επισκεφθούμε τα αξιοθέατα και να γευτούμε τα φημολογούμενα νόστιμα φαγητά της.

Το κεφαλάρι του αϊ Γιάννη στην Δημητσάνα

Το κεφαλάρι του Αη-Γιάννη στην Δημητσάνα.

Φτάσαμε λοιπόν στο ΚΕΦΑΛΑΡΙ ΤΟΥ ΑΗ-ΓΙΑΝΝΗ , με το κελαρυστό και κρύο νερό του, ήπιαμε με την κούπα που έχουν προσδέσει εκεί για το σκοπό αυτό και δροσιστήκαμε κάτω από τα πελώρια βαθύσκιωτα πλατάνια. Συγχαρητήρια σε όσους είχαν την φαεινή ιδέα και την πρωτοβουλία της ίδρυσης του Μουσείου της Υδροκίνησης. Διδακτικό και παραστατικό για τους νέους επισκέπτες αλλά επαναφέρει μνήμες και βιώματα άλλων εποχών και στους ηλικιωμένους. Οργανωμένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια με θαυμάσιο τρόπο και θα λέγαμε ότι είναι ακριβές αντίγραφο της πραγματικότητας. Πινακίδες, παλιές φωτογραφίες, ενημερωτικά στοιχεία, ακουστικές περιγραφές κατατοπίζουν τους επισκέπτες για τα όργανα που βλέπουν και τα οποία με τη βοήθεια των ξεναγών-υπαλλήλων τίθενται και σε ολιγόλεπτη λειτουργία για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα . Είδαμε και θαυμάσαμε τα μεγάλα βαγένια , από τα οποία πέφτει το νερό από ψηλά με μεγάλη δύναμη, τη νεροτριβή, τον αλευρόμυλο και το άλεσμα καλαμποκιού, το βυρσοδεψείο και τον τρόπο κατεργασίας των δερμάτων και τον μπαρουτόμυλο με οπτικοακουστική επιπλέον ενημέρωση. Όλα αυτά σε μεγάλο αριθμό υπήρχαν και λειτουργούσαν, σε παλιότερες εποχές, κατά μήκος του απότομου φαραγγιού του Λούσιου, σε τοποθεσίες που ευνοούντο από την πτώση του νερού. Το νερό αυτό που το θαυμάζουμε στους καταρράκτες και που χρησιμοποιείται και για αγωνιστικούς σκοπούς, κατά τους χειμερινούς μήνες, τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, για να φτάσει όσο το δυνατόν νωρίτερα και ν’ ανταμώσει τον Αλφειό ποταμό. Στο ίδιο απόκρημνο φαράγγι, δεξιά και αριστερά, για λόγους ασφαλείας, κτίστηκαν από ιερομόναχους τρεις μεγάλες ΜΟΝΕΣ, του Φιλοσόφου, των Αιμυαλών και του ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, που έγραψαν τη δική τους ιστορία η κάθε μια στα χρόνια της Επανάστασης του Γένους και όχι μόνο. Τις είδαμε από μακριά αλλά υποσχεθήκαμε ότι μια άλλη φορά θα επιστρέψουμε στο χώρο αυτό ειδικά για τις τρεις Μονές. Στην περιοχή αυτή ο χρόνος τρέχει γρήγορα σαν τα νερά του Λούσιου. Αργήσαμε, γι’ αυτό και πήραμε το δρόμο του γυρισμού για τη Δημητσάνα. Ήμασταν όμως άτυχοι. Ένα μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο είχε στριμωχθεί στον στενό δρόμο μέσα στη Δημητσάνα με κάποιο άλλο μικρό, παράνομα παρκαρισμένο φαντάζομαι. Μπλοκαρίστηκαν πολλά αυτοκίνητα, ούτε μπρος ούτε πίσω και η ουρά πολύ μεγάλη. Τι να κάνουμε και πόση ώρα να περιμένουμε. Η ζέστη αφόρητη. Να αφήσουμε το αυτοκίνητο και που, για να πάμε με τα πόδια; Δεν το βρήκαμε τόσο εύκολο και εύλογο. Φανταστήκαμε ότι αυτό λόγω της μεγάλης τουριστικής κίνησης και της στενότητας του δρόμου θα επαναλαμβάνεται συχνά. Επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό από τις τοπικές αρχές, που θα διευκολύνει τους μόνιμους κατοίκους, τους περαστικούς και τους χιλιάδες εκδρομείς και τουρίστες με πούλμαν. Π.χ. να διανοιχτεί καινούργιος δρόμος, να διαπλατυνθεί ο υπάρχων, να δημιουργηθούν πάρκινγκ, να απαγορευτεί η στάθμευση, να γίνεται η διέλευση με σηματοδότηση κλπ. δεν ξέρω τι άλλο να πω. Τέλος πάντων εμείς προ του προβλήματος αυτού αλλάξαμε πρόγραμμα με χαλασμένη τη διάθεσή μας, που δε χαρήκαμε περισσότερο τη Δημητσάνα και αφού αποτίσαμε φόρο τιμής στο άγαλμα του μαρτυρικού Πατριάρχη του Γρηγορίου του Ε΄, φύγαμε προς την άλλη κατεύθυνση, δηλ. προς τη Μεγαλόπολη. Σε λίγο φτάσαμε στη ΣΤΕΜΝΙΤΣΑ. Είχαμε τις σχετικές πληροφορίες, αλλά άλλο να ακούσεις και άλλο να τη δεις με τα μάτια σου. Ένα πραγματικό καλλιτέχνημα. Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει. Αρχίζοντας από τον Άγιο Γεώργιο και το Καμπαναριό στην πλατεία μέχρι και την τελευταία μάντρα στις άκρες του χωριού. Οι πιο ξακουστοί μαστόροι λάξεψαν την πιο καλή πέτρα, πελεκήσανε αγκωνάρια και συναγωνιστήκανε ποιος θα χτίσει το καλύτερο σπίτι.

η ΣΤτεμνίτσα

Η Στεμνίτσα.

Φαντάζομαι ότι οι γείτονες Λαγκαδιανοί χτιστάδες θα βάλλανε κι αυτοί το μαστορικό χεράκι τους. Το πέτρινο αυτό στολίδι, πάλι του Μαινάλου, είναι χτισμένο στα 1080 μέτρα υψόμετρο. Έπαιξε κι αυτό πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, ήταν αγαπητό στέκι του Γέρου του Μοριά, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και έγινε έδρα της πρώτης Πελοποννησιακής Γερουσίας. Λόγω του ορεινού και άγονου εδάφους οι κάτοικοι από τα παλιά χρόνια στράφηκαν προς το εμπόριο και την αργυροχρυσοχοϊα. Γι’ αυτό και τιμητικά στη Στεμνίτσα ιδρύθηκε και λειτουργεί και σήμερα ομώνυμη τεχνική Σχολή. Η παρέα μου κι εγώ αφού περπατήσαμε στα στενά δρομάκια και θαυμάσαμε τα πέτρινα αριστουργήματα, καθίσαμε στην δροσερή και φιλόξενη πλατεία της για ξεκούραση και για φαγητό. Το κατσικάκι ριγανάτο και σε μεγάλες μερίδες ήταν τόσο νόστιμο και καλομαγειρεμένο που θα μας μείνει αξέχαστο. Επιπλέον πολύ φτηνό και νιώσαμε σπιτική περιποίηση παρά εστιατορίου. Ευχαριστημένοι αποχαιρετήσαμε την όμορφη Στεμνίτσα. Από τη Νότια πλαγιά του Μαινάλου κατερχόμενοι βλέπαμε τη Μεγαλόπολη με την πεδιάδα της και τις καμινάδες της ΔΕΗ να καπνίζουν αρημανίως. Αναγκαίο κακό και προϋπόθεση για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το πρώτο χωριό που συναντήσαμε, πατώντας σιγά σιγά ημιορεινό πια μέρος ήταν το χωριό ΕΛΛΗΝΙΚΟ (Μουλάτσι), που συναγωνίζεται σε ομορφιά όλα τα άλλα χωριά της Γορτυνίας.

το Ελληνικό Γορτυνίας

Το Ελληνικό Γορτυνίας.

Οι κάτοικοι του χωριού αυτού, για τα παλιά χρόνια μιλάμε, είχαν μια ιδιαίτερη επαγγελματική δραστηριότητα, ήταν μπαλωματήδες και κατασκευαστές καινούργιων παπουτσιών. Με τα απαραίτητα εργαλεία, φαλτσέτα , τανάλια , σφυρί, σουφλί, βελόνες και με τα χρειαζούμενα υλικά, όπως καρφιά, δέρμα, σπάγκο κ.λπ., μέσα σε ένα δισάκι, φορτωμένο στον ώμο τους γύριζαν, φυσικά οι άνδρες, όλα τα χωριά της Αρκαδίας και των γύρω Νομών, για αναζήτηση δουλειάς, που κρατούσε αρκετούς μήνες. Στο χωριό έμεναν πίσω οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες να φροντίζουν τα παιδιά και τις υπόλοιπες αγροτικές δουλειές. Το χωριό αυτό το ξέρουμε καλά εμείς οι Καρυώτες της Αργολίδας γιατί και στο χωριό μας ερχόντουσαν μπαλωματήδες από το Μουλάτσι. Ένας μάλιστα, Βαγγέλης Παναγόπουλος , πολύ αγαπητός και γνωστός ως Μουλατσιώτης, έμεινε μόνιμα στο χωριό μας και μετά το θάνατό του, αφού σκοτώθηκε σε μία στροφή, στο έμπα του χωριού μας, από τους Γερμανούς κατακτητές και από τότε τον τόπο της εκτέλεσης τον λέμε στροφή του Μουλατσιώτη. Αν και ο χρόνος δεν μας το επέτρεπε, ο ήλιος γέρνει χωρίς να μειώνεται και η ζέστη, θα ήταν μεγάλη μας παράλειψη, εδώ που φτάσαμε, αν δεν πηγαίναμε, έστω και για λίγο, σε ένα από τα ομορφότερα χωριά της Γορτυνίας, κάνει μπαμ και από μακριά. Ανεβήκαμε λοιπόν στην ιστορική ΚΑΡΥΤΑΙΝΑ, τη γνωστή και ως Καστροπολιτεία. Είναι χτισμένη ψηλά στο λόφο και έχει για στολίδι το καλοδιατηρημένο μεσαιωνικό ΚΑΣΤΡΟ της. Το κάστρο αυτό χρησιμοποίησε και ο καπετάν Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης ως ορμητήριο, κατά τις επιθέσεις του εναντίον του Ιμπραήμ. Είναι ένας παραδοσιακός οικισμός και μέχρι πρότινος και έδρα του Δήμου Γόρτυνος. Εντυπωσιακό είναι και το φαράγγι της, εκεί που περνάει ο Αλφειός ποταμός, που την προστάτευε από τους εχθρούς, όπως και το Κάστρο της, αλλά με φυσική οχύρωση. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε και τη γέφυρα του Αλφειού ποταμού, γνωστή σε όλους τους Έλληνες, γιατί κοσμούσε παλαιότερα το χαρτονόμισμα των 5.000 δραχμών.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ


Ο ήλιος όλο και «χαμηλώνει κι η μέρα σώνεται» κι εμείς μετά από μία μικρή στάση στη Μεγαλόπολη για ένα αναψυκτικό, φτάσαμε στον Κόμβο της νέας εθνικής οδού. Η διέλευσή της για μένα και την παρέα μου γινότανε για πρώτη φορά και ήταν μία ξεχωριστή εμπειρία. Μέσα από τις καινούργιες σήραγγες, που δόθηκαν σε κυκλοφορία τους περασμένους μήνες, το πότε φτάσαμε στον Κόμβο της Στέρνας και από εκεί στο χωριό μας, δεν το καταλάβαμε. Γυρίζοντας με το καλό στα σπίτια μας και αναλογιζόμενοι που και που πήγαμε, τα πόσα αξιοθέατα είδαμε και τι διδαχτήκαμε, καταλήξαμε στο πρώτο συμπέρασμα ότι αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη ημερήσια απόδραση και περιήγηση της Αρκαδίας, αλλά ήταν ένα φυλλομέτρημα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους. Θα τη συστήνουμε σε κάθε ευκαιρία και σε κάθε συνομιλητή μας. Επειδή όμως αυτά που δεν είδαμε είναι περισσότερα και πολλά είναι και σημαντικότερα από αυτά που είδαμε, καταλήξαμε στο δεύτερο συμπέρασμα ότι η σημερινή μας περιήγηση είναι μία από τις αμέτρητες ημερήσιες αποδράσεις, που πρέπει να κάνει κάθε Έλληνας αν θέλει να γνωρίσει ολόκληρη την Αρκαδική γη, το καμάρι του Μοριά.


Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

« ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ »

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΒΟΥΤΗΡΑΣ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ

Ο Δημοσθένης Βουτυράς είναι ένας από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους της νεοελληνικής πεζογραφίας του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε το 1872 στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η καταγωγή του ήταν από την Κέα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Μεσολόγγι και μετά στον Πειραιά. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και ξεκίνησε και το Γυμνάσιο, το οποίο όμως το διέκοψε γρήγορα λόγω ασθένειας.
Μετά από κρίσεις επιληψίας που παρουσίασε, οι γονείς του ήταν υπερπροστατευτικοί μαζί του. Το 1905, ο πατέρας του, για οικονομικούς λόγους, αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν και αναμενόμενο, επιδείνωσε και την κατάσταση της υγείας του Δημοσθένη Βουτυρά και του προκάλεσε βαθιά θλίψη και μελαγχολία. Λόγω δε των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε στη συνέχεια η οικογένειά του, πωλούσε όσο κι όσο σε περιοδικά και εφημερίδες τα διηγήματα, που ήδη είχε αρχίσει να γράφει. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα ως διηγηματογράφος (το 1901) στο πειραιώτικο περιοδικό «Το περιοδικό μας», με το διήγημα «Ο Λαγκάς και άλλα διηγήματα», που έγινε δεκτό με επαινετικά σχόλια από τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο. Στο διάστημα της συγγραφικής του σταδιοδρομίας συνεργάστηκε με κάθε λογής περιοδικά και τύπωσε 35 βιβλία με 500 διηγήματα και μυθιστορήματα, χωρίς να μετακινηθεί μέχρι το θάνατό του ούτε από τα εκφραστικά του μέσα, ούτε από τους αντικειμενικούς του στόχους. Το 1924 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, το 1932 με το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς, ενώ η Ακαδημία Αθηνών , μετά από δύο εκλογές, αρνήθηκε να τον εκλέξει μέλος της, λόγω της αριστερής του ιδεολογίας. Πολλά έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, πορτογαλικά, ολλανδικά και τουρκικά. Επίσης έγραψε και Αναγνωστικά για το Δημοτικό Σχολείο.
Ο Δημοσθένης Βουτυράς ήταν ο συγγραφέας περισσότερο των φτωχών και των απόκληρων, των χαμηλών και εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων. Παρά τις κριτικές αντιφάσεις, σχετικά με την αξιολόγηση της προσφοράς του, που δικαιολογημένα τον πίκραναν και τον επηρέασαν, τα διηγήματά του έχουν ζωντάνια, κοινωνικό προβληματισμό και δεν τους λείπει ούτε η αισιοδοξία , ούτε η τόλμη. Το γεγονός, άλλωστε, ότι για μια περίοδο ήταν ο αγαπημένος συγγραφέας των νέων, με τον ρεαλισμό και την τολμηρή του αφήγηση, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάκτηση και ως καταξίωση. Δικαιολογημένα είναι ο σημαντικότερος ασπούδαστος των γραμμάτων μιας αυτοδίδακτης πηγαίας και γόνιμης έμπνευσης. Πέθανε το 1958.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ του Δημοσθένη Βουτυρά με την κριτική ματιά του Στρατή Τσίρκα. Ο διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος Στρατής Τσίρκας, από τους αξιολογότερους τής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ελληνικής πεζογραφίας, με κύριο έργο του την μυθιστορηματική τριλογία «Ακυβέρνητες πολιτείες», με τη βαθυστόχαστη κριτική του ματιά γράφει μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα για το «Ημερολόγιο της Κατοχής» του Δημοσθένη Βουτυρά: «Το Μάιο του 1949, σ’ ένα γράμμα του, ο Δημοσθένης Βουτυράς μου δίνει τον κατάλογο των βιβλίων του που είχε έτοιμα και περίμεναν εκδότη και για το Ημερολόγιό του της Κατοχής, μου γράφει: «Επειδή είχα καταλάβει απ’ την ένωση Μουσολίνι και Χίτλερ πως πολλά κακά θα συμβούν , άφησα τότε δύο πολυσέλιδα που προσπαθούσα να γράψω, και άρχισα τον «Αιματωμένο Πλανήτη». Είναι μεγάλο βιβλίο και γραμμένο σαν μυθιστόρημα. Έχει μέσα και τον Ιταλικό Πόλεμο. Αυτό το έκλεισα την ημέρα που έπεφταν οι κανονιές για την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα.
Ύστερα από λίγες ημέρες, επειδή είχα πολύ στενοχωρηθεί, αρχίζω το ημερολόγιο. «Φωνές ανέμων»: Έτσι το λέω. Αυτό είναι πολύ μεγάλο. Πολλοί φίλοι μου που τόμαθαν, με συμβούλεψαν να το σχίσω, γιατί άμα με πιάσουν θα με τουφεκίσουν. Κι εγώ τους απάντησα: – Είναι χρέος μου να το κάνω. Τι, μόνο εκείνα που δεν είναι επικίνδυνα να γράφω;…
Και συνεχίζει ο Στρατής Τσίρκας: «Θα περίμενε κανείς πως οι εκδότες θα σκοτώνονταν αναμεταξύ τους ποιος να προλάβει την έκδοση ενός τέτοιου εθνικού θησαυρού. Αλλοίμονο! Το Ημερολόγιο κι άλλοι δέκα τόμοι από διηγήματα και μυθιστορήματα του Δημοσθένη Βουτυρά σαπίζουνε μες στα συρτάρια του. Το πνευματικό τέλμα της σημερινής κατάστασης δεν επιτρέπει να εμφανισθούνε ούτε και σαν αναγνώσματα στις εφημερίδες.
Χέρια όμως ευλαβικά αντιγράψανε από τα χειρόγραφα του συγγραφέα – που δεν τους έκανε καμιά διόρθωση από τότε που γράφτηκαν – μερικά αποσπάσματα. Δε χορταίνω να τα διαβάζω. Και είμαι βέβαιος πως πολλοί θα συμμεριστούνε τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή μου. Όχι μόνο γιατί σε πολλά απ’ αυτά θίγονται θέματα που εξακολουθούνε να καίνε, είναι τόσο επίκαιρα. Αλλά και γιατί όλα τους έχουνε τη σφραγίδα της μεγάλης τέχνης. Γράφοντάς τα, ο μεγάλος μας διηγηματογράφος, μ’ ένα χέρι που έτρεμε από την πείνα και τον πυρετό, αλλά και από εθνική αγανάκτηση, έβαλε μέσα τους όλη του την ψυχή. «Εγώ ήμουν σαν υπνωτισμένος», λέγει. Κι ακόμα: « Είχα αποφασισθεί όμως…». Πώς να μη σκύψεις λοιπόν για να φιλήσεις αυτό το χέρι; Ο μάρτυρας Βουτυράς. Όποιος ξέρει μέσα σε τι απάνθρωπη εγκατάλειψη ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο μεγάλος αυτός οικοδόμος της πεζογραφίας μας, θα καταλάβει γιατί γράφω το μάρτυρας με τη διπλή έννοια που κράτησε στη γλώσσα μας χίλια εννιακόσια τόσα χρόνια τώρα. Ο Βουτυράς είδε, βεβαίωσε, κατάγγειλε και μαρτύρησε. Γι αυτό πληρώνει. Με φρικτούς σωματικούς πόνους, κι ακόμα φριχτότερους ψυχικούς. Δεν ελύγισε, δε θα λυγίσει ποτέ. Κάμνει «το χρέος του», όπως λέει. Όμως εμείς;

Παρακάτω ας διαβάσουμε λοιπόν κι εμείς, με την ευκαιρία της Επετείου της Εθνικής μας Εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940, για να μαθαίνουμε και να μην ξεχνάμε, μερικά από τα διασωθέντα αποσπάσματα του Ημερολογίου Κατοχής του Δημοσθένη Βουτυρά: Α’ ΦΩΝΕΣ ΑΝΕΜΩΝ: «Τετάρτη 21 Μαϊου του 41. … Θέαμα διασκεδαστικό παρουσιάζουν οι εφημερίδες. Ενώ στην Κρήτη μάχονται οι Έλληνες εναντίον των Γερμανών επιδρομέων, οι εφημερίδες με γράμματα μεγάλα, όπως έκαναν όταν οι Έλληνες πολεμούσαν με τους Ιταλούς, αναγγέλλουν τώρα τις επιτυχίες των Γερμανών, σαν οι Γερμανοί να ’ναι οι δικοί τους…. Στο σπίτι όλοι άρρωστοι από κοιλιακά. Κι άλλος κόσμος το ίδιο. Πολλοί έχουν δυσεντερία δυνατή, επικίνδυνη. Είναι το ψωμί, λένε. Κι αυτό το ψωμί, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, είναι ένα είδος κοπριάς υγρής, βαριάς…
Είναι ένας τρόπος κι αυτός να ξεκάνουν τον πληθυσμό της Ελλάδας. Γερμανικός κι αυτός, βγαλμένος απ’ τον πολιτισμό τους !!! Κυριακή. Ξημερώνει ο Θεός την ημέρα, τραβά δηλαδή την κουρτίνα, όπως κάνουμε εμείς το πρωί, για να δούμε λίγο φως και να η μέρα. Και ξημερώνει ο Θεός την ημέρα για να αισθανθούμε το λειρί της πείνας. Μα γιατί τη φώτισε ; Δεν την άφηνε στο βαθύ σκοτάδι ; … Οι έμποροι και οι σφάχτες έβαλαν χέρι και στους γαϊδάρους. Ίσως στους γέρικους και στους ψόφιους…
Πού να το ’ξερε ο γέρο γάιδαρος πως άμα ψοφήσει θα του κάνουν τιμές μεγάλες. Το κρέας του να ψηθεί σε ηλεκτρικιά κουζίνα, να βράσει σε κατσαρόλα πλουσίων, έπειτα να βαλθεί σε πολυτελέστατο τραπέζι και ύστερα να γεμίσει τα στομάχια χοντρών κυρίων και ωραίων γυναικών ! … Νομίζω πως λησμόνησα να γράψω ότι οι Γερμανοί μας έχουν τιμωρία. Πρέπει το βράδυ να μαζευόμαστε νωρίς στο σπίτι, αν και καλοκαίρι.
Στις 10 να μην είναι κανείς στους δρόμους. Έως στις 10 το βράδυ. Κι έπειτα ούτε για γιατρό να τρέχει κανείς ούτε για μαμή. Οι άρρωστοι να κρατιούνται ώσπου να ξημερώσει και οι ετοιμόγεννες ώσπου να ροδίσει η μέρα. Και τότε να φωνάξουν γιατρό και μαμή. Λίγη υπομονή, πρέπει να συμβουλεύουν το μωρό, να βγει έπειτα που θα ’ναι πιο ωραίο, γιατί θα δει και τον ήλιο να φωτίζει ! Τι να κάνουμε εμείς; Περιμένουμε και περιμένουμε και τ’ άλλο φως να μας έρθει… Υπάρχει κι ένα άλλο αμάρτημα που δεν το συγχωρούν οι Γερμανοί : Στην Ακρόπολη ήταν υψωμένη η σημαία η Γερμανική η νέα, με τον αγκυλωτό σταυρό. Η σημαία αυτή μια μέρα χάθηκε. Κάποιος είχε ανεβεί αψηφώντας τη ζωή του και την κατέβασε. Ποιος; Μ’ όλα τα ψαξίματα της αστυνομίας δε βρέθηκε η σημαία.
Σάββατο 7 Ιουνίου 1941. … Χόρτα δίχως λάδι, είκοσι δράμια ψωμί, γιατί τόσο μου πέφτει απ’ τη μοιρασιά που κάνω με τα διάφορα του σπιτιού ζώα.
Στο δρόμο βλέπω πολλούς χλωμούς ή κίτρινους. Αλλά βλέπω και μερικούς ανθηρούς. Μα μου φαίνεται και οι μαυραγορίτες και οι μπακάληδες έχουν παχύνει. Και συχνά, συχνά, βλέπω τους ήρωες να ζητιανεύουν. Αυτοί είναι οι δυστυχισμένοι. Το θάρρος, η αντρειά τους, τους είχε ανεβάσει ψηλά, όταν ξαφνικά βρέθηκαν κάτω πεσμένοι απ’ εκείνα τα ύψη. Τη βάση την είχαν από καιρό υπονομεύσει, οι διοικούντες… Όλοι σάπιοι, κι όλα σάπια ήταν πίσω τους. Έβραζε η σαπίλα και τους κύκλωνε κι αυτούς. Και ήρθε ο καιρός, φούσκωσε κι έφερε το κακό. Η δόξα χτυπημένη, καμένη, ακρωτηριασμένη, έφυγε αιματόβρεχτη. Οι ήρωές της τώρα περπατούν με σκυμμένα κεφάλια, σαν να φταίνε αυτοί, να ’ταν έργο τους το χτύπημα που τους ήρθε δολοφονικά από πίσω… Άκουσα να λένε πως μοίρασαν οι δύο «σύντροφοι» την Ελλάδα. Την παλιά την παίρνουν οι Ιταλοί και τη νέα οι Γερμανοί. Τι λένε εκείνοι που ’διναν επάνω στις μάχες άδειες και απολύσεις στους στρατιώτες ; Τι λένε εκείνοι, πολίτες και στρατιωτικοί, που ’χαν χαλάσει τον κόσμο να φυτέψουν το σαράκι της Γερμανοφιλίας και της Πέμπτης Φάλαγγας, στην Ελλάδα ; Λένε ότι πολλοί απ’ αυτούς έχουν μετανοήσει ! Μα τι θα πει μετάνοια ; Το έγκλημα έγινε ! Δεν είναι κακό μπάλωμα να το ξηλώσεις. Αυτοί όμως, οι δύο κύριοι έκαναν το λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο. … Εμπρός όμως ! Εμείς δεν είμαστε με κανέναν ! Και δε χτυπήσαμε δολοφονικά την πατρίδα, χάριν ξένου! Από κανενός τα λόγια δε συρθήκαμε. Εμπιστοσύνη σε κανέναν δε είχαμε. Κι εμπρός !
Μακριά οι μητραλοίες από μας, όσο και μετανοημένοι να ’ναι. Μετάνοια δε χωρεί σε τέτοιο έγκλημα. Εργαστήκατε για ξένο δολοφονώντας την Ελλάδα.
Κι όταν η Λευτεριά πούφυγε ντροπιασμένη, ξανάρθει πάλι στον δύστυχο αυτό τόπο κανείς πια , που λέγεται άνθρωπος κι Έλληνας, να μην πατήσει στους τόπους των δήθεν ανθρώπων, που πάτησαν εχθρικά τα ιερά της πατρίδας μας χώματα. Χέρι κανείς έντιμος Έλληνας να μην τους δώσει φιλικό… Οι δικτάτορες κι όλοι οι παλιάνθρωποι που παίζοντας η μοίρα, τους ανεβάζει ψηλά και διοικούν, επιθυμούν νάχουν δούλους, ανθρώπους φοβισμένους, στο μέρος που κυβερνούν, αλλ’ όταν ξεσπάσει πόλεμος, γίνει επιδρομή, επιθυμούν νάχουν ήρωες ! Μπορεί να συμβιβαστούν αυτά τα δύο; Οι ξυλοδαρμένοι μπορούν να γίνουν ήρωες ;

20 Απριλίου του 42: … Ένα γερμανικό φορτηγό, ξεφόρτωνε κάρβουνα κι ένα παιδάκι δώδεκα-δεκατριών χρονών, αδύναμο, γυμνόποδο, μάζευε τα καρβουνάκια που πέφτανε. Ο Γερμανός που επέβλεπε το ξεφόρτωμα, στρατιώτης, αντί να το διώξει ή να του πει να φύγει, βγάζει το περίστροφό του και το πυροβολεί. Η σφαίρα το βρήκε στο κεφάλι και τ’ άφησε νεκρό. Σε λίγο , φτάνει η μάννα του παιδιού, τρελή από τον πόνο της και ορμά πάνω στο Γερμανό να τον ξεσκίσει…Φώναζε… ξεφώνιζε : – Από κακιά σφαίρα να πάτε κακούργοι, τον τόπο σας να μην τον ξαναδείτε… Μέσα σε καμένο δάσος και πάνω σε καμένο δέντρο, λαλεί πουλί, λαλεί αηδόνι;».

(Βιβλιογραφία:- Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.
– Περιοδικό «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ», τ. 217 Οκτώβρης- Νοέμβρης- Δεκέμβρης 2014, Διευθυντής : ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ.


28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 

28ceb7

 Είναι γνωστό σε όλους ότι στη ζωή των Εθνών με μακραίωνη ιστορία, όπως το Ελληνικό Έθνος, παρουσιάζονται μεγάλες κρίσιμες στιγμές, στιγμές υπέρτατης εθνικής δοκιμασίας, κατά τις οποίες διακυβεύεται η ύπαρξη, η τιμή και η αξιοπρέπειά τους. Όταν ένας λαός βρεθεί σε μία τέτοια καμπή της εθνικής του ζωής, δύο κυρίως τρόποι-επιλογές υπάρχουν, για να αντιμετωπίσει τη μοίρα του: Ο πρώτος και πιο συνηθισμένος τρόπος είναι να λιποψυχήσει μπροστά στον κίνδυνο και να λυγίσει κάτω από το βάρος της απειλής, που δημιουργεί η πολεμική υπεροχή του αντίπαλου στρατού. Οι εχθρικές δυνάμεις τότε είναι ολοφάνερα ανώτερες από τις δυνάμεις και τη φυσιολογική αντοχή ενός Έθνους και ως εκ τούτου οι κίνδυνοι μεγαλύτεροι.. Έντρομοι και μικρόψυχοι τότε οι λαοί καταφεύγουν στη συμφεροντολογική λογική και για να αντιμετωπίσουν τη μοίρα τους, αποδέχονται αυτόν τον τρόπο, αποφεύγοντας έτσι την άνιση αναμέτρηση, με την ευλογοφανή δικαιολογία, ότι ο αγώνας τους θα είναι μάταιος και η θυσία του αίματος ανωφελής. Η ιστορία αναγράφει πολλές τέτοιες περιπτώσεις εθνικής μικροψυχίας, όπου γνωστά κράτη και λαοί παραδόθηκαν στον εχθρό αμαχητί και άφησαν τους Βαρβάρους να περάσουν, με αποτέλεσμα με την πάροδο των χρόνων να σβήσουν δια παντός και από το χάρτη. Ο δεύτερος τρόπος δύσκολος και πιο σπάνιος είναι να αψηφήσει τον κίνδυνο, όσο ανώτερος κι αν είναι ο εχθρός από τις δυνάμεις του, να τον ατενίσει κατάματα, περήφανα και αποφασιστικά, με πίστη και με θέληση και ή να τον υπερνικήσει με οποιεσδήποτε θυσίες ή, αν η μοίρα έχει διαφορετικά ορίσει, να πέσει ένδοξα στον άνισο αλλά δίκαιο υπέρ πατρίδος αγώνα και να γίνει ολοκαύτωμα στην υπεράνθρωπη πάλη, για τα ιερά και τα όσια, για την τιμή και την ύπαρξή του.
Μία τέτοια μεγάλη και αποφασιστική στιγμή για το ελληνικό έθνος ήταν η 28η Οκτωβρίου 1940. Την ημέρα αυτή κλήθηκαν οι Έλληνες, από την ιστορία τους, να αντιμετωπίσουν μία ακόμη σκληρή δοκιμασία της μοίρας του Έθνους τους. Πλησίαζε η στιγμή που το ψυχικό μεγαλείο του άοπλου και ανίσχυρου Δαυίδ επρόκειτο να αναμετρηθεί με την μέχρι τότε άτρωτη πανοπλία του αλαζονικού Γολιάθ. Ο πολεμικός κολοσσός του άξονα, φασισμού και ναζισμού, πλησίαζε απειλητικός τα σύνορα της πατρίδας μας και στο διάβα του λύγιζαν όλοι οι λαοί της Ευρώπης, άλλοι ύστερα από ελάχιστη, για την τιμή των όπλων όπως λέγεται, και άλλοι χωρίς αντίσταση.
Η λογική και η φρόνηση επομένως ανάγκαζαν και την Ελλάδα να το καλοσκεφτεί, ακολουθώντας το προηγούμενο παράδειγμα και να μην αποτολμήσει να μπλεχτεί σε περιπέτειες, σ’ έναν άνισο και εκ των προτέρων καταδικασμένο αγώνα. Η παραπάνω όμως λύση και τα παραπάνω στοιχεία είναι χρήσιμα μόνο για συνηθισμένες περιστάσεις, Όταν δηλαδή δε θα διακυβεύεται ό,τι πιο ιερό έχει να διαφυλάξει ένα Έθνος, όπως η τιμή, η ακεραιότητα και η εθνική του περηφάνια. Όμως η λογική, η εύκολη απόφαση και ο αντικειμενικός υπολογισμός ποτέ δε γέννησαν μεγάλες και ηρωικές αποφάσεις και πράξεις. Αυτές είναι καρπός του παράτολμου και παράφορου ενθουσιασμού, της ασυλλόγιστης τόλμης και του πνεύματος της αυτοθυσίας. Ένα τέτοιο πνεύμα κι ένας ακράτητος ενθουσιασμός δημιούργησαν την ομαδική ψυχική παράκρουση στο Λαό μας, που έφερε τους αγωνιστές του 1940 στο ύψιστο σημείο της ψυχικής εξέλιξης του ανθρώπου. Εκεί όπου η λογική πια συγκρούεται με το θάνατο, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αντιμάχεται την κτηνώδη δουλεία και όπου η θυσία του ατόμου προσφέρεται θυμίαμα στο βωμό της ολότητας.
Μέσα σε μία τέτοια ψυχική έξαρση και ομαδικότητα ο Ελληνικός Λαός, οδηγούμενος και συνεπικουρούμενος από την άξια ηγεσία του, της εποχής εκείνης, πήρε τη μεγάλη απόφαση, στις 28 Οκτωβρίου 1940, να πετάξει κατάμουτρα στον αλαζονικό εχθρό το ιστορικό και περήφανο εκείνο «ΟΧΙ», του οποίου το ασύγκριτο μεγαλείο θαύμασε έκθαμβος και θα θαυμάζει για πάντα όλος ο ελεύθερος κόσμος, γιατί το καταγραμμένο αποτέλεσμά του είναι ο γνήσιος καρπός της ιστορικής εκείνης απόφασης.
Από πού όμως είχε αντλήσει η μικρή και ανίσχυρη Ελλάδα τη δύναμη και το θάρρος να ορθώσει περήφανα και αποφασιστικά το ανάστημά της, μπροστά στον αλαζονικό κολοσσό και να τολμήσει να του φράξει το δρόμο προς τα ιερά εδάφη της; Όλοι οι Έλληνες, που έζησαν τις κοσμοϊστορικές εκείνες στιγμές, πίστευαν υποσυνείδητα, ότι το μεγαλειώδες εκείνο ΟΧΙ δεν το υπαγόρευσε απλά η ομόθυμη θέληση μίας και μόνο ελληνικής γενιάς, όσο και γενναίας κι αν ήταν, αλλά το επέβαλλε η μυριόστομη κραυγή ολόκληρης της πανάρχαιας ελληνικής ιστορίας, της οποίας εντολοδόχοι και διερμηνείς στη δεδομένη συγκυρία ήταν οι άξιοι ηγέτες, οι εθελοντές πολίτες και οι φαντάροι, του 1940, που με το χαμόγελο στα χείλη πολέμησαν σαν ήρωες. Όσοι είχαν την τύχη να ζήσουν από κοντά τις μεγάλες εκείνες ώρες με το όπλο στα χέρια, βίωναν με περηφάνια και αισθάνονταν να ξαναζωντανεύουν από τα τρίσβαθα της ελληνικής ιστορίας τα πατριωτικά εκείνα ρίγη, που ηλέκτριζαν και άλλοτε τις ψυχές των Μαραθωνομάχων, των τριακοσίων Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες και των ηρωικών αγωνιστών του 1821 πιο πρόσφατα. Όλοι στα πεδία των μαχών έπαιρναν θάρρος γιατί άκουγαν να αντηχεί μέσα τους ο αρχαίος πολεμικός παιάνας, «Ω παίδες Ελλήνων ίτε, νυν υπέρ πάντων ο αγών» και « μεθούσαν με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα». Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Η άκαμπτη και ομόθυμη θέληση του πιο αρχαίου, του πιο ένδοξου και ιστορικού στον κόσμο Έθνους, να ζήσει ελεύθερο ή να πεθάνει. Στην ιταμή πρόκληση και αυθάδη επιβουλή του φασισμού μία και μόνη απάντηση ήταν δυνατό να δοθεί και δόθηκε από τους σύγχρονους Έλληνες. Το «ΟΧΙ» του τότε πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά στο τελεσίγραφο του Ιταλού δικτάτορα, για να επιτραπεί η κατάληψη της Ελλάδας από τα στρατεύματά του, ήταν η απάντηση που εμπνεόταν από το γνωστό προγονικό « Μολών λαβέ» του ήρωα των Θερμοπυλών Λεωνίδα.
Το ΟΧΙ όμως αυτό δεν ήτανε μόνο μία στιγμιαία, διπλωματική και θαρραλέα ελληνοπρεπής απάντηση στη φασιστική απρόκλητη επίθεση και θρασύτητα.. Τα γεγονότα που ακολούθησαν στα σύνορά μας έδειξαν, ότι η ελληνική ψυχή είχε όχι μόνο τη θέληση, αλλά και τη δύναμη να επιβεβαιώσει, με τα θρυλικά κατορθώματά της, την απόφασή της, να μην επιτρέψει στο μαύρο γύπα του φασισμού να πραγματοποιήσει τις απειλές που εξακόντιζε με τους απαίσιους και άγριους κρωγμούς του.
Γι’ αυτό και ύστερα από σύντομη περίοδο σθεναρής άμυνας στα ελληνοαλβανικά σύνορα ανέλαβε επιθετική πρωτοβουλία, ανέτρεψε τον εισβολέα και έτρεψε με την ιαχή αέρααα…, σε επαίσχυντη φυγή τις περίτρομες μεραρχίες του πανικόβλητου Ντούτσε.
Το θαύμα του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας επαναλήφθηκε γι’ ακόμα
μία φορά πάνω στα απρόσιτα και χιονοσκέπαστα αλβανικά βουνά. Η μικρή σε έκταση αλλά ηθικά και ψυχικά μεγάλη Ελλάδα, που μπροστά στην ηρωική της αυτοθυσία είχαν συντριβεί, άλλοτε, οι υπεράριθμες ορδές των Περσών και των Αράβων, θάμπωσε και πάλι τον κόσμο με την αίγλη απίστευτων κατορθωμάτων, που άλλαξαν το ρου των εξελίξεων στα μέτωπα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Η πατρίδα μας, σε κάθε κρίσιμη περίοδο της εθνικής μας ζωής, αλλά και με την ευκαιρία της καθιερωμένης ετήσιας πια, για το γεγονός αυτό, εθνικής εορτής μπορεί και πρέπει να τονώνει το φρόνημα, να ανακαλεί και να ξαναζωντανεύει στη μνήμη όλων των Ελλήνων και κυρίως των παιδιών το ένδοξο αλβανικό έπος, να αντλούν έτσι πίστη, δύναμη και θάρρος, για να αντιμετωπίζουν, νικηφόρα και πάλι, οποιαδήποτε δοκιμασία, ήθελε προκύψει, του παρόντος και του μέλλοντος.
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, στη μεγάλη σειρά των μεγαλουργημάτων, που έχει να επιδείξει η ένδοξη ελληνική ιστορία, ξεχωριστή και περίοπτη θέση θα κατέχει πάντοτε το περιλάλητο «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου 1940 και η θρυλική εποποιία του Έλληνα φαντάρου στα αλβανικά βουνά. ( Μελίσσια, 20 /10/ 2015 ).


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (1824 – 1879)

« ΕΠΙΣΤΟΛΙΜΙΑΙΕΣ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ »

 Spiros K. Karamountzos wrote about the poet

Aristotelis Valaoritis (1824 – 1879)

« FATHERLY ADVICES BY LETTERS »

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

«Αν και οι κύριες δραστηριότητες του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, η ποίηση, κατά κύριο λόγο, και η πολιτική, τού απορροφούσαν το μεγαλύτερο διαθέσιμο χρόνο της ζωής του, παρ’ όλα αυτά έβρισκε τον τρόπο, παρακάμπτοντας τις οικονομικές δυσχέρειες και την καρδιακή νόσο από την οποία υπέφερε, να δείχνει το μεγαλύτερο βαθμό της φιλοστοργίας του και να ανταποκρίνεται με επιτυχία στα πατρικά και οικογενειακά του καθήκοντα. Ανησυχούσε πάρα πολύ, και όχι άδικα, για τους κινδύνους και τα παραστρατήματα των νέων και για το λόγο αυτό, σαν γνήσιος παιδαγωγός, με αγάπη, αλλά και μέθοδο, έδειχνε ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη σωματική και ψυχική υγεία, την ανατροφή, τη διαγωγή και τη μόρφωση των παιδιών του. Οι οικογενειακές ανάγκες υποχρέωναν το Βαλαωρίτη να ζει για κάποια χρονικά διαστήματα μακριά από τα πολυαγαπημένα του πρόσωπα, τη σύζυγο και τα παιδιά του. Ο λόγος αυτός τον ανάγκαζε ή καλύτερα του έδινε την αφορμή να επικοινωνεί μαζί τους με τακτική αλληλογραφία. Με τις επιστολές του αυτές, που ήταν υποδειγματικές τόσο στην εμφάνιση όσο και στο περιεχόμενο, που ήταν καταστάλαγμα γνώσης, πείρας και αγάπης, ο φιλόστοργος πατέρας άνοιγε την καρδιά του και εκδήλωνε όλα του τα συναισθήματα. Φρόντιζε και σε μεγάλο βαθμό το πετύχαινε, να βιώνει, αλλά και να μοιράζεται μαζί τους και από μακριά όλες τις χαρές και τις λύπες. Τα δυσάρεστα μαντάτα τον έκαναν να υποφέρει ψυχικά και ράγιζαν την ευαίσθητη και ασθενική καρδιά του. Σε περιόδους ασθενειών συμμεριζόταν τους πόνους των παιδιών του και με τα παρήγορα λόγια του επεδίωκε να ρίχνει βάλσαμο στις πληγές τους. Χαρακτηριστικές είναι δύο σειρές από μία επιστολή προς τον άρρωστο Αιμίλιό του : «Αλλά με τρώγει ο πόνος σου! Είνε δι εμέ φοβερό σαράκι η ασθένειά σου, που μου δαγκάνει την ψυχήν και το σώμα αδιαλείπτως, παιδί μου, ημέραν και νύχτα!». Στην αλληλογραφία αυτή γινότανε τακτική και λεπτομερής ενημέρωση και των δύο πλευρών, για προσωπικά και οικογενειακά ζητήματα, ταυτόχρονα ανταλλαγή απόψεων για την πορεία των εθνικών θεμάτων, και τέλος, πολλές φορές, και κριτική ποιημάτων, που έγραφε ο ποιητής. Οι πολλές διασωθείσες επιστολές του, που είναι φιλολογικού, ιστορικού και παιδαγωγικού ενδιαφέροντος, αποτελούν πλούσιο και χρήσιμο υλικό για τους βιογράφους, τους αναλυτές και τους κριτικούς της προσωπικότητας, του χαρακτήρα και του ποιητικού έργου του Βαλαωρίτη.
Αλληλογραφούσε λοιπόν τακτικότατα με τα παιδιά του, και κυρίως με τον Αιμίλιο και τον Ιωάννη, όταν αυτά ήταν μακριά από τη Λευκάδα και σπούδαζαν στην Αθήνα και το εξωτερικό. Σ’ αυτή δε την αλληλογραφία  με τα παιδιά του, την οποία επιχειρούμε με πολύ ταπεινότητα να προσεγγίσουμε, επικεντρώνεται και το δικό μας ενδιαφέρον στην παρούσα εργασία. Από τις επιστολές που διασώθηκαν και είναι δημοσιευμένες επιβεβαιώνεται του λόγου το αληθές, για όσα προανέφερα και για όσα θ’ ακολουθήσουν, και σε όλες ανεξαιρέτως, είναι καταγραμμένη η απέραντη στοργή και αφοσίωση, που έτρεφε προς τα παιδιά του. Με πειστικούς λόγους, υποδείξεις, παραδείγματα και συμβουλές στόχευε να διαπλάσσει την ψυχή τους, να διαφυλάξει τη σωματική τους υγεία και ακόμη να τους καλλιεργήσει όχι μόνο τον πόθο για τα γράμμα-τα, αλλά και τη φιλοπατρία, την ευθύτητα και την εντιμότητα του χαρακτήρα τους.
Οι επιστολές του Βαλαωρίτη προς τα παιδιά του ήταν, είναι και θα είναι μία ωφέλιμη και διαρκής διδασκαλία για όλους τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και τους σπουδαστές, που θα τις μελετούν, για όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είναι πολύ ενδιαφέρουσες, γιατί γράφοντάς τες του δινότανε η αφορμή, μαζί με τις ευχές του, να επεκτείνεται και να εκθέτει τις σκέψεις και τις γνώμες του για πολλά και επίκαιρα της εποχής εκείνης γεγονότα και να παίρνει θέση σε γενικότερα διδακτικά και εκπαιδευτικά θέματα, όπως η ποίηση, η οικογένεια, η φιλία, ο πατριωτισμός, οι συναναστροφές, η συνεχής μελέτη και άλλα. Ακόμη και στη συχνή αλληλογραφία, που είχε με τη σύζυγό του, όταν οικογενειακοί λόγοι την ανάγκασαν για πολύ καιρό να είναι στη Βενετία, στους γονείς της, δεν έχαναν την ευκαιρία ν’ ανταλλάσσουν σκέψεις και απόψεις για την καλύτερη ανατροφή και το μέλλον των παιδιών τους, Σε μία μάλιστα επιστολή, που την έγραψε στις 10 Μαρτίου 1873, από τη Μαδουρή, προς τη σύζυγό του, αναφερόμενος στη δυσκολία της σωστής εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας από τους μαθητές, στα χρονικά όρια της γυμνασιακής τους εκπαίδευσης, γράφει τ’ ακόλουθα σε καθαρά προσωπικό επίπεδο : «Εγώ εσπούδασα πλέον των 15 ετών την αρχαίαν ελληνικήν και ολοέν ακόμη μελετώ, ωσάν να ήμην φοιτητής, τους αρχαίους κλασσικούς συγγραφείς, Την δε νεοελληνικήν κατώρθωσα να διαπλάσσω (και καυχώμαι διά τούτο), αφού εφ’ όλην εικοσαετίαν ειργάσθην, όπως γίνω κάτοχος και κύριος. Απεναντίας οι εκ των ελληνικών Γυμνασίων εξερχόμενοι σήμερον δεν δύνανται να συντάξωσι μίαν οιανδήποτε πραγματείαν, χωρίς να υποπέσωσιν εις ανυπόφορα λάθη».
Είμαι βέβαιος και θα συμφωνήσουμε όλοι στο ότι, αν δε βλέπαμε την ημερομηνία γραφής, εύκολα θα συμπεραίναμε ότι η διαπίστωση αυτή θα είχε γραφτεί, αν όχι για όλους, τουλάχιστον για τους περισσότερους από τους σημερινούς αποφοίτους των Γυμνασίων και Λυκείων μας.
Όπως θα έγινε αντιληπτό, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, αυτά που ήθελε να διδάξει στα παιδιά του, δεν τους τα έλεγε μόνο προφορικά, τον καιρό που ήταν κοντά του, αλλά τους τα έγραφε κιόλας, με την τακτική αλληλογραφία που είχε καθιερώσει, με τη δέουσα προσοχή και με κάθε λεπτομέρεια, εφαρμόζοντας ανελλιπώς το γνωστό λατινικό ρητό «verba volant, scripta manent». Και πράγματι τα γραπτά του έμειναν και μας δίνεται η ευκαιρία, 130 χρόνια μετά το θάνατό του, να διαβάσουμε μία επιστολή του αξιόλογη, που έδωσε στο γιο του Ιωάννη, όταν αυτός αναχώρησε από τη Λευκάδα για να πάει στην Αθήνα και να γραφτεί στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Στην επιστολή αυτή ο πατέρας Βαλαωρίτης εκδηλώνει τους φόβους και τις ανησυχίες του, που το παιδί του θα φύγει για πρώτη φορά μακριά από την πατρική στέγη και το μικρό νησί τους. Η Αθήνα ήταν πολύ μακριά, η επικοινωνία δύσκολη και ο νιόβγαλτος γιος θ’ αναγκαζότανε να μείνει μόνος του στη μεγαλούπολη , χωρίς την καθημερινή φροντίδα των γονέων του. Για τον λόγο αυτό, όταν τον κατευόδωσαν για την Αθήνα, μαζί με τα απαραίτητα είδη για τη διαμονή του και τις προφορικές συμβουλές, ο πατέρας του τού ενεχείρισε και την πρώτη επιστολή. Σ’ αυτή υπήρχαν παραινέσεις, υποδείξεις, θα έλεγα και εντολές, για μια σειρά από μικρές και καθημερινές ασχολίες. Μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, πολλά από αυτά να μας φαίνονται αυτονόητα, αλλά, για την εποχή εκείνη, η επιστολή και το περιεχόμενό της, για το νεαρό φοιτητή, ήταν ο μπούσουλας, που τον καθοδηγούσε
και δεν έπρεπε να τον παραβεί, αν ήθελε να πετύχει στις σπουδές του και να έχει καλή σταδιοδρομία, σύμφωνα με τις ευχές και τις επιθυμίες των γονέων του. Για του λόγου το αληθές και με απώτερο σκοπό να γίνουν γνωστές στους νεότερους οι ενδιαφέρουσες σκέψεις και απόψεις του Βαλαωρίτη, αλλά και η πρακτική, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε και χειρίστηκε το γεγονός της πρώτης απομάκρυνσης του παιδιού του και της διαβίωσής του στην Αθήνα, το έτος 1870, θα παραθέσω στη συνέχεια ένα μικρό μέρος της παραπάνω επιστολής. Είμαι βέβαιος ότι θα είναι ενδιαφέρουσα για όλους, περισσότερο όμως θα έχουν να διδαχτούν πολλά οι γονείς, κυρίως της επαρχίας, που καλούνται πάντοτε ν’ αντιμετωπίσουν, με την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους, το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή την εγγραφή τους σ’ ένα από τα πολλά πανεπιστήμια της χώρας μας ή και του εξωτερικού: « Ιωάννη μου,…. Να συσχετισθής μετά των εκλεκτοτέρων συμφοιτητών σου και των εναρετωτέρων, αφού πρώτον τους γνωρίσης κατά βάθος. Να αποφεύγεις τα χαυτεία και τα καφενεία. Να μην πέσης ποτέ εις το ελάττωμα του καπνού, το οποίον θα κατέστρεφε την υγείαν σου. Να περιορισθής εις μόνην την αγοράν των απολύτως αναγκαίων επίπλων.Να προσπαθήσης να συμπεριλάβης και την δαπάνην του φωτός και του πλυσίματος εις τας 125 δραχμάς. Να εξοικονομήσης το χρηματικόν, το οποίον θα φέρης μαζύ σου μέχρι της επανόδου σου εις Λευκάδα, έχων προ οφθαλμών τα μεγάλα οικογενειακά μας βάρη. Να γυμνάζεσαι όσο το δυνατόν περισσότερον, γράφων την καθωμιλημένην ελληνικήν, διότι είσαι πολύ αδύνατος. Να προφυλάττεσσαι από τας αιφνιδίας μεταβολάς της ατμοσφαίρας, διότι υπό την έποψιν ταύτην αι Αθήναι είναι επικίνδυνοο. . Να περιπατείς τακτικώς, χωρίς ν’ απομακρύνεσαι πολύ της πόλεως. Να πληροφορηθής αν υπάρχη εις τας Αθήνας ο φίλος μου Ζηνόπουλος και να τον επισκεφθής. Να μην καμης φορέματα παρά τα απολύτως αναγκαία. Να αποφεύγης τας αμάξας, διότι στοιχίζουν πολύ. Να τακτοποιήσης τας ώρας του φαγητού, του ύπνου, της μελέτης των μαθημάτων και του περιπάτου, και να μην παραβιάζης, εκτός ανωτέρας ανάγκης, το ωράριόν σου. Μάθε να τηρής τάξιν εν τω δωματίω σου και εν τω σπουδαστηρίω σου. Προ πάντων πρόσεχε εις την καθαριότητα του σώματος, ήτις πρέπει να συμβαδίζη με τα της καθαριότητος της ψυχής και της καρδίας. Έχε προ οφθαλμών ότι πρέπει να αναδειχθής διδάκτωρ εντός ωρισμένου χρόνου προς εκπεραίωσιν των νενομισμένων μαθημάτων και μελέτα αό κνως, διότι ο πατήρ σου ήρχισε να μη αντέχη εις την διαχείρισιν των οικογενειακών συμφερόντων, Γνωρίζεις αφ’ ετέρου πόσον αδρώς πληρώνεται η ανατροφή σας και προσπάθησε, χωρίς να παραβλάψης την υγείαν σου, να φανής άξιος της εμπιστοσύνης των γονέων σου, της συμπαθείας των καθηγητών σου και της αγάπης των φίλων σου. Έχε σύντροφον αχώριστον τας ευχάς της μητρός σου και τας ιδικάς μου. Ο πατήρ σου, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ»
Αυτά έγραψε με την παραπάνω επιστολή του ο πατέρας Βαλαωρίτης προς το γιο του Ιωάννη. Θέλω να πιστεύω ότι, μετά την πρώτη ανάγνωση της επιστολής αυτής, όλοι θα οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα ότι δεν αρκεί να τη διαβάσει κανείς μια και δυο φορές. Το περιεχόμενό της δεν είναι προϊόν μιας χρήσεως, δεν πετιέται και δεν προσπερνιέται απαρατήρητο από τον οποιονδήποτε αποδέκτη ή αναγνώστη αυτής. Είναι απλή, κατανοητή, ανθρώπινη και διαχρονική. Είναι ο χρυσός οδηγός που καλύπτει με τις προτροπές και τις παραινέσεις της το σύνολο σχεδόν των δραστηριοτήτων και των υποχρεώσεων όχι μόνο του συγκεκριμένου Ιωάννη, αλλά και του κάθε Γιάννη.
Τα ίδια ακριβώς ή με μερικές ίσως διαφοροποιήσεις και προσαρμογές,
προς τα σημερινά δεδομένα και τις διαφορετικές οικογενειακές συνθήκες, θα ήθελε και θα μπορούσε να τα γράψει ο κάθε πατέρας, που αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα. Κανόνας στη ζωή είναι ότι, κάθε νέος άνθρωπος, σύμφωνα με τη φυσική νομοτέλεια, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, εκ των πραγμάτων αναγκάζεται ν’ αποχωριστεί τη θαλπωρή του οικογενειακού περιβάλλοντος και να προετοιμαστεί καταλλήλως, για να βαδίσει με σταθερά βήματα το δικό του μαραθώνιο δρόμο και ν’ αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής με τις δικές του δυνάμεις. Για τους λόγους αυτούς το νεαρό άτομο, αλλάζοντας πολλές φορές και τόπο διαμονής, οδηγείται σε πανεπιστημιακές ή άλλες επαγγελματικές σχολές, όπου με τη βοήθεια των σπουδών του θα διαμορφώσει το χαρακτήρα του, θα γίνει ανεξάρτητο και υπεύθυνο άτομο, θα ωριμάσει και θα αποκτήσει δικά του φτερά, για να εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου σε μία ελεύθερη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Ο δρόμος όμως που θα χρειαστεί να διανύσει για την καταξίωσή του είναι κατά κανόνα ανηφορικός και δύσβατος και η καλή αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Γι’ αυτό από τα πρώτα βήματά του χρειάζεται υποστήριξη, ενθάρρυνση, μελέτη, προσοχή και φρονιμάδα. Υπάρχει φόβος, και μάλιστα μεγάλος, τα δεκαοχτάρικα πρωτάκια της φοιτητικής ζωής, οι νέοι Γιάννηδες, κατά τη στρατιωτική φρασεολγία, από υπερβολική αυτοπεποίθηση, εγωισμό και κουζουλάδα, σε μία ηλικία που το αίμα βράζει και πετάνε στα σύννεφα, να υπερτιμήσουν τις
προσωπικές τους δυνάμεις, να υποτιμήσουν τους κινδύνους, με αποτέλεσμα να προσγειωθούν ανώμαλα, αν δεν πάθουν αυτό που έπαθε ο Ίκαρος του γνωστού μας μύθου. Χρειάζεται λοιπόν, αν θέλουν οι νέοι μας να πορευτούν με σιγουριά, ποτέ να μην ξεχάσουν τις προφορικές ή γραπτές συμβουλές των γονέων τους και να μη βιαστούν να κόψουν τον ομφάλιο λώρο, που ενώνει τα μέλη μιας οικογένειας. Να τους έχουν στη διάνοιά τους μέρα και νύχτα. Το παιδί – σπουδαστής πρέπει να συνειδητοποιήσει και από τη μακρινή απόσταση ακόμη, ότι συνεχίζει να είναι αναπόσπαστο μέλος της οικογένειάς του, με την οποία πρέπει να βρίσκεται σε συχνή επικοινωνία, σε ειλικρινή και αγαστή συνεργασία. Να μη θυμάται τους γονείς, μόνο όταν χρειάζεται οικονομικές ενισχύσεις. Θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα μάτια των γονέων του είναι τα μόνα, που θα δακρύσουν από χαρά για κάθε επιτυχία του, και η καρδιά τους είναι η μόνη που θα πονέσει ειλικρινά σε κάθε του αποτυχία. Έχει χρέος λοιπόν να τους καθιστά ενήμερους για την πρόοδό του και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και να μην τους αγνοεί.
Σήμερα μάλιστα που οι καιροί είναι δύσκολοι και οι σατανάδες έχουν
πολλά ποδάρια. Σήμερα που οι κίνδυνοι έχουν το δικό τους κώδικα κυκλοφορίας και σου παρουσιάζονται εκεί που δεν τους περιμένεις. Σήμερα που τα λαγωνικά και τα βαποράκια των εμπόρων των ναρκωτικών και των άλλων διαστροφών κυκλοφορούν ελεύθερα, με φιλικά και χαμογελαστά προσωπεία μάλιστα, σ’ όλα τα στέκια των νέων ανθρώπων, στους χώρους αναψυχής και άθλησης, ακόμη και στους σχολικούς χώρους αναζητώντας τα αθώα και ανυποψίαστα θύματά τους, για να τα παρασύρουν στα δίχτυα τους, η πιο σίγουρη ασπίδα προστασίας είναι ο ισχυρός δεσμός με την οικογένεια.
Το συμπέρασμα λοιπόν, στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε, είναι ότι ο ψυχικός συνδετικός κρίκος μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, και μάλιστα όσο πιο ισχυρός τόσο το καλύτερο, είναι το Α και το Ω, είναι η ευλογία του Θεού, που θα τους προστατεύει και θα οδηγεί τα βήματά τους στην ευτυχία, στη γαλήνη, στη χαρά, στον επίγειο παράδεισο και στην καταξίωση. Ασφαλώς τον πρώτο λόγο και την ευθύνη για την επίτευξη του ενωτικού ψυχικού δεσμού, μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, τον έχουν
οι γονείς. Αυτόν δε τον ψυχικό δεσμό σ’ όλη του την έκταση και μεγαλοπρέπεια, τον διακρίναμε και στην οικογένεια του εθνικού μας ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, μέσα από τους αψευδείς μάρτυρες και εννοώ τις διασωθείσες επιστολές πολλών μελών της οικογένειάς του. Πρωτοβουλία μάλιστα σαν κι αυτή του πατέρα Βαλαωρίτη, με την επιστολή προς το γιο του, την οποία γνωρίσαμε, αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση και για όλους τους γονείς . Γ έ ν ο ι τ ο.»      [ Μελίσσια, 8 Απριλίου 2009 ]


ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ – ΦΕΡΑΙΟΣ (1757 – 1798)

ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ

ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ

«Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά» Ο Ρήγας υπήρξε πρόδρομος και πρωτομάρτυρας της Ελευθερίας, αλλά και ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως και άλλοι φωτισμένοι ομογενείς του καιρού του, προσπάθησε, με βιβλία, με ιστορικογεωγραφικούς χάρτες και με άλλες εκδόσεις, να συμβάλει κι αυτός στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους. Είναι γνωστός σε όλους τους Έλληνες κυρίως από το εθνικό του εμβατήριο «Θούριος» : Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά, /  μονάχοι, σαν λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά; […….] / Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, /παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!»

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας από εύπορους γονείς. Το όνομά του Ρήγας είναι το βαπτιστικό του και το επίθετο Βελεστινλής είναι δηλωτικό του τόπου καταγωγής, που το επέλεξε ο ίδιος, αφού έτσι υπέγραφε. Οι κατοπινοί όμως λόγιοι του πρόσθεσαν και το επίθετο Φεραίος, επειδή το Βελεστίνο βρίσκεται στο χώρο που ήκμασαν οι αρχαίες Φερές.
Τα νεανικά του χρόνια είναι βυθισμένα στην αχλύ του θρύλου και είναι δύσκολο να ανιχνευτούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα πρώτα γράμματα λέγεται ότι τα διδάχθηκε από ιερέα του Βελεστίνου και κατόπιν στη Ζαγορά. Καθώς διψούσε για μάθηση, ο πατέρας του τον έστειλε στα Αμπελάκια για περαιτέρω μόρφωση. Όταν επέστρεψε, έγινε δάσκαλος στην Κοινότητα Κισσού Πηλίου. Στην ηλικία των είκοσι ετών σκότωσε στο Βελεστίνο έναν Τούρκο πρόκριτο, επειδή του είχε συμπεριφερθεί δεσποτικά. Για ν’ αποφύγει τη σύλληψη έφυγε από το χωριό του, αρχίζοντας έτσι το μακρύ της ζωής του οδοιπορικό. Στη αρχή κατέφυγε στο Λιτόχωρο και κατατάχθηκε σε σώμα αρματολών. Από εκεί βρέθηκε στο Άγιο Όρος, φιλοξενούμενος του ηγουμένου της Μονής Βατοπεδίου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία από τη βιβλιοθήκη της Αθωνιάδας Σχολής να εμπλουτίσει τις γνώσεις του. Κατόπιν ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη μετά από πρόσκληση του πρέσβη της Ρωσίας για σπουδές. Στο σπίτι του γνώρισε και τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη, παππού του αρχηγού της Φιλικής Εταιρίας αργότερα, με το ίδιο όνομα Αλέξανδρου Υψηλάντη. Στην Πόλη εκτός από τις πολλές του γνωριμίες με Φαναριώτες και λοιπούς προύχοντες διεύρυνε τις σπουδές του στη Γαλλική, στην Ιταλική και στη Γερμανική γλώσσα. Αργότερα τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι ως γραμματέα του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Μαυρογένη, αδερφό του παππού της Μαντώς Μαυρογένους. Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο(1790), όπου ηττήθηκε η Τουρκία, ο Ρήγας κατέφυγε στη Βιέννη την οποία έκανε και έδρα της επαναστατικής του δράσης, αφού ήρθε σε επαφή και με άλλους ομογενείς. Στη Βιέννη τυπώνει εκτός των άλλων βιβλίων του, τη μεγάλη «Χάρτα της Ελλάδας», γεωγραφικός και ιστορικός πίνακας του αρχαίου και νέου Ελληνισμού, μνημείο πολυμάθειας και φιλοπονίας, πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια προορισμένη να ανακαλέσει στη μνήμη των ραγιάδων την προγονική ιστορία και δόξα. Επίσης τυπώνει κρυφά σε 3.000 αντίτυπα το επαναστατικό του μανιφέστο, που περιείχε τα συνθήματα «Ελευθερία-Ισότης-Αδελφότης», μία Διακήρυξη των δικαιωμάτων των ανθρώπων, το Σύνταγμα του νέου πολιτεύματος και στο τέλος τον αθάνατο Θούριο. Μέσα από αυτές τις δραστηριότητές του, εκεί στη Βιέννη, γνωρίστηκε και συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο αφοσιωμένων στις ιδέες και τα προγράμματά του. Έτσι δημιουργήθηκε μία μυστική οργάνωση που προετοίμαζε την εθνική εξέγερση. Στους μυημένους κυκλοφορούσε τα έργα του και κυρίως το «Θούριο». Τους τον έδινε χειρόγραφο και αυτοί τον αντέγραφαν και τον έδιναν σε άλλους. Έτσι χέρι με χέρι έφτανε και στην Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο τον μάθαιναν πολλοί Έλληνες ακόμη και τα παιδιά στα κρυφά σχολεία. Στο πρόγραμμά του ήταν να κατεβεί και ο ίδιος στην Ελλάδα, να μεταφέρει όλο το έντυπο υλικό, να συνεργαστεί και να εμψυχώσει τους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και τα «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως αποκαλούσε τους κλεφταρματολούς. Έπρεπε όμως πρώτα να περάσει και από την Ιταλία και να επιδιώξει συνάντηση με το Βοναπάρτη, για να τον ενημερώσει για τα σχέδιά του. Τα σχέδια όμως αυτά προδόθηκαν, από έναν ονόματι Δημήτρη Οικονόμου, στην αυστριακή αστυνομία με αποτέλεσμα ο Ρήγας μαζί με άλλους επτά συντρόφους του να συλληφθεί στην Τεργέστη την 1η Δεκεμβρίου του 1797. Μετά από πολλές ανακρίσεις οι αυστριακές αρχές τους παρέδωσαν στις τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου για να δικαστούν. Εκεί ύστερα από βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου 1798, αφού πρώτα τους στραγγάλισαν, πέταξαν τα σώματά τους στο Δούναβη ποταμό.  (Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα είναι οι αναγνώστες του αφιερώματος αυτού να διαβάσουν στη συνέχεια τι έγραψε για το Ρήγα Βελεστινλή ένας θαυμαστής του, ο «Ανώνυμος Έλλην» συγγραφέας του βιβλίου «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ», πολιτικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο, που κυκλοφόρησε το 1806. Θρηνεί για το χαμό του και καταριέται τον προδότη. Υπερασπίζεται με πάθος την κεντρική ιδέα του Ρήγα πως η εθνική απελευθέρωση είναι υπόθεση των ίδιων των Ελλήνων, θεωρεί το χαμό του πρωτεργάτη της ελληνικής ελευθερίας μεγάλη εθνική συμφορά
και επιμένει ότι το έθνος είναι ικανό να βγάλει μέσα από τους κόλπους του αμέτρητους Ρηγάδες. Το Βιβλίο αυτό, επειδή οι ιδέες του ήταν αντίθετες με το σύστημα που επικράτησε στο ελληνικό κράτος, μετά την απελευθέρωσή του, καταχωνιάστηκε και έμεινε άγνωστο στους Έλληνες αναγνώστες κοντά στα 150 χρόνια. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα : «Αυτός ο αξιάγαστος ανήρ ήτον εστολισμένος από την φύσιν με όλας τας χάριτας των μεγάλων υποκειμένων, ευφυής, αγχίνους και άοκνος, ωραίος τω σώματι και ωραιότερος τω πνεύματι, δίκαιος, και εξακολούθως αληθής, φιλέλλην και φιλόπατρις…Γνωρίζοντας την χρείαν της μαθήσεως, δεν έπαυσεν από το να αγωνισθή, ως ουδείς άλλος, εις τα επιστήμας, και εις ολίγον καιρόν έμαθεν εντελώς τας χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε να βάλλη θεμέλιον εις το μεγάλον κτίριον, όπου ητοίμαζε. Και κατ’ αρχάς εσύνθεσε εις την ημετέραν διάλεκτον, με ακροτάτην σαφήνειαν, τους δώδεκα Γεωγραφικούς πίνακας της Ελλάδος, και διάφορα άλλα επωφελή πονήματα έδωσεν εις φως, ιδίοις αναλώμασι, προς φωτισμόν των συνάδελφών του Ελλήνων…Αλλά, φευ, της βασκάνου και φθονεράς τύχης των Ελλήνων! Ότε ο της Ελλάδος ελευθερωτής ήτον έτοιμος δια να μισεύση προς κατατρόπωσιν των τυράννων αυτής, και να συνθλάση τας αλύσους, οπού την φυλάττουσιν υπό της δουλείας, με μίαν γενικήν επανάστασιν και επανόρθωσιν των ταλαιπώρων συμπατριωτών του, όταν λέγω ο άξιος Ρήγας βλέποντας τα πάντα έτοιμα, ως εβούλετο, εκαλοτύχιζε τον εαυτόν του, δια μίαν τόσον τιμίαν και μεγάλην επιχείρησιν, και επρόσμενε να ιδή ογλήγορα ελευθέραν την Ελλάδα άπασαν, εξαλειμμένον δε το οθωμανικόν κράτος. Όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος δια το καλόν τέλος του έργου του, εστοχάζετο εις την μέλλουσαν ευτυχίαν της πατρίδος του, και ευφραίνετο, τότε ένας προδότης,ο ουτιδανώτερος των ανθρώπων, ο πλέον μιαρός σκλάβος της γης, αναιτίως και παραλόγως, τον παραδίδει εις χείρας των τυράννων, και η Ελλάς χάνει εις αυτόν έναν αντιλήπτορα και σωτήρα της. Αλλά αν η φθονερά τύχη έκλεψεν την ελευθερίαν της Ελλάδος με την ζωήν τοιούτου Ήρωος, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση τον αναγκαίον και φοβερόν κρότον, αφού η φήμη τοιαύτης επιχειρήσεως ανέπεμψεν εις τας ακοάς των Ελλήνων, ούτε ημπόρεσε, λέγω, να εκλείψη εις την όρασίν των την λαμπρότητα τοιούτου έργου. Το αθώον αίμα του Ρήγα προετοίμασε την ταχείαν εξάλειψιν των βαρβάρων τυράννων, και ογλήγορα θέλουσιν εμφανισθή, βέβαια , οι οπαδοί του. Τότε δε θέλομεν αποδείξει εμπράκτως την προς αυτόν ευγνωμοοσύνην μας, υψώνοντες εις το κέντρον της ελευθέρας Ελλάδος στεφάνους δόξης και θριάμβους εις μνημόσυνον αυτού του μεγάλου ανδρός, ως αρχηγού και πρώτου συνεργού εις την της Ελλάδος ελευθέρωσιν.») Σε λίγα χρόνια, από τότε, επαληθεύτηκε η προφητεία και πραγματοποιήθηκε η προσδοκία του σπουδαίου αυτού «Ανωνύμου Έλληνος».

Η κληρονομιά που άφησε ο Ρήγας Φεραίος με το έργο και τη θυσία του ήταν μεγάλη. Η φράση που είπε στο δήμιό του «Αρκετό σπόρο έσπειρα. Το έθνος μου γλήγορα θα θερίσει το γλυκό καρπό» ήταν τα τελευταία λόγια του πριν πεθάνει. Και πραγματικά ο σπόρος του έβγαλε πλούσιο καρπό : Την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη λευτεριά στην πατρίδα του. Για τον ίδιο το Ρήγα Φεραίο, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του προφορά, ο θρυλικός Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, είχε πει:«Εστάθη ο μεγαλύτερος ευεργέτης της φυλής μας. Το μελάνι του θα είναι πολύτιμο ενώπιον του Θεού, όσον και το αίμα του το άγιον». Και τέλος η ελεύθερη πατρίδα, τιμώντας το μεγάλο τέκνο της και βάρδο της ελευθερίας, έστησε τον ανδριάντα του σε περίοπτη θέση μπροστά στο Πανεπιστήμιο. [Καρυά Αργολίδας, 20-3-1995]


Ο ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΜΑΣ

ΜΠΛΟΚΑ ΜΕ ΤΡΑΚΤΕΡ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

newego_LARGE_t_1101_54624299

Α’  Όπως είναι γνωστό, στο τέλος του Νοέμβρη κάθε χρόνο, ο αρμόδιος υπουργός των Οικονομικών καταθέτει στη Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση τον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους. Η ψήφισή του αποτελεί ύψιστη κοινοβουλευτική πράξη. Για το ερχόμενο έτος θα είναι ο μπούσουλας της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης και για το λόγο αυτό πρέπει να καταρτίζεται με υπευθυνότητα και να εφαρμόζεται χωρίς παρεκκλίσεις.

Με αφορμή την κατάθεση του φετινού (1996) προϋπολογισμού ξεσηκώθηκαν, όπως άλλωστε συμβαίνει κατά κανόνα κάθε χρόνο, όλες οι τάξεις των εργαζομένων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όχι μόνο για να εκφράσουν την αντίδρασή τους, αλλά με την αγωνιστική τους παρουσία να επηρεάσουν τις διαδικασίες και να διεκδικήσουν μεγαλύτερο κομμάτι από την οικονομική πίτα.
Οι διεκδικήσεις αυτές των εργαζομένων είναι θεμιτές και δικαιολογημένες, αρκεί να μην προκαλούνται από αλλότρια κέντρα και να μην εξυπηρετούν τυφλά κομματικές σκοπιμότητες.
Οι συχνές, έντονες και δυναμικές απεργιακές κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν, ασφαλώς και δεν ήταν «αστραπές και βροντές εν αιθρία». Ήταν χρόνιες αδικίες, ήταν οικονομικά και θεσμικά αδιέξοδα, ήταν « τα σαλπίσματα νομής » χωρίς αντίκρισμα, ήταν τα εξαντλημένα όρια υπομονής και αντοχής, ήταν οι προεκλογικές υποσχέσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν, που δημιούργησαν σε πανελλαδική κλίμακα τα μέτωπα της οργής των εργαζομένων κατά της κατεστημένης νοοτροπίας.
Από τον τύπο και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα επικοινωνίας καθημερινά ενημερωνόμασταν εκτός από το δελτίο καιρού και για το δελτίο των νέων απεργιών, των στάσεων εργασίας, των συγκεντρώσεων και των διαδηλώσεων όλων των κλάδων. Φρόντιζαν μάλιστα τις ειδήσεις να τις συνοδεύουν και με σχετικό φωτογραφικό υλικό, έτσι ώστε δε μαθαίναμε μόνο τους λόγους της διαμαρτυρίας, αλλά βλέπαμε το πάθος και την αποφασιστικότητα των εξεγερθέντων ν’ αγωνιστούν μέχρις ότου δικαιωθούν τα αιτήματά τους.
Μαθητές, δάσκαλοι, καθηγητές, Δημόσιοι, ιδιωτικοί και δημοτικοί υπάλληλοι, οικοδόμοι, επαγγελματίες, εργάτες, αγρότες, ταξιτζήδες και συνταξιούχοι πραγματοποίησαν δυναμικές απεργίες και βρέθηκαν στους δρόμους. Τους είδαμε σε συγκεντρώσεις, σε διαδηλώσεις, σε πορείες, που οργάνωναν τα συνδικάτα τους, με πανό και με ντουντούκες να φωνάζουν με υψωμένες τις γροθιές και να επιδίδουν οι αντιπροσωπείες τους, αν τις αφήνανε να πλησιάσουν στα Υπουργεία και το Κοινοβούλιο, στους υπεύθυνους (που ποτέ δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη τους) γραπτά υπομνήματα, ζητώντας δικαιότερη μεταχείριση.
Το γεγονός όμως που συγκλόνισε και αναστάτωσε ολόκληρη την Ελλάδα ήταν, για άλλη μία φορά, ο ξεσηκωμός των αγροτών μας. Οι αγρότες μάλιστα του θεσσαλικού κάμπου έδειξαν ότι μιμούνται και τιμούν τους προγόνους των, που εξεγέρθηκαν στο Κιλελέρ. Από εκεί άναψαν τη φλόγα και δώσανε το παράδειγμα αλλά και το σύνθημα, για να κινητοποιηθούν και οι αγρότες της υπόλοιπης Ελλάδας.
Ύστερα από τις άκαρπες συναντήσεις που είχανε με τα αρμόδια κυβερνητικά κλιμάκια, αποφάσισαν στις συνελεύσεις τους να κάνουν μπλόκα με τα τρακτέρ και τα άλλα γεωργικά μηχανήματα στους κόμβους της Εθνικής οδού Αθηνών– Θεσσαλονίκης και να κόψουν συγκοινωνιακά
την Ελλάδα στα δύο. Αντί όμως να ληφθούν έγκαιρα τα απαραίτητα μέτρα και να δοθούν λύσεις στα αιτήματα των αγροτών, μέρα μα την ημέρα, σαν τα μανιτάρια, ξεφύτρωναν και άλλα μπλόκα σε όλους τους εθνικούς και επαρχιακούς και σιδηροδρομικούς δρόμους.
Ο τηλεοπτικός χάρτης της Χώρας μας γέμισε τρακτέρ, που φυσικά δεν όργωναν αλλά απέκλειαν οδικές αρτηρίες. Η Ελλάδα έτσι δεν κόπηκε στα δύο αλλά στα εκατό μέρη, γιατί τόσα περίπου μπλόκα ανέφεραν οι κατά τόπο ανταποκριτές του πεδίου δράσης των εξεγερθέντων αγροτών. Οι εικόνες που βλέπαμε στα μπλόκα της ΒΙΟΚΑΡΠΕΤ, των Τεμπών, του Συκουρίου, των Φαρσάλων, του Αιγίου, του Βελεστίνου, της Θεσσαλονίκης, της Άρτας, των Ιωαννίνων, των Κρεστένων και των μεθοριακών σταθμών του Προμαχώνα και των Κήπων του Έβρου κλπ. ήταν αψευδείς μάρτυρες της ογκώδους και πανελλαδικής συμμετοχής των αγροτών. Με πάθος, με δυναμισμό και με αποφασιστικότητα οι αγρότες περιφρουρούσαν τα μπλόκα τους, κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες,. Κρύο, βροχές και χιόνια δα φάνηκε να λυγίζουν το φρόνημα και την αγωνιστικότητα των ξωμάχων της υπαίθρου.
Τις νύχτες άναβαν φωτιές που οι τεράστιες φλόγες τους δεν έσχιζαν το βαθύ σκοτάδι μόνο, δε φώτιζαν τα πρόσωπα, δε θέρμαιναν τα σώματα και τις καρδιές, αλλά συμβόλιζαν ότι θα «κάψουν» και όλους τους αρμοδίους, που δεν ακούν και δεν καταλαβαίνουν τα χρονίζοντα και δίκαια αιτήματά τους.
Όλη η Ελλάδα ένα βράδυ μάλιστα είδε τους αγρότες της Θεσσαλίας να εγκαταλείπουν τα μπλόκα τους και μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και με άλλους συντοπίτες τους να κάνουν πορεία διαμαρτυρίας στους δρόμους της θεσσαλικής Πρωτεύουσας, της Λάρισας, κρατώντας μαύρες σημαίες και μεταφέροντας συμβολικά ένα φέρετρο.
Όλος ο κόσμος τους άκουσε να φωνάζουν συνθήματα όπως, «φτάνει δεν
θέλουμε άλλα λόγια, περιμένουμε έργα», «λαέ πολέμα, σου πίνουνε το αίμα» και να απαιτούν, όχι να επαιτούν, από την Κυβέρνηση καλύτερες τιμές για τα αγροτικά προϊόντα, φθηνότερο και αφορολόγητο πετρέλαιο για τις καλλιέργειες, τη ρύθμιση των χρεών προς την Αγροτική Τράπεζα, τη χορήγηση δανείων και την άμεση λήψη μέτρων για το βαμβάκι, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τον καπνό, τη σταφίδα, το σιτάρι κλπ. Το σύγχρονο όπλο των αγροτών στα χαρακώματα των μπλόκων των εθνικών οδών και όχι μόνο, ήταν τα τρακτέρ, που κατασκευάστηκαν και αποκτήθηκαν για την ικανοποίηση άλλων αναγκών, την καλλιέργεια της γης και όχι για πολεμικές επιχειρήσεις. Όσοι όμως χρησιμοποιούν όπλα, θα πρέπει να έχουν καλά εκπαιδευτεί σ’ αυτά και να μην ξεχνούν ότι ανάλογα με την καλή ή κακή χρήση τους, πολλές φορές φέρνουν αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.
Οι επιπτώσεις και το κόστος από τα μπλόκα σε ολόκληρη την κοινωνία
ήταν ανυπολόγιστες. Από το κακό αυτό δεν εξαιρέθηκαν ούτε και οι ίδιοι οι αγρότες. Οι μετακινήσεις γίνονταν, αν γίνονταν, μετ’ εμποδίων. Οι μεταφορές των προϊόντων και των άλλων αγαθών πρώτης ανάγκης νέκρωσαν, όχι μόνο μέσα στη Χώρα μας, αλλά προς και από το εξωτερικό. Τα εργοτάξια και οι λοιπές επιχειρήσεις υπολειτούργησαν. Ο τουρισμός και οι συγκοινωνίες έχασαν τεράστια ποσά. Αθώοι πολίτες και μεροκαματιάρηδες άνθρωποι ταλαιπωρήθηκαν και έχασαν τις δουλειές τους. Και πάνω απ’ όλα ο κίνδυνος συγκρούσεων μεταξύ θιγομένων πολιτών και των απεργούντων αγροτών δεν ήταν μόνο ορατός, αλλά και αναπόφευκτος σε πολλά μπλόκα.
Για τους παραπάνω λόγους κανένας φρόνιμος και λογικός άνθρωπος, παρ’ όλο ότι αναγνώριζε τα δίκαια αιτήματα, δεν μπορούσε να εγκρίνει τη μέθοδο του αποκλεισμού των δρόμων και τη διάρκεια των μπλόκων με τα τρακτέρ, που επέλεξαν οι αγρότες μας. Ταυτόχρονα θα πρέπει να ξέρουμε ότι κατά τις εξεγέρσεις, ευτυχώς λίγοι από τους πρωταγωνιστές, στην προσπάθεια να πετύχει ο αγώνας τους, προβαίνουν πολλάκις και σε πράξεις άδικες, τολμηρές και παράλογες, που δεν περιποιούν τιμή για τον κλάδο τους.
Σε επίσης απαράδεχτες πράξεις είχαν προβεί φυσικά κατά καιρούς και άλλοι εξεγερθέντες κλάδοι, όπως: Οι καθηγητές στην περίοδο των πανελλαδικών εξετάσεων, οι υπάλληλοι της ΔΕΗ που κατέβαζαν τον κεντρικό διακόπτη και βύθιζαν στο σκοτάδι ολόκληρη την Ελλάδα, οι δημοτικοί υπάλληλοι καθαριότητας κλπ…
Στις Δημοκρατίες όμως, που πρέπει να τις σέβονται και να υπακούουν στους κανόνες τους όλοι, υπάρχουν λύσεις για όλα τα προβλήματα, αρκεί να τις θέλουν πραγματικά. Το ίδιο και στην περίπτωση των αγροτών μπορούσε από την αρχή να βρεθεί λύση, όπως και σε οποιαδήποτε φάση της εξέγερσης και να μην αφήσουνε τα πράγματα να οδηγηθούνε στα άκρα. Και τα δύο μέρη, Κυβέρνηση και απεργοί, όφειλαν να χαμηλώσουν τους τόνους αντιπαράθεσης και με θέληση και αμοιβαίες υποχωρήσεις, με αλληλοκατανόηση και χωρίς προκαταλήψεις, να κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, να έκαναν αληθινό διάλογο, να έβρισκαν τη χρυσή τομή και να κατέληγαν ομόφωνα σε συμπεράσματα και αποφάσεις χωρίς νικητές και ηττημένους.
Θέλω να πιστεύω ότι μία πανίσχυρη κυβέρνηση και μάλιστα αναβαπτισμένη πρόσφατα από τη λαϊκή εντολή είχε τη δυνατότητα και το χρέος να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τους ενδιαφερομένους και να τους έπειθε για τα μέτρα που επρόκειτο να πάρει, Ακόμη ήταν υποχρεωμένη να έστηνε «ευήκοον ους» και όχι μόνο να κατανοούσε αλλά και να αντιμετώπιζε εγκαίρως τα χρονίζοντα και τα τρέχοντα προβλήματα της αγροτικής τάξης. Για να βρεθεί αποδεκτή λύση χρειάζονται κυρίως προληπτικά και όχι κατασταλτικά μέτρα.
Προσοχή όμως , δε χρειάζονται διπλωματικές μεθοδεύσεις για την προσωρινή εκτόνωση της κατάστασης. Δε χρειάζεται κάποια επιδότηση με ψηφοθηρικούς υπολογισμούς. Πρέπει να έχουν διδαχθεί από την ιστορία και από το παρελθόν οι διοικούντες ότι, όσοι από θέσεως ισχύος κέρδισαν μία μάχη στην αντιπαράθεση με τους αγρότες ή και με άλλους αγωνιζόμενους κλάδους, δεν πάει να πει ότι κέρδισαν και τον πόλεμο.
Η αγροτιά έχει πολλές φορές αποδείξει ότι είναι εφτάψυχη και σαν την Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Μπορεί από τα παλιά χρόνια, ίσως και με τη δική της ευθύνη, να ήταν το μόνιμο θύμα, να ήταν το υποζύγιο που κουβαλούσε στην πλάτη του και μάλιστα δυσανάλογα με τις δυνάμεις και την αντοχή του, το βαρύ φορτίο του πρωτογενούς παραγωγικού τομέα της εθνικής οικονομίας, χωρίς την κρατική συμπαράσταση και μάλιστα αδιαμαρτύρητα.
Τα χρόνια όμως πέρασαν και οι καιροί αλλάξανε. Η πρόοδος που συντελέστηκε στο βιομηχανικό, τον πολιτιστικό , τον τεχνολογικό και τον οικονομικό τομέα, δεν άφησαν ανεπηρέαστο το γεωργό και προσκολλημένο στον πρωτόγονο και παραδοσιακό τρόπο καλλιέργειας των χωραφιών του. Οι συγκοινωνίες, οι επικοινωνίες, οι ενημερώσεις από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι οργανώσεις των συνεταιρισμών και των συνδικάτων συνέβαλαν στην καλύτερη ενημέρωση του αγροτικού πληθυσμού. Συνειδητοποίησαν καλύτερα τη δύναμη που έχουν και την αδικία που χρόνια γίνεται σε βάρος τους και δικαιολογημένα ζητούν από τους κρατούντες δικαιότερη μεταχείριση.
Τη φτωχή και φιλήσυχη αγροτικά τάξη μπορούμε κάλλιστα να την παρομοιάσουμε με ένα από τα γνωστά ελληνικά μικρά ποτάμια. Το μικρό και άγνωστο για τους πολλούς αυτό ποταμάκι, για πολλά χρόνια με τα γάργαρα και ήσυχα νερά του κατεβαίνει από τα βουνά, διασχίζει τις λαγκαδιές και τους κάμπους, ποτίζει τις καλλιέργειες στα χωράφια, μεταφέρει αγαθά, παράγει ηλεκτρικό ρεύμα και η προσφορά του δεν εκτιμιέται και τόσο πολύ γιατί θεωρείται ως φυσιολογική. Αυτό φυσικά ισχύει μέχρι τη στιγμή, που για κάποιο λόγο, πέρα από τη δική του ευθύνη, λόγω της παρέμβασης και απρονοησίας των κρατούντων και της απρόβλεπτης μπόρας ή καταιγίδας, δεν αντέξει και πλημμυρίσει. Στην περίπτωση αυτή φουρτουνιασμένο και θολό και με την ορμή που έχει, μπορεί να παρασύρει κάθε εμπόδιο που θα βρεθεί μπροστά του.
Τη μεταφορική σημασία της παρομοίωσης αυτής και της αλήθειας που περιέχει, ποτέ δεν πρέπει να υποτιμούν κα να την ξεχνούν οι ασκούντες κυβερνητικά αξιώματα.
Ασφαλώς δεν είμαι ο ειδήμων να βγάλω σωστά συμπεράσματα και να εκτιμήσω, εάν με τη λήξη του πολυήμερου αποκλεισμού των δρόμων και του απεργιακού αγώνα, θα λυθούν και τα προβλήματα των αγροτών. Από τα δημοσιεύματα στον τύπο πάντως φαίνεται ότι και φέτος πάλι θα γίνει μία από τα ίδια, όπως και τις προηγούμενες χρονιές.

Β’ Με αφορμή την παραπάνω εξέγερση των αγροτών σε ολόκληρη την Ελλάδα, το κλείσιμο των οδικών αρτηριών με τα τρακτέρ και των γεγονότων που ακολούθησαν, θυμήθηκα ένα μυθικό περιστατικό, που μου το είχε διηγηθεί ο αείμνηστος πατέρας μου, με τη σοφία και την πολύχρονη αγροτική του πείρα και αν υπάρχει αρμόδιος ή άλλος κυβερνητικός παράγοντας, που θα έχει «ώτα ακούειν, ακουέτω».
Μία φορά κι έναν καιρό, τα παλιά χρόνια, μια μικρή χώρα την κυβερνούσε ένας πολύ ξακουστός βασιλιάς. Η μεγαλειότητά του , για να επιβεβαιώνει ότι η ισχύς του στηρίζεται στην αγάπη του λαού του, από καιρού εις καιρόν, έκανε περιοδείες στις διάφορες επαρχιακές πόλεις του Βασιλείου του.
Η ανακοίνωση της επικείμενης επίσκεψης σε κάθε πόλη γινότανε πολλούς μήνες νωρίτερα στους τοπικούς παράγοντες, για να γίνονται οι πρέπουσες προετοιμασίες, που θα ταίριαζαν στον υψηλό επισκέπτη και την κουστωδία του.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο άρχοντας- Δήμαρχος της πόλης, που είχε τώρα τη σειρά της, όταν του ανακοίνωσαν το κοσμοϊστορικό γεγονός για την πόλη του, κάλεσε σε έκτακτη σύσκεψη όλους τους διευθυντές των υπηρεσιών και τους εκπροσώπους όλων των τάξεων , για να καταστρώσουν από κοινού με κάθε λεπτομέρεια το πρόγραμμα της υποδοχής και γενικότερα της φιλοξενίας. Περιττό να πούμε ότι και άλλη φορά είχε προγραμματιστεί επίσκεψη, αλλά για άγνωστους λόγους είχε αναβληθεί. Η πόλη όμως για καλό και για κακό έπρεπε και τούτη τη φορά να είναι προετοιμασμένη στην εντέλεια και καιρού επιτρέποντος να αναμένει μέχρι την τελευταία στιγμή, άσχετα και πάλι πιθανής αναβολής. Όταν ήρθε με το καλό η πολυπόθητη ημέρα, χωρίς κανένα απρόοπτο, τα πάντα ήταν ρολόι, πανέτοιμα, είχαν μάλιστα γίνει και οι σχετικές πρόβες της υποδοχής. Με διαταγή του Δημάρχου όλοι δρόμοι και τα σπίτια σημαιοστολίστηκαν. Οι υπηρεσίες και τα καταστήματα έκλεισαν και οι κάτοικοι της πόλης και γενικότερα της ευρύτερης Περιοχής προσκλήθηκαν (διατάχθηκαν) να παραβρεθούν αυθορμήτως στον τόπο της υποδοχής. Θα το εκτιμούσε ιδιαίτερα η Αυτού Μεγαλειότητα.
Ενώ στις 12 το μεσημέρι, σύμφωνα με το αναρτημένο πρόγραμμα θα ερχότανε ο βασιλιάς, ο Δήμαρχος στις 10 π.μ. έκανε την τελευταία επιθεώρηση, εκεί στην είσοδο της πόλης, για να βεβαιωθεί αν όλα είχαν γίνει σύμφωνα με τον καταρτισθέντα προγραμματισμό κι αν ήταν όλοι οι εκπρόσωποι παρόντες ως όφειλαν.
Παρά τον κάποιο δικαιολογημένο εκνευρισμό που τον κατείχε ήταν πολύ ικανοποιημένος από τη διαμόρφωση του χώρου και τη μεγάλη προσέλευση του κόσμου. Φορώντας την επίσημη στολή, που την έραψε για το συγκεκριμένο γεγονός, πήρε κι αυτός τη θέση του κάτω από την αψίδα, μπροστά από τους άλλους επισήμους. Με πιασμένη την ανάσα και μεγάλη αγωνία τα μάτια όλων ήταν στραμμένα προς τη μεριά του δρόμου που θα ερχότανε ο μεγάλος επισκέπτης.
Επάνω στη σημαιοστολισμένη αψίδα, καθέτως και οριζοντίως, είχαν γραφτεί με μεγάλα μπλε γράμματα : «Η ΠΟΛΗ ΥΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΜΕ ΧΑΡΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ ΜΑΣ», «ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ», «ΖΗΤΩ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ» κλπ. Κάτω στο οδόστρωμα είχαν απλωθεί κιλίμια και ροδοπέταλα, για να πατήσουν οι άρχοντες της Χώρας μας.
Δίπλα στον κύριο Δήμαρχο, που διάβαζε και ξαναδιάβαζε ένα μικρό χαρτάκι (φαίνεται ότι ήθελε να μάθει καλά την προσφώνηση και το « ως ευ παρέστητε», ένα όμορφο κοριτσάκι με εθνική ενδυμασία κρατούσε την ανθοδέσμη για τη Μεγαλειοτάτη.
Η φιλαρμονική του Δήμου είχε πάρει τη θέση της απέναντι και δοκίμαζε τα όργανα για τα εμβατήρια και τον εθνικό ύμνο που θα έπαιζε. Στη συνέχεια ήταν οι εκπρόσωποι όλων των τάξεων: – Σύσσωμος ο κλήρος με επικεφαλής το Δεσπότη, που θα ευλογούσε τον ερχομό του Μεγαλειοτάτου και θα έψελνε «το Πολυχρόνιο» και το «νίκας τοις βασιλεύσι».
– Ο Διοικητής της αστυνομίας με τη μεγάλη του στολή και τα παράσημα, ήταν ο υπεύθυνος για την ασφάλεια και την τήρηση της τάξεως.
– Οι Διευθυντές όλων των Δημοσίων υπηρεσιών με τα επίσημα κουστούμια τους και τα ημίψηλα καπέλα.
– Και ακολουθούσαν οι υπόλοιπες τάξεις με τον εκπρόσωπό τους, ένας εργάτης, ένας ράφτης, ένας παντοπώλης, ένας οικοδόμος, ένας βιοτέχνης, ένας αγρότης (γεωργοκτηνοτρόφος) κλπ.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα όλους τους προαναφερθέντες θα τους παρουσίαζε ο Δήμαρχος με την ειδικότητα του καθενός στο Βασιλιά και αυτός θα τους χαιρετούσε δια χειραψίας και θα χαιρότανε πολύ για τη γνωριμία. Σκεφτείτε τιμή που τους περίμενε!
Οι μαθητές των σχολείων παρατεταγμένοι δεξιά και αριστερά του δρόμου, με τις ομοιόμορφες στολές τους και τα καπέλα με την κουκουβάγια, κρατούσαν σημαίες και περίμεναν το σύνθημα των δασκάλων τους, για να χειροκροτήσουν και να ζητωκραυγάσουν. Οι υπόλοιποι κάτοικοι φορώντας τα γιορτινά τους στριμωχνόντουσαν ποιος θα είναι πιο μπροστά, για να δουν τον πολυχρονεμένο τους βασιλιά και οι γυναίκες κυρίως τη Μεγαλειοτάτη Βασίλισσα. Όλοι θα ήθελαν να πλησιάσουν πιο κοντά, για να ακουμπήσουν αν ήταν δυνατόν επάνω τους, αλλά τα προστατευτικά σχοινιά και οι χωροφύλακες δεν τους επέτρεπαν. Όμως και από τόσο κοντά που θα τους έβλεπαν, λίγο δεν ήταν.
Οι ώρες περνούσαν, όμως ο Βασιλιάς με τη συνοδεία του, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των εντεταλμένων να κοιτάζουν από παρατηρητήρια, δεν φαινότανε στον ορίζοντα. Ο κόσμος κουράστηκε από την ορθοστασία και άρχισαν να μετακινούνται, να κάθονται σε μάντρες και παγκάκια, να κουβεντιάζουν και να διαμαρτύρονται χαμηλόφωνα για την ασυνέπεια που χαρακτηρίζει τους άρχοντες στις υποσχέσεις των.
Οι μαθητές άλλο που δεν ήθελαν, άρχισαν τα πειράγματα και τα παιχνίδια. Οι επίσημοι βλέποντας την καθυστέρηση αποφάσισαν για λίγο να αφήσουν τις θέσεις τους και να πάρουν τον καφέ τους ή ένα ουζάκι στα πεταχτά σε παραπλήσια καφενεία.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως το είχε ο εκπρόσωπος των αγροτών. Είχε ξεκινήσει νύχτα από το χωριό του και περπάτησε πολλά χιλιόμετρα, για να είναι από τους πρώτους στη θέση του για την υποδοχή. Ξεχώριζε από όλους τους άλλους. Ήταν κυρτός, με ροζιασμένα χέρια, ηλιοκαμένος και ανεμοδαρμένος από τη σκληρή δουλειά στα χωράφια και φορούσε τα τσαρουχάκια του, μία κατακάθαρη πουκαμίσα και την τραγιάσκα του.
Αν και είχε και τη μαγκούρα του για αποκούμπι, κουράστηκε από την ορθοστασία και αποφάσισε να πάει στο διπλανό χωράφι και να καθίσει για λίγο στον ίσκιο μιας μεγάλης γκορτσιάς, αφού πρώτα ενημέρωσε τον αρμόδιο τελετάρχη. Το μεσημέρι είχε περάσει πια και για να ξεγελάσει την πείνα του έβγαλε από το ταγάρι του λίγο χωριάτικο ψωμί και πήρε δυο μπουκιές για κολατσιό. Χωρίς όμως να το καταλάβει, καθώς έγειρε στο χώμα , τον πήρε ο ύπνος του καλού καιρού.
Εν τω μεταξύ ήρθαν τα καλά μαντάτα και σε λίγο ακόμη φάνηκαν στο βάθος του δρόμου πρώτα οι προπομποί της βασιλικής φρουράς και στη συνέχεια το βασιλικό ζεύγος με την πολυπληθή ακολουθία τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να σας αποκαλύψω κάτι που άκουσα να λέγεται, γι’ αυτό και δεν παίρνω όρκο, ότι οι βασιλιάδες και οι λοιποί προύχοντες σκόπιμα αργούν. Είναι και αυτό στο πρόγραμμα, για να μαθαίνουν οι υπήκοοι να τους αναμένουν, να τους υπομένουν και να τους ανέχονται αδιαμαρτύρητα.
Ο κύριος Δήμαρχος, οι άλλοι επίσημοι και φυσικά οι κάτοικοι παρατάχθηκαν αστραπιαία στην προηγούμενη θέση τους, έτοιμοι να τους υποδεχθούν σύμφωνα με το καταστρωμένο πρόγραμμα, που ήταν και από άνωθεν εγκεκριμένο.
Με την πρώτη ματιά όλος ο κόσμος αναγνώρισε τον Βασιλιά και τη Βασίλισσα. Κι οι δύο χαρούμενοι έλαμπαν και άστραφταν μέσα από τις ολόλαμπρες και χρυσοποίκιλτες στολές τους. Τα χρυσοκόκκινα καπέλα, τα χρυσά κουμπιά και τα σιρίτια, τα γυαλιστερά σπιρούνια, τη βασιλική ράβδο, τα πολύχρωμα παράσημα στο στήθος και πάνω απ’ όλα τον κρεμασμένο Μεγαλόσταυρο τις Τιμής. (Με το τελευταίο θυμήθηκα τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα της Χαλκίδας , το Σκαρίμπα, που με το δικό του τρόπο τους σχολίαζε γράφοντας, «τι τους χρειάζεται η τιμή, όταν έχουν το Μεγαλόσταυρο τις τιμής».
Το πρόγραμμα της υποδοχής διεξήχθη με υποδειγματικό τρόπο, ως και την τελευταία του λεπτομέρεια. Εμβατήρια, χειροκροτήματα, ουρανομήκεις ζητωκραυγές, πολλά χειροφιλήματα, ανθοδέσμες και προσφωνήσεις. Από όλα είχε ο μπαξές. Ο Βασιλιάς στην αντιφώνησή του εξέφρασε , για λογαριασμό και της Βασίλισσας, την ικανοποίησή τους και ευχαρίστησε μαζί με το Δήμαρχο και το λαό του, για την αυθόρμητη συγκλονιστική υποδοχή που τους επιφύλαξαν και για την αγάπη που έτρεφαν προς το θεσμό και το βασιλικό ζεύγος. Κάτι τέτοιες προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις θα είχε ακούσει και ο Αλεξανδρινός μας ποιητής Καβάφης και έγραψε «τι κούφια λόγια είναι αυτές οι Βασιλείες!». Ήρθε όμως και η ώρα που ο Βασιλιάς ζήτησε να γνωρίσει και να χαιρετήσει τους εκπροσώπους, και φυσικά δια χειραψίας, όλων των τάξεων. Ο κύριος Δήμαρχος ενώ ετοιμαζότανε να τους παρουσιάσει όλους με τη σειρά, είδε ότι έλειπε από τη θέση του ο αγρότης. Αμέσως οι άνθρωποί του τον ενημέρωσαν ότι τον είδαν να κοιμάται στον ίσκιο εκείνης της γκορτσιάς, και του τον έδειξαν με το χέρι.
Ύστερα απ’ αυτό πλησίασε το Βασιλιά και του είπε: -Μεγαλειότατε, λαμβάνω την τιμή να σας αναφέρω ότι οι εκπρόσωποι είναι όλοι παρόντες και αδημονούν περιχαρείς να σας υποβάλουν τα σέβη τους, εκτός από τον εκπρόσωπο των αγροτών, που προς στιγμήν λείπει. Ήταν πολύ κουρασμένος ο καημένος και αποκοιμήθηκε κάτω από εκείνη τη γκορτσιά. Μην ανησυχείτε όμως, θα στείλω ανθρώπους μου αμέσως, για να τον ξυπνήσουν κα να μας τον φέρουν, για να σας υποβάλει και αυτός τα σεβάσματά του.
– Καλέ μου Δήμαρχε, σ’ ευχαριστώ για την ενημέρωση, αλλά σε παρακαλώ ή καλύτερα σε διατάζω να μη στείλεις κανέναν να ξυπνήσει τον αγρότη. Δεν πειράζει, ας τον αφήσουμε τον ανθρωπάκο να κοιμάται, και συμπλήρωσε χαμηλόφωνα, για να μην τον ακούσουν κι άλλοι, μ’ ακούς, να κάνεις ότι μπορείς για να μην ξυπνήσει. Γιατί αν ξυπνήσει ο αγρότης, αν πάψει δηλαδή να κοιμάται, κακό μας βρήκε όλους. Τότε ούτε εσύ θα είσαι Δήμαρχος και το σπουδαιότερο ούτε εγώ θα είμαι βασιλιάς. Για το καλό το δικό μας κι όχι του τόπου, ας τον αφήσουμε να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και προς θεού μην κάνουμε τίποτα και μας ξυπνήσει απότομα.
Χωρίς τον αγρότη λοιπόν ολοκληρώθηκε το τελετουργικό μέρος της υποδοχής και ως εκ τούτου όλα όσα ακολούθησαν οι συζητήσεις, οι αποφάσεις και το φαγοπότι έγιναν ερήμην του και πίσω από την πλάτη του.
‘Όπως είδαμε από το παραπάνω περιστατικό όλους τους βόλευε που κοιμόταν ο αγρότης και κανένας αρμόδιος δεν έκανε τίποτα, μήπως και τον ξυπνήσει, σύμφωνα και με τη συμβουλή του Βασιλιά τους
Σήμερα όμως, αρχές Δεκεμβρίου 1966, με τα μπλόκα, τη μαζική εξέγερση και τις δυναμικές διεκδικήσεις των αγροτών σε ολόκληρη την Ελλάδα, όπως τα παρουσιάσαμε στο πρώτο μέρος του κειμένου αυτού, λέτε να ξύπνησε ο κοιμισμένος γίγαντας, ο αγρότης; Ο καιρός θα το δείξει.                            [Καρυά Αργολίδας, 8 Δεκεμβρίου 1996]
Υ.Γ. : Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν λήξει η εξέγερση των αγροτών.


ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ (1748 – 1833)

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ

Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής: «Εάν θέλετε», μας έλεγε, «να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Απ’ αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.» Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.
Κατά τη φετινή εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου Ελληνισμού.
Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση. Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιο- θήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.  Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς. Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων μία σειρά βιβλίων τους με τίτλο Ελληνική Βιβλιοθήκη 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ.
Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι’ αυτό δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του Γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια,
προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς διάλογους κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.
Ως γνήσιος και φλογερός πατριώτης, αξίζει να αναφερθεί ότι εναντιώθηκε στην πολιτική του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, γιατί θεωρούσε ότι ήταν αυταρχική και συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του.
Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι « ΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ.» Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή το έγραψε ο Αδαμάντιος Κοραής: «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»:  «Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση(1) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν(2) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας(3) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις. Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι(4) και οι δημοτικοί(5), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή(6) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα(7) και από τους δύο. Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους; Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς. Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας. Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα. Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»
Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου 1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς. Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που ετάφησαν με επίσημη τελετή στο Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.         (Μελίσσια, 5-3-2011)

1.Να πράττει 2. Αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας 3. Ομοεθνείς
4. Αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί 5. Δημοκρατικοί 6. Η φύλαξη 7. Αντάμα, μαζί
Βιβλιογραφία: Κ.Παπαρηγοπούλου: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
Γ. Βαλέτας: «Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων»
Εκδοτικής Αθηνών: «Ιστορία Ελληνικού  Έθνους»
ΟΕΔΒ: «Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων».


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ (1849 – 1896)

100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΔΗΜΙΑ ΤΟΥ

assets_LARGE_t_420_41053536

ΜΕΡΟΣ Α’ Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη χρονιά που πέθανε ο κορυφαίος εκπρόσωπος της νεότερης λογοτεχνίας μας διηγηματογράφος, ποιητής και ψυχολόγος – παιδαγωγός Γεώργιος Βιζυηνός. Το αφιέρωμα αυτό αποτελεί ένα μικρό δείγμα αναγνώρισης , τιμής και ευγνωμοσύνης, που του οφείλουμε οι νεότεροι Έλληνες και η ελληνική γραμματεία ειδικότερα .
Ο Βιζυηνός γεννήθηκε στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, απ’ όπου πήρε και το επώνυμό του. Πέθανε το έτος 1896, χτυπημένος από ανίατη ασθένεια, στο Δρομοκαϊτειο της Αθήνας. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο σχολείο της γενέτειράς του. Όταν αποφοίτησε, τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη, για να μάθει την τέχνη της ραπτικής για την ικανοποίηση των βιοποριστικών αναγκών. Η κλίση όμως του νεαρού Βιζυηνού προς τα γράμματα αναγνωρίστηκε έγκαιρα από πλούσιους ομογενείς, που τον παρότρυναν και τον βοήθησαν οικονομικά να συνεχίσει τις σπουδές του, στην αρχή στην Κωνσταντινούπολη, στην Κύπρο και στη Χάλκη. Στη συνέχεια τον έστειλαν στην Αθήνα να βγάλει το Γυμνάσιο και να φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Τέλος φοίτησε στα Πανεπιστήμια της Γοτίγγης, της Λειψίας και του Βερολίνου, όπου έκανε ψυχολογικές και φιλοσοφικές σπουδές.
Στα νεοελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε από μαθητής γυμνασίου ακόμη. Έλαβε πολλές φορές μέρος στο Βουτσιναίο Διαγωνισμό και σε άλλους με ποιήματα και διηγήματά του και πάντοτε έπαιρνε βραβεία και επαίνους. Με το πεζογραφικό του έργο υπήρξε πρωτοπόρος στο είδος αυτό και δικαίως τον αποκάλεσαν πατέρα του διηγήματος. Είναι από τους πρώτους που έγραψαν ηθογραφικά διηγήματα, αντλώντας τα θέματά του από τις παιδικές αναμνήσεις, την οικογενειακή του ζωή και το περιβάλλον του χωριού του. Ο Κωστής Παλαμάς, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπου- λος και άλλοι έχουν αναφερθεί σε κριτικές τους στην ορθόδοξη αφηγηματική τέχνη του Βιζυηνού, που με το συγγραφικό του έργο έβαλε τις βάσεις κι έδειξε το σωστό δρόμο για τη δημιουργία της νεοελληνικής διηγηματογραφίας και γενικότερα της αφηγηματικής πεζογραφίας. Στον τομέα αυτό η νεοελληνική διηγηματογραφία ευτύχησε να έχει, εκτός από το Βιζυηνό, και δυο άλλους κορυφαίους συγγραφείς, τον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα.
Χειριζόταν σε ό,τι έγραφε την καθαρεύουσα, εκτός από τους διαλόγους, στους οποίους χρησιμοποιούσε τη δημοτική. Μόνο στο αφήγημά του «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα» τάχθηκε υπέρ της δημοτικής, χωρίς αυτό να έχει εφαρμογή στο υπόλοιπο έργο του.
Αν και έγραψε πολλά και καλά ποιήματα, στο πλατύ αναγνωστικό κοινό έγινε γνωστός πιο πολύ ως διηγηματογράφος. Πάντως από τα ποιήματά του τα καλύτερα αναμφισβήτητα είναι τα παιδικά, που τα δημοσίευε τακτικά στο περιοδικό «Διάπλασις των παίδων». Τα πιο γνωστά του ποιήματα είναι: «Ποιητικά πρωτόλεια», «Κόδρος», «Ατθίδες αύραι», «Παιδικά» κτλ.
Από τα αφηγηματικά του έργα τα πιο γνωστά και πολυδιαβασμένα από ανθρώπους όλων των ηλικιών, από αποσπάσματα σε σχολικά βιβλία, από αυτοτελείς εκδόσεις, ή άπαντα, είναι : «Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», «Μοσκώβ – Σελήμ», «Το μόνον της ζωής μου ταξίδιον», «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα» και άλλα.
Οι αναμνήσεις του σχετικά με τον τρόπο που σπούδασε και οι άνθρωποι που του συμπαραστάθηκαν και τον βοήθησαν ( Ηλίας Τανταλίδης, ποιητής και δάσκαλος, Γεώργιος Ζαρίφης, εθνικός ευεργέτης ) επηρέασαν θετικά το Βιζυηνό να δείξει ξεχωριστό ενδιαφέρον και ο ίδιος για την αγωγή και τη μόρφωση των νέων. Γι’ αυτό, εκτός από το κύριο ποιητικό και αφηγηματικό του έργο, που διαβάζεται από μικρούς και μεγάλους, έγραψε ειδικά παιδικά ποιήματα και αφηγήματα.
Στο παρόν μικρό αφιέρωμα με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων από το θάνατό του, θα παραθέσω στη συνέχεια αυτούσιο (από τον καλαίσθητο τόμο «Άπαντα τα πεζά» του Γεωργίου Βιζυηνού, του Εκδοτικού Οργανισμού «Πάπυρος») ένα από τα παιδικά του διηγήματα, με την ελπίδα όχι μόνο να διαβαστεί, αλλά το δίδαγμά του να γίνει μάθημα σε όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά. Αν το συγκεκριμένο διήγημα γίνει αφορμή και παρακινήσει μερικά εξ αυτών να μελετήσουν και τα άλλα διηγήματα του Βιζυηνού, τότε το αφιέρωμα αυτό θα έχει πετύχει πολλαπλά στο σκοπό για τον οποίο γράφτηκε : «Ο ΑΡΑΨ ΚΑΙ Η ΚΑΜΗΛΟΣ ΑΥΤΟΥ» (Μύθος Αραβικός)
Ήτο μια φορά ένας μυλωνάς, ο οποίος μετά το γεύμα απεσύρθη εις την σκηνήν του δια να κοιμηθή ολίγον. Αίφνης όμως αφυπνίσθη υπό της καμήλου του, η οποία ημιανοίξαξα την θύραν, ήτις έκλειε την σκηνήν, του είπε : « Είναι πολύ κρύο εδώ έξω, αφεντικό επίτρεψόν μοι να εμβάσω τουλάχιστον την μύτην μου εις την σκηνήν». Ο μυλωνάς που ήτον άνθρωπος φιλεύσπλαγχνος , δεν έφερεν αντίρρησιν, και η ρις της καμήλου έμεινεν εντός της σκηνής. «Ω, πόσον ψυχρρός είναι ο άνεμος», είπε μετ’ ολίγον η κάμηλος στενάζουσα «άφες με, σε παρακαλώ να εμβάσω ολίγον και τον λαιμόν μου». Επειδή ο μυλωνάς δεν είπε τίποτε, ο λαιμός της καμήλου εισέδυσεν εν τη σκηνή μετά της κεφαλής. «Α! πως βρέχει. Θα γίνω μούσκεμα. Δεν μου κάμνεις την χάριν να με αφήσης να εμβάσω και τους ώμους μου, δια να μη βρέχωνται;». Και τέλος πάντων, διά να μη τα πολυλογώμεν, με τα τοιαύτα κατώρθωσεν η κάμηλος, ώστε να εμβάση όλον το σώμα της εντός της σκηνής. Αλλά τότε ο μυλωνάς ευρέθη εις μεγάλην στενοχωρίαν, διότι αληθώς δεν υπήρχε μέρος και διά τους δύο. «Για να σου πω», είπεν, «ηξεύρεις όμως ότι εδώ δεν είναι δυνατόν να χωρέσωμεν και οι δύο;».
«Αν δε σου αρέση», απήντησεν η αχάριστος κάμηλος, «προτιμότερον να εξέλθης. Όσο δι’ εμέ, εγώ είμαι πολύ καλά εδώ μέσα και θα μείνω».
Δεν γνωρίζομεν καλώς, μικροί μου αναγνώσται και αναγνώστριαι, οποίον είναι το τέλος του μύθου τούτου διά τους Άραβας, αλλ’ όμως, εξ όσων είπομεν, δυνάμεθα ευκόλως να διδαχθώμεν το εξής μάθημα. Το αμάρτημα και τα κακά ελαττώματα ζητούσι, καθώς η κάμηλος αύτη, να εισέλθωσιν και κατασκηνώσωσιν εν τη καρδία μας . Και κατ’ αρχάς μεν δεν ζητούσιν ειμή ολίγην θέσιν, αλλ’ εάν τοις την δώσωμεν, μετ’ ολίγον θα θελήσωσι περισσοτέραν, μέχρις ου καταλάβωσιν όλην την διαθέσιμον θέσιν και τότε δεν είμεθα πλέον ημείς κύριοι του εαυτού μας, αλλά γινόμεθα δούλοι των παθών και των κακών συνηθειών, αι οποίαι μετά τοσαύτης πονηρίας κατέκτησαν την καρδίαν μας και δεν αφήκαν ουδέ τον ελάχιστον τόπον εν αυτή δια την αρετήν, όσον και αν έχωμεν την καλήν θέλησιν να την φιλοξενήσωμεν.
Μη λοιπόν επιτρέψητε ποτέ εις την κακίαν να θέση εν τη καρδία σας έστω και την μύτην της, διότι δε θα βραδύνη να ριζώση εντός σας και να σας καταστήση δυστυχείς». ( Διασκευή ).

ΜΕΡΟΣ Β’ –Η ΑΝΕΡΓΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ  Μετά από προσεκτική ανάγνωση της παραπάνω διασκευής του αραβι- κού μύθου από το Βιζυηνό, πιστεύω να έγινε εύκολα αντιληπτός από όλους ο λόγος που μου επέβαλε να επιλέξω το παιδικό αυτό διήγημα, υπενθυμίζοντάς το στους μεγαλύτερους και κάνοντάς το γνωστό στους νεότερους αναγνώστες,
Αν η διδακτική αξία του μύθου «Ο Άραψ και η κάμηλος αυτού» ήταν χρήσιμη για τα παιδιά της περασμένης εκατονταετίας και κρίθηκε αναγκαία τότε η παιδαγωγική παρέμβαση του Βιζυηνού, είμαι βέβαιος ότι όλοι θα συμφωνήσουμε, χωρίς καμιά εξαίρεση, στην αναγκαιότητα κείμενα αυτού του περιεχομένου όχι μόνο να διαβάζονται και να ξανα- διαβάζονται σε όλες τις εποχές και από όλους, αλλά το δίδαγμά τους να λαμβάνεται υπόψη σε παρόμοιες περιστάσεις, που θα αντιμετωπίσουν στη ζωή τους οι νέοι.
Σήμερα, λίγα χρόνια πριν από το 2000, και εκατό χρόνια μετά το θάνατο του Βιζυηνού, είναι πασιφανές και ηλίου φαεινότερο ότι οι σύγχρονες γενιές, οι νέοι και οι νέες μας, αντιμετωπίζουν φουρτούνες και πρωτόγνωρα προβλήματα . Ο δρόμος που καλούνται να περπατήσουν δεν είναι στρωμένος με χαλιά. Το στραβοπάτημα είναι εύκολο, γιατί οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι, τους περιμένουν στη γωνιά και παραμονεύουν σε κάθε τους βήμα. Οι νέοι μας, για να φτάσουν σώοι κι αβλαβείς στην Ιθάκη τους, είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν, σαν τον πολυμήχανο ομηρικό πρόγονό μας Οδυσσέα, τους λωτοφάγους, τις σειρήνες της μάγισσας Κίρκης, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη.
Πολλές είναι οι αιτίες του κακού και λίγο πολύ όλοι έχουν τις ευθύνες τους, μικροί και μεγάλοι, αναλογικά, χωρίς εξαίρεση. Η κυριότερη αιτία του κακού ή καλύτερα η συνισταμένη πολλών μαζί είναι η ανεργία. Η ανεργία που πλήττει κυρίως τους νέους , που ψαλιδίζει τα φτερά, τα όνειρα και τις ελπίδες τους σε όλη την Ελλάδα και πιο πολύ στις μεγαλύτερες αστικές περιοχές.
Η κατακόρυφη τεχνολογική και ηλεκτρονική ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών, που εφαρμόστηκε με επιτυχία στους παραγωγικούς τομείς, είχε ως φυσικό επακόλουθο η ψυχρή και απρόσωπη μηχανή να μειώσει αισθητά και σε μερικές περιπτώσεις να αντικαταστήσει τα εργατικά χέρια στη βιομηχανία, τη βιοτεχνία, στη γεωργία και στους άλλους εργασιακούς χώρους.
Καθημερινά γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες σκηνών , όπου χιλιάδες νέοι συνωθούνται στα γραφεία ανεύρεσης εργασίας ή και να λαμβάνουν μέρος σε ποικιλώνυμους διαγωνισμούς με ελάχιστες ελπίδες επιτυχίας, λόγω του μικρού αριθμού προσλήψεων και των κομματικών κυρίως παρεμβάσεων. Για μια θέση στο Δημόσιο πρέπει να ‘χουν μπάρμπα στην Κορώνη. Τέλος είναι γνωστά τα ειδικά προσόντα που απαιτούνται (μετριούνται με το μάτι και τη μεζούρα) και ακατονόμαστες οι υπηρεσίες που καλούνται να προσφέρουν στους εργοδότες τους τα νεαρά κορίτσια, αλλά και τα αγόρια, αν θέλουν να εξασφαλίσουν μία θέση εργασίας για το βιοπορισμό τους.
Μία άλλη κατηγορία ανέργων είναι οι τυχεροί, οι πετυχημένοι, θα λέγαμε, στην περίοδο των πανελλαδικών εξετάσεων. Σπούδασαν, ξόδεψαν, αποφοίτησαν, πήραν το πτυχίο τους και έγιναν επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, γιατροί, γεωπόνοι, μηχανικοί, οικονομολόγοι κτλ. Γεμάτοι γνώση και όρεξη ζητούν να εργαστούν στον τομέα τους, να κάνουν πράξη τις νέες τους ιδέες, και να σταματήσουν να ζητούν χρήματα από τους γονείς τους. Λάθος τους πληροφόρησαν ή καλύτερα δεν τους πληροφόρησαν οι αρμόδιοι καθόλου. Βλέπουν ότι πρέπει να περιμένουν 10, 20 χρόνια και βάλε, για να έρθει η σειρά τους, αν έρθει ποτέ, να διοριστούν στο Δημόσιο ή να εργαστούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες, για να πάρουν τον πρώτο τους μισθό, τότε που η επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη θα έχει ξεπεράσει τις γνώσεις τους πλέον.
Κατά κοινή ομολογία δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός για την αντιμετώπιση της επερχόμενης καταιγίδας, που ακούει στο όνομα ανεργία. Τα γεγονότα τρέχουν και τα πάντα σχεδιάζονται στο πόδι. Ο Προμηθέας πέθανε, ζήτω ο Επιμηθέας. Η ανεργία ζει και βασιλεύει στις μέρες μας. Το μέλλον σκοτεινό και αβέβαιο. Οι στρατιές των ανέργων αυξάνονται και το ποσοστό σκαρφαλώνει στην στατιστική κλίμακα σταθερά και με βήμα γοργό. Ο κώδωνας του κινδύνου χτυπάει δυνατά και λυπητερά, καιρός είναι να τεντώσουν τα αφτιά τους οι αρμόδιοι, να σκύψουν στο πρόβλημα και να βρουν τη λύση του, πριν είναι αργά για όλους.
Από την αρχαιότητα ήταν γνωστή η διαπίστωση ότι « η αργία είναι μήτηρ πάσης κακίας». Με την έννοια αυτή άνεργος είναι αυτός που δε θέλει να δουλέψει, ο τεμπέλης κοινά λεγόμενος. Πέραν αυτού όμως ο όρος έχει πάρει και άλλη διάσταση. Έχουμε την υποχρεωτική αργία λόγω της ανεργίας. Δε δουλεύει ο άνθρωπος, όχι γιατί είναι τεμπέλης, αλλά γιατί δεν έχει δουλειά. Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει φαγητό να φάει. Η αργία πάντως με οποιαδήποτε από τις δύο όψεις της είναι το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο ευδοκιμούν, καλλιεργούνται και πολλαπλασιάζονται όλες οι κακίες, οι αμαρτίες, ο κακός χαρακτήρας, οι κακές έξεις και το κακό συναπάντημα.
Μετά από αυτά, εύκολα μπορεί κανείς να εξηγήσει τα υπάρχοντα οικονομικά, οικογενειακά, αντιδραστικά και ψυχολογικά προβλήματα, που παρουσιάζουν οι νέοι μας σε μεγάλο ποσοστό. Γιατί μπορεί βέβαια να μην εργάζονται και να μη βγάζουν τα απαραίτητα για να ζήσουν, παρ’ όλα αυτά όμως δε θέλουν πολλά, τα θέλουν όλα, όσα η ηλικία και η όρεξή τους απαιτεί και όσα αφειδώλευτα η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία τούς προσφέρει.
Τα ακριβότερα ρούχα (φίρμες και με σφραγίδα), τσιγάρα και ποτά, τα ξενύχτια και η ντόλτσε βίτα, τα καλύτερα μοντέλα αυτοκινήτων και οι μηχανές μεγάλου κυβισμού, τα ταξίδια και οι διακοπές, κυρίως στο εξωτερικό και τα ηλεκτρονικά μηχανήματα αποτελούν ένα μέρος της άμεσης επιδίωξης για απόκτηση όλων των νέων της εποχής μας, χωρίς να έχουν πιάσει δουλειά και χωρίς να έχουν βγάλει δικά τους χρήματα. Οι Τράπεζες τους χορηγούν με μεγάλη ευκολία έντοκα δάνεια. Το πώς θα τα ξεχρεώσουν δεν τους απασχολεί προς το παρόν. Ίσως κάποιος πολιτικός αργότερα να τους τα διαγράψει. Έχει συμβεί και αυτό.
Οι παραπάνω λόγοι οδηγούν συχνά τους νέους σε ρήξη με τις οικογένειές τους, όταν αρνούνται την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Πολλές φορές εγκαταλείπουν την πατρική στέγη, θέλγονται από την περιπέτεια και αναζητούν τα απαραίτητα χρήματα για τη μεγάλη ζωή με άλλους ανορθόδοξους τρόπους. Το εύκολο και γρήγορο κέρδος τους οδηγεί στο πεζοδρόμιο, σε σύναψη ύποπτων σχέσεων, σε κακόφημα κέντρα και στην αγκαλιά των κακών συναναστροφών και των πρόθυμων εμπόρων και χορηγών χρημάτων, οι οποίοι για να πετύχουν τους σκοτεινούς σκοπούς των χρησιμοποιούν τα απολωλότα αυτά πρόβατα, τα κάνουν πειθήνια όργανα στις θελήσεις τους και ικανά να ξεπουλήσουν όχι μόνο τη ζωή, αλλά και την ψυχή τους, στον τρισκατάρατο δαίμονα – προστάτη. Γέμισαν τα αναμορφωτήρια και οι φυλακές των ανηλίκων από τους παραστρατημένους νέους της παραπάνω κατηγορίας. Άλλο θέμα που χρειάζεται μεγάλη συζήτηση και ξεχωριστή έρευνα είναι ότι τα παιδιά αυτά όταν αποφυλακιστούν όχι μόνο δεν εντάσσονται κανονικά στην κοινωνία, αλλά πέρα από το επιπλέον σωματικό και ψυχικό στραπατσάρισμα που έπαθαν, είναι κακοποιοί και με πτυχίο, που πήραν από τις σπουδές στα αναμορφωτήρια και στις φυλακές υπό την καθοδήγηση των καλύτερων καθηγητών του είδους αυτού.
Οι αμέτρητες ληστείες – κλοπές τραπεζών, οικιών, παιδιών, αυτοκινήτων και καταστημάτων που προβάλλονται καθημερινά από τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων και τα δελτία ειδήσεων των τηλεοράσεων…
Ο εθισμός στις ναρκωτικές θανατηφόρες ουσίες, που καθιστούν τους νέους αξιολύπητους στις επιδιώξεις των εμπόρων του θανάτου, καθημερινά και νέα θύματα – πτώματα ανακαλύπτονται με τη σύριγγα στο χέρι και ο χορός καλά κρατεί…
Η απογοήτευση αλλά και η αμφισβήτηση προς τη συγκροτημένη κοινωνία και τις αρχές του τόπου, που οδηγούν τους νέους εύκολα στο σφιχταγκάλιασμα των ποικιλώνυμων αναρχικών, δαιμονιστικών και σκοταδιστικών οργανώσεων…
Η μίμηση των συνηθειών, της συμπεριφοράς, της εμφάνισης και του τρόπου ζωής των πολυδιαφημισμένων κακών κυρίως προτύπων και αστέρων αλλοδαπής προέλευσης και μάλιστα από τις θεωρούμενες προηγμένες χώρες…
Η απομάκρυνση και η αδιαφορία που δείχνουν για τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, για την ορθόδοξη πίστη μας, την καλλιέργεια της γλώσσας μας, τα εθνικά μας ιδεώδη, τις οικογενειακές μας παραδόσεις…
Μπορεί όλα τα προαναφερθέντα και άλλα πολλά εγκλήματα, αμαρτήματα και κατρακυλίσματα στο βούρκο να αφορούν ευτυχώς μία ελάχιστη μειονότητα, προς το παρόν, της σημερινής νεολαίας, αλλά το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας ικανοποιεί και να μας καθησυχάζει: Κανένα ελληνόπουλο δε μας περισσεύει. Υπάρχουν άλλα στάδια να αγωνιστεί και να θυσιάσει τη ζωή του, αν χρειαστεί.
Έλληνες αρμόδιοι και μη, γ ρ η γ ο ρ ε ί τ ε ! Το έθνος μας δεν έχει μόνο εξωτερικούς εχθρούς. Ο νέος εχθρός, ύπουλος και επικίνδυνος, κυκλοφορεί ελεύθερος στο εσωτερικό της πατρίδας μας και σαν σκουριά διαβρώνει τα σπλάχνα και την ψυχή των ανθρώπων.
Σήμερα – γιατί αύριο μπορεί να είναι αργά – τώρα, που η κατάσταση ίσως μπορεί ακόμα να ελεγχθεί, πρέπει όλοι οι υπεύθυνοι και ενδιαφερόμενοι φορείς, η οικογένεια, το σχολείο όλων των βαθμίδων, η εκκλησία, η δικαιοσύνη, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πάνω απ’ όλα η Τοπική Αυτοδιοίκηση και το Κράτος να αρθούν στο ύψος που απαιτούν οι κρίσιμες περιστάσεις.
Είναι καιρός με έργα και όχι με λόγια να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, για να βρουν τα αγόρια και τα κορίτσια μας, το μέλλον του τόπου μας, το χαμόγελο και την αισιοδοξία για τη ζωή. Ειδικοί επιστήμονες, ψυχολόγοι, παιδαγωγοί και κοινωνικοί λειτουργοί με πειστικές καμπάνιες
να ενημερώνουν συνεχώς τους νέους για τους κινδύνους που διατρέχουν από τις παρεκκλίσεις από την κανονική ζωή. Να εξασφαλιστούν οι δυνατότητες της δωρεάν και απρόσκοπτης εκπαίδευσης και τα πτυχία τους να έχουν σίγουρο εργασιακό και οικονομικό αντίκρισμα. Να αυξηθούν και να γίνουν παραγωγικές οι θέσεις εργασίας στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα , να βελτιωθούν τα πενιχρά ημερομίσθια, και να προετοιμαστούν οι νέοι ψυχολογικά ότι μέσα και δια της εργασίας θα καταξιωθούν ατομικά , επαγγελματικά και κοινωνικά.
Μόνον όταν τα παιδιά από τα πρώτα τους βήματα αισθανθούν την αγάπη, τη φροντίδα και τη ζεστασιά της οικογένειας, όταν τύχουν της σωστής αγωγής και μόρφωσης στα σχολεία τους, όταν οι μεγαλύτεροι θα είναι γι’ αυτά καλά παραδείγματα για μίμηση και όταν το κράτος τούς εγγυηθεί εργασιακή και οικονομική αποκατάσταση, τότε θα γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, υγιείς οργανισμοί και χρήσιμοι άνθρωποι στην κοινωνία. Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις τα παιδιά μας, στο διάβα της ζωής τους θα είναι ικανά : Να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις της κακίας, της αμαρτίας, και της διαφθοράς. Να κλείνουν τ’ αφτιά τους στα μεγάφωνα των ανερμάτιστων διαφθορέων και σιχαμερών εμπόρων του δηλητηρίου σε περιτύλιγμα πολυτελείας, λέγοντας το μεγάλο ΟΧΙ, γιατί θα ξέρουν ότι αν πάρουν, αν δοκιμάσουν, θα γίνουν στη συνέχεια δέσμια και θύματα της νικοτίνης, του αλκοόλ, της ηρωίνης και των άλλων υποπροϊόντων της καταστροφής. Μόνο τότε θα είναι δυνατόν με θάρρος, με σθένος, με αντισώματα αντίστασης να αντιδράσουν αποφασιστικά και να μην επιτρέψουν στην καμήλα του μύθου και του διηγήματος του Βιζυηνού να βάλει, έστω και για λίγο, τη μουσούδα της στο μυαλό και στην καρδιά τους, για να είναι ελεύθεροι νέοι , περήφανοι άνθρωποι, κύριοι του εαυτού τους και όχι συμβιβασμένοι και εξαρτημένοι. Μόνο έτσι θα αντιμετωπίσουν τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής και με εφόδια τις γνώσεις τους και τη σίγουρη δουλειά τους θα ατενίσουν αισιόδοξα το μέλλον τους. (Καρυά Αργολίδας, Ιούλιος 1996 ).


decorative-line-clipart-yjixyn7cE

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements