ΠΟΙΗΣΗ

my-documents-icon

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ Κ. ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΥ

«Ένα μικρό δείγμα γραφής μου παρουσιάζεται εδώ. Για μία εκτενέστερη μελέτη της δουλειάς μου (ποιητικής & πεζογραφικής) σας καλώ να ανατρέξετε στα βιβλία μου.»

ironic-twist1

ΑΛΚΥΟΝΕΣ

ΑΛΚΥΟΝΕΣ

Σε βότσαλα θαλασσινά και σ’ άμμους ξαπλωμένες,

δυο αλκυόνες λιάζονταν, σφιχτά αγκαλιασμένες.

Χωρίς μιλιά, τα μάτια τους κοιτάζανε στη δύση,

τον Ήλιο μες στα χρώματα τη Γη πώς θα φιλήσει.

Μεγάλο μάτι κόκκινο μ’ ακτινωτό στεφάνι,

απ’ τον ορίζοντα ψηλά, το ραντεβού δε χάνει.

Την αλκυόνα κοίταζε κι αυτή τον λαχταρούσε

και μ’ ένα νεύμα πονηρό γλυκά τον προσκαλούσε.

Μιαν ώρα τον περίμενε κι ο Ήλιος σαν το δύτη

στη θάλασσα βυθίστηκε γι’ αυτή με καρδιοχτύπι.

Στην αγκαλιά την κράτησε, χωρίς να την κοιτάξει,

και άφησαν τη μοίρα τους τη ρότα να χαράξει.

Στα αφρισμένα κύματα και με γυμνό το μάτι,

καθώς η νύχτα έστρωνε το πέπλο στο κρεβάτι,

να κολυμπούν τις βλέπανε και να φιλιούνται μάλλον

κι ο φλοίσβος τις νανούριζε στον κόλπο το μεγάλο.

Γίναν βουνά τα σύννεφα, τα κύματα πελώρια,

κι ο χρόνος άφιλος κι αυτός και της ζωής τα ζόρια

ούτε φωλιά δεν άφησαν να χτίσουν στ’ ακρογιάλι

και τ’ όνειρο φοβήθηκαν μη βγει κακό και πάλι.

Κουράγιο κάναν τα πουλιά στη μοίρα κρεμασμένα,

γιατί στα φύλλα της καρδιάς δε σβήνουν τα γραμμένα,

ώσπου ο Ήλιος φλογερός με τους ζεστούς αέρες`

θα φέρει μες στη χειμωνιά αλκυονίδες μέρες.

( Από το ποίημα αυτό πήρε το όνομα και η πρώτη μου

Ποιητική Συλλογή «ΟΙ ΑΛΚΥΟΝΕΣ»).


ΘΟΛΟ  ΤΟΠΙΟ

1 ΘΟΛΟ ΤΟΠΙΑ

Με μηχανή μεγάλου κυβισμού

τον είδανε αμούστακο και θεριακλή,

μπορεί και μεθυσμένο,

να αντρειεύεται, να κάνει σούζες

και να καταπίνει βενζίνη και χιλιόμετρα

σ’ Ανατολή και Δύση.

Άλογος… με τ’ άλογά του αχαλίνωτα,

να καλπάζουν,

να χλιμιντράνε  και να φρουμάζουν.

Οδηγούσε αμέριμνος και τραγούδαγε.

Και το ράδιο… στη «διά  πασών»,

κυρίως τις μικρές ώρες της ημέρας

και τις ώρες της κοινής ησυχίας:

«…είμαι μάγκας και το κέφι μου θα κάνω…»,

«… τι σε μέλλει  εσένανε, από πού  είμαι εγώ…»,

«…ο χάρος βγήκε παγανιά…» και άλλα άσματα

Απ’ όπου κι αν περνούσε άφηνε  ρύπους πίσω του.

Οι παραβάσεις φανέρωναν το αντριλίκι του,

στο κόκκινο… κυρίως. Περνούσε και καταπατούσε.

Άλλοι πληρώνανε τα σπασμένα.

Τυχερός αφού δε στόλισε ακόμη και με σταυρό τους δρόμους.

Όμως μεσοστρατίς κι απρόσμενα αρχίζει να μουσγκώνει.

Μαύρα σύννεφα, θολό τοπίο μπρος του, ορατότητα μηδέν.

Ξεστρατίζει και κάνει άλμα στο κενό.

Τρομάζει στον κατήφορο και φρένα πια δεν έχει.

Η μηχανή του και το παρελθόν γκρεμίστηκαν στο ρέμα.

Είδε το Χάρο με τα μάτια του.

Κάνει το σταυρό του και τσιμπιέται, για να βεβαιωθεί

ότι βγήκε ζωντανός από τα συντρίμμια.                           

Στη φεγγοβολιά της αστραπής το λογισμό του βρήκε.

Πολυτραυματίας  και πεζός παίρνει βαθιές ανάσες,

δοξολογεί τον Ύψιστο και μονολογεί στο ξέφωτο,

«στερνή μου γνώση να σ’είχα πρώτα».

Το πάθημα διδάσκει άραγε; Ο χρόνος θα το δείξει.

 Νέο ξεκίνημα τον περιμένει.

Καιρός ν’ αλλάξει  συνήθειες και ρότα,

γιατί η ζωή είναι γλυκιά και δε θα ’χει άλλη.

(Από την ποιητική συλλογή «ΤΑ  ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»).


Η  ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ

1 Η ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ ΣΠΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ

Τα λουλούδια της σαν δούνε

κάποια αργόσχολα παιδιά,

απ’ τον κήπο δίχως άδεια,

να τα κλέψουν κάνουν βάρδια,

μα τους λέει, για να ξέρουν,

μην τα κόβετε,… πονάνε και τρυπούν!

Μα εκείνα δεν ακούν τα λόγια της

και στη μάντρα σκαρφαλώνουν,

θέλουν στον κήπο της να μπουν,

τα ροδοτριαντάφυλλα

σαν κλέφτες να της κλέψουν.

Βρίσκουν τα κάγκελα ψηλά,

τ’ αγκάθια της μεγάλα,

την καγκελόπορτα κλειστή

διπλοαμπαρωμένη.

Άδικα ψάχνουν, μήπως βρουν

κρυμμένο το χρυσό κλειδί,

μα και να ανακαλύψουν

τον κωδικό της αριθμό,

που ΄ναι μοναδικός στον κόσμο.

 Θέλουν να την ανοίξουν διάπλατα

και ως κατακτητές, αφού στον κήπο μπουν,

τα  ανθισμένα ρόδα να της κόψουν,

 δικά τους να τα κάνουν…

 κι αφού τα μυρίσουν μια φορά,

κατόπιν…  τα πετούν και τα πατάνε.

Όμως, αφού δεν τα κατάφεραν,

με πίκρα και το κεφάλι κάτω,

την αποχαιρετούν σφυρίζοντας,

αδιαφορώντας τάχατες,

σαν φεύγουν μ’ άδεια χέρια.

Μα εγώ το βρήκα το κλειδί,

στα φυλλοκάρδια μέσα,

που το λέγαν δαχτυλίδι,

για χαρές και για στολίδι,

κι άνοιξα πόρτα και καρδιά,

μπουμπούκια όταν βγάλει.

Μ’ αγάπης λόγια τρυφερά

της είπα να το ξέρει :

Τριανταφυλλιά μου, σ’ αγαπώ,

δούλος σου εδώ και μπρος.

Πάρε με για κηπουρό σου,

ροδόσταμο αν θες να έχεις.

Και κείνη με τ’ αγκάθια της

με τσίμπησε στο χέρι

και κοκκινίσαν τ’ άνθη της,

για να μου τα προσφέρει.


ΣΤΟ ΚΕΝ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΜΕ ΤΟ ΛΟΧΙΑ (1953 – 1954 )

ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ ΣΠΥΡΟΥ

Σαν στραβάδι που δε βλέπει, πρώτοι μήνες στο στρατό,
μου ‘μαθες εσύ πώς πρέπει το ντουφέκι να κρατώ.

Χάρηκα τη φασολάδα, του στρατού το φαγητό,
και με σκόνη και λιακάδα καψωνάκι … αρκετό.

Σήκω πάνω, κάτσε κάτω και τροχάδην με ρυθμό,
τρείς ημέρες στο «θηρίο» κι άλλη μια στο μαγειρειό.

Γυάλισμα πρωί και βράδυ, στέμμα και χρυσά κουμπιά,
και τα μάτια μου στην κάννη, να σωθεί απ’ την σκουριά.

Σιωπητήριο για τέρψη και στο θάλαμο μιλιά
κι εγερτήριο, πριν φέξει, να ‘χει ο σαλπιγκτής δουλειά.

Μάθημα για την πατρίδα παν απ’ όλα εθνικό
και τραγούδια στην πορεία για σωστό βηματισμό.

Εσύ, περίπολο μια νύχτα και σκοπός στην πύλη εγώ,
παρασύνθημα … σου είπα, «αλτ ! τις ει; πυροβολώ».

Κώτσιο-φούρνιαρη Λοχία, με αγάπη στο στρατό.
δίδασκες την πειθαρχία, γεια στο στόμα σου γι’ αυτό.

Στην αναφορά, Λοχία, πως εσκόπευσες να πεις
τις βολές μ’ επιτυχία και στο στίβο της ζωής.

(Από την ποιητική Συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»).

Υ.Γ.: 1) Το ποίημα αυτό αφιερώνεται στην ιερή μνήμη
του Κωτσιο-Φούρνιαρη, φίλου και Λοχία στο ΚΕΝ Κορίνθου.


Η ΜΠΑΛΩΜΑΤΟΥ

ΜΠΑΛΩΜΑΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ

Σκουτιά μπαλώνει μια γριά / τ’ αφέντη και του κύρη
και τα δικά της τα προικιά, / που τα ‘χει ο χρόνος φθείρει.
Σκουτιά μπαλώνει ολημερίς, / τα μάτια της βουρκώνουν
και στα χεράκια της θα βρεις / τους ρόζους που πληγώνουν.
Τα έχει στοίβα, καθαρά / και μ’ αλυσίβα πλύνει
και καμαρώνει από χαρά / ο γέρος της κι εκείνη.
Στο δρόμο βγαίνει με ευχές, / μικρό παιδί να πιάσει,
σ’ εφτά βολένες τις κλωνές, / που βλέπει, να περάσει.
Μπαλώματα ψηφιδωτά / στα ίδια ρούχα βάζει, 
καινούργια κάνει τα παλιά, / την όψη τους αλλάζει.
Γριούλα με υπομονή / τις νιες τις ορμηνεύει,
φθαρμένο ρούχο σαν φανεί / μπαλωματού γυρεύει.
Κι αν τη ρωτούν καμιά φορά, / τους λέει μυαλωμένα,
τα ρούχα να ‘χουν καθαρά / κι ας είναι μπαλωμένα.

(Από την ποιητική συλλογή «ΤΑ ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)
Υ.Γ. : Το ποίημά μου «Η μπαλωματού» περιγράφει ένα βίωμα από τα παιδικά  χρόνια μου στο χωριό που γεννήθηκα, την Καρυά. Λόγω των αγροτικών και όχι μόνο εργασιών, τα παπούτσια και τα ρούχα πάθαιναν πολλές φθορές και για να
φορεθούν θα έπρεπε να επισκευάζονται τακτικά, γιατί η φτώχεια δεν επέτρεπε  και την αντικατάστασή τους. Για παράδειγμα, οι μικροί φορούσαν τα ρούχα των πιο μεγάλων αδερφών. Συνηθισμένη και γραφική εικόνα σε κάθε σπιτικό ήταν μία γιαγιά, καθισμένη σε ένα σκαμνάκι στην αυλή, στο παραγώνι ή και στο δρόμο κοντά στην αυλόπορτα, να μπαλώνει ώρες ατέλειωτες τα σκισμένα σκουτιά όλης της οικογένειας, που είχαν στεγνώσει από το πλύσιμο. Σημειωτέον ότι οι παππούδες και οι γιαγιάδες συγκατοικούσαν τότε με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Πάντως όλοι στο σπίτι, μικροί μεγάλοι, ανάλογα και με τις δυνατότητες του καθενός, έκαναν κάποια δουλειά για το καλό όλων. Νομίζω ότι το ποίημά μου αυτό θα φέρει σε πολλούς φίλους, που έχουν τα ίδια βιώματα, αναμνήσεις που δεν πρέπει να ξεχνιούνται.


  Α Π Ο Κ Α Λ Υ Ψ Η 

ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

 

Στο ξωκλήσι του Αϊ-Γιάννη πήγαινε ο νιος να γιάνει,

της καρδιάς φωτιά να σβήσει και νερό να πιει στη βρύση.

Ο σεβντάς για την Ελένη προς τον Άγιο τον πηγαίνει

κάθε μέρα , προς το δείλι, και του ανάβει το καντήλι.

Φίλος, πλούσιος αναρωτιόταν, κι ως τον έβλεπε φοβόταν,

μήπως είχε κάτι πάθει κι ήθελε γι’ αυτό να μάθει.

Πήγε πρώτος στο ξωκλήσι, μάτι και αφτί  να στήσει

και περίμενε την ώρα, τα κρυφά να βγουν στη φόρα.

Σαν τον είδε με κερί και με  λιβάνι στην εικόνα του  να φτάνει,

έμαθε από πρώτο χέρι, στην καρδιά πως υποφέρει.

Μπρος στον Άγιο προσκυνάει και μια χάρη του ζητάει

και ο φίλος του, απ’ το ιερό, τ’ απαντούσε ως Αϊ-Γιάννης.

-(Άγιε μου),Την Ελένη αγαπάω και την άδεια σου ζητάω,

 με παπά και με κουμπάρο ταίρι μου για να την πάρω.

-Τη Λενιώ, κι αν σου γουστάρει, νοικοκύρης θα την πάρει,

που έχει πλούτη και λιβάδια, για να βόσκουν τα κοπάδια.

-Φτωχοπρόδρομε, θυμήσου και τη φτώχεια τη δική σου,

κι άναψε για μένα φως, που είμαι νιος, αλλά φτωχός.

-Τέτοια χάρη δε σου κάνω, γιατί μου χαλάς το πλάνο,

κράτα λίγες αποστάσεις, τη Λενιώ να την ξεχάσεις.

-(Άγιε μου), Ό,τι θες Εσύ θα γίνει, μα καημός σε ‘μέ θα μείνει.

Τι μπορεί κανείς να κάνει ;  Δεν αγάπησες φουστάνι.

(Κι ο φίλος) Άκουσε το νιο να κλαίει και στον Άγιο να λέει,                       

«τέτοια έκανες και πάλι και σου κόψαν το κεφάλι».

(Από την ποιητική συλλογή ΗΛΙΑΝΘΟΙ).


                    ΕΝΤΟΛΟΔΟΧΟΣ

ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΓΙΟ                     

                      Μπροστά, μου είπε μια φωνή, και σταθερό το βήμα,

                       μη χάσω ώρα και στιγμή, ο χρόνος είναι χρήμα.

                       Ψηλά, για πάντα στη ζωή, να έχω το κεφάλι,

                       να μην ξαπλώνω σε χαλί, που το τραβούνε άλλοι.

                        Αγάπη και υπομονή, μου είπε,  κι όχι μόνο,

                        θα βάζαν πλάτη στο κορμί, τα βάρη να σηκώνω.

                        Καρβέλι και καλές αρχές κι ευχές με το τσουβάλι

                        μου έδωσε γι’ αποσκευές σ’ αυτή τη βιοπάλη.

                        Ο δρόμος είχε ανηφοριές και θα ‘πρεπε να τρέξω,

                        σαν την αράχνη με κλωστές ιστό κι εγώ να πλέξω.

                        Πιστός της πέμπτης εντολής, δεν άλαξα κανάλι,

                        ιδρώτας έτρεξε πολύς, ο κόπος μου χαλάλι.

                        Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ κοιτάζω τώρα πίσω,

                        σκυφτός να πω ευχαριστώ, την πόρτα μου πριν κλείσω.

                          (Από την ποιητική συλλογή  «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»).


ΠΑΡΑΠΟΝΟ

ΣΠΠΑΡΑΠΟΝΟ

Στην καρδιά και το μυαλό μου
είπα το παράπονό μου,
που είχαν κόντρες στη ζωή
και δε χόρευαν μαζί.

Και τα δύο το χαβά τους
και δε βλέπανε μπροστά τους,
πως τραβώντας το σχοινί
δίκιο ’χαναν και φωνή.


ΤΟ ΠΑΝΤΕΣΠΑΝΙ

ΠΑΝΤΕΣΠΑΝΙ

– Στη ζωή το παντεσπάνι,
δε μου λες, γιατί δε φτάνει
απ’ ανάλογη μερίδα
να έχουν όλοι στην πατρίδα;

– Για να φας και συ, Μανόλη,
πρέπει να έχεις πορτοφόλι,
μα σ’ το ’κλεψαν «οι Μεγάλοι»
και συνάμα το κουτάλι.


ΤΟ ΓΕΡΜΑ

Το γέρμα Σπύρος

Της ζωής το κοσμοτρένο
από νιος κι εγώ το παίρνω,
μα στης ζήσης πια το γέρμα
αγνοώ που κάνει τέρμα.

Μόνος τώρα στο βαγόνι,
που το φως του χαμηλώνει,
ξέρω πως με δίχως στάση
στην «πηγή» δεν έχω φτάσει.


ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ

Σημάδι άφησες , ζωή,
με λίγο κοκκινάδι,
το είδα στα χείλη το πρωί
και τώρα είναι βράδυ.

Πονούσα τότε πιο πολύ
κι αναζητούσα λύση,

μα τώρα πια δεν ωφελεί,
το τραύμα έχει κλείσει.


        Η  ΕΛΛΑΔΑ  ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ

Η χώρα μας, το τρίμηνο γνωστό κι ως καλοκαίρι,

από ‘να κύμα πύρινο μονίμως υποφέρει.

Οι εμπρηστές μ’ έναν πυρσό και μ’ εντολές για δράση,

και μ’ άνεμο ευνοϊκό βάζουν φωτιές στά δάση.

Από δελτίο έκτακτο ο κόσμος πια μαθαίνει,

στης πυρκαγιάς το μέτωπο ποιος πνεύμονας πεθαίνει.

Τους λένε καταπατητές, αλλά τους επιτρέπουν

κι αν είναι πάλι εμπρηστές, κάνουν πως δεν τους βλέπουν.

Τον άλλο χρόνο με «χαρτιά» και με «άδεια» για πριόνι,

αυτός που έβαλε φωτιά με βίλα καμαρώνει.

Κι αν είναι γειτόνων εμπρησμοί δεν άχουν άλλο στόχο,

απ’ της Ελλάδας το κορμί να πάρουν κι άλλον τόπο.

Αποκα΄ί΄δια μια ζωή, τα όνειρά μας στάχτη,

μα η ελπίδα πριν καεί, για πυροσβέστη ψάχνει.

Ο Έλλην και στην πυρκαγιά δεν σκύβει το κεφάλι,

τώρα που έχει λευτεριά ν’ αρματωθεί και πάλι.

Υ.Γ. : Το ποίημα αυτό δεν γράφτηκε με αφορμή τις τελευταίες πυρκαγιές του καλοκαιριού 2017  (Κύθηρα – Ζάκυνθο –Αν. Αττική – Ηλεία και μικρότερες σε άλλα μέρη), αλλά το είχα γράψει το 1999 και περιλαμβάνεται στη συλλογή μου «ΑΛΚΥΟΝΕΣ».


ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Το φεγγάρι λαμπρό στον μικρό ποταμό
καθρεφτίζεται.
Τον ρωτάει θαρρώ, αν μπορεί στο νερό
να δροσίζεται.
-Ασφαλώς και μπορείς τη δροσιά να χαρείς,
του ψιθύρισε.
Κι αν δε θες να σε δουν, τα καλάμια μου αρκούν,
για να κρύβεσαι.
Δίχως άλλη μιλιά δοκιμάζει βουτιά
και μαγεύτηκε.
Στέλνει αγάπης φιλιά στου νερού τα πουλιά
και δεσμεύτηκε,
πως και κάθε βραδιά, αν δε δουν συννεφιά,
θα τη χαίρεται.
Δροσερή αγκαλιά σε λημέρια παλιά
ονειρεύεται.
Σ’ όποια φάση κι αν βρεθεί, στο ποτάμι θα μπει
παιχνιδιάρικα.
Πρώτη θέση να βρει, για ν’ ακούσει βιολιά
στα νυχτάδικα.
Στα καθάρια νερά θα βουτά με χαρά
ως τη χάση του.
Μα σαν ‘ρθει το πρωί, ούτε γεια δε θα πει 
απ’  τη βιάση του.

(Από τη συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»).


       Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ…

ποίημα Σπύρου

Σ’ αδελφική συνάντηση

δυο πικραμένοι φίλοι

αναζητούν απάντηση,

να γλυκαθούν τα χείλη.

Στην πίκρα που τους βάραινε

χρόνο τον παραχρόνο,

ο λόγος μέλι θα ‘ριχνε

και βάλσαμο στόν πόνο.

Εφάγανε και ήπιανε,

τσουγκρίσαν τα ποτήρια,

τις αναμνήσεις στίψανε

στου νου τα πατητήρια.

Μιλήσανε για τον καιρό,

τις πυρκαγιές στα δάση,

για τα καψώνια στο στρατό

και των κλεφτών τη δράση.

Τα εθνικά προβλήματα

και κείνα στο τραπέζι,

τους θλίβουν τα μηνύματα,

ο Τούρκος πια δεν παίζει.

Θυμήθηκαν και είπανε

κάθε λογής χαμπέρια

και μες στο κέφι σβήσανε

τα χρέη στα δεφτέρια.

Σ’ άλλη συνάντηση μπορεί,

για κείνο που τους καίει,

οι φίλοι μας, στο ουζερί,

να βρουν αυτόν που φταίει.

(Από τις «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


ΜΑΡΑΘΩΝΟΔΡΟΜΟΣ  ΤΗΣ  ΖΩΗΣ

Varallo6

Σκυφτός στο δρόμο περπατώ μ’ ένα ραβδί στο χέρι

και τους διαβάτες προσπερνώ, κανείς πια δεν με ξέρει.

Τα βήματά μου είν’  αργά, μα τρέχει η σκέψη πίσω,

στα χρόνια κείνα τα παλιά, το δρόμο πριν αρχίσω.

Παιδί μιας άλλης εποχής σαν «μαραθωνοδρόμος»,

στο στίβο μπήκα της ζωής κι ο «λόγος»… ήταν «νόμος».

Κάνοντας στάση στους σταθμούς, χωρίς να ξαποστάσω,

στο «πόδι» μάζευα καρπούς, το τρένο να μη χάσω.

Τα πόδια σέρνονται στη γη, μα η καρδιά μου θέλει,

να δει κι απ’ άλλη μια κορφή τον ήλιο ν’ ανατέλλει.

Μα το παιδάκι που ρωτώ για την πιο πέρα στάση,

ευγενικά μου λέει κι αυτό «στο τέρμα έχεις φτάσει».

(Από την ποιητική μου συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»).


          Η ΜΥΓΔΑΛΙΑ

μυγδαλιά

Πρώτη άνθισε και φέτος

η μικρούλα μυγδαλιά

και στης Άνοιξης το χτύπο

πόρτα άνοιξε πλατιά.

Το Χειμώνα με λιακάδα

πάει κόντρα στον καιρό,

όμορφη με πονηράδα,

πιάνει πρώτη το χορό.

Με λουλούδια στολισμένη

το Γενάρη με χιονιά,

μελισσούλες περιμένει,

να ζηλεύει η γειτονιά.

Μα η γειτόνισσα συκιά

κρυφομίλησε με γνώση,

«γιατί βιάζεσαι, κυρά,

ο βοριάς θα σε παγώσει».

Η μικρούλα κι αν παγώνει,

με καμάρι απαντά,

«με λουλούδια και με χιόνι

χαίρομαι, καλέ, διπλά».

Αλκυόνες του Χειμώνα

κι ανθισμένη μυγδαλιά,

σύμβολα ζωής αιώνια,

όαση στην παγωνιά.

(Από την ποιητική συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


ΦΙΛΙΑ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85

Καλή μου, βρέχει αποσπερού,

στα ξένα νιώθω μόνος

και λόγω νόστου και καιρού

μου ‘ναι διπλός ο πόνος.

Γι’ αυτό, στην πόρτα σου να βγεις,

να δεις τι σου ΄χω στείλει,

με τις σταγόνες της βροχής

γλυκά φιλιά στα χείλη.

Να δεις το σύννεφο ψηλά,

στον ουρανό που τρέχει,

κι ακούει αυτόν που του μιλά

και κρένει, όταν βρέχει.

 (από την συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»)


ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΓΕΦΥΡΙ

%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85

Μικρό γεφύρι πέτρινο,

της ρεματιάς στολίδι,

φαντάζει μες στο πράσινο

πελώριο δαχτυλίδι.

Στο βάθος του αργόσυρτη

πηγή κατηφορίζει,

δίνει ζωή ανθόσπαρτη,

τις όχθες πρασινίζει.

Με φόντο την καμάρα του

τραβούν φωτογραφίες

και μένουν στ’ αγκωνάρια του

αγάπης ιστορίες.

Σιμά κι ο γερο- πλάτανος

τον πόνο υπομένει,

σαν χαρακώνουν πάνω του

καρδούλα πληγωμένη.

Με λόγια αφανέρωτα

στου πλάτανου τα χέρια,

τραγούδι λεν στον έρωτα

δυο δυο τα περιστέρια.

Διαβάτη, καλώς όρισες

στο πέτρινο γεφύρι,

αγάπη που τη φρόντισες

ο χρόνος δεν τη φθείρει.

(από τη συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


Ο  ΚΑΦΕΣ

%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%80%cf%8d%cf%81%ce%bf%cf%85

Αχ!  Αυτό το καφεδάκι,

όταν πίνεται από δυο

με γλυκό και με νεράκι,

κρύβει κάποιο μυστικό.

Δυο φλιτζάνια αγοράζουν

με το πρώτο «σ’ αγαπώ»,

τον καφέ ν’ απολαμβάνουν

που τον λεν «ελληνικό».

Ο καφές στον έρωτά τους

έχει γίνει πια θεσμός

και στα ιδιαίτερά τους

μάρτυρας παντοτινός.

Στον καφέ η φουσκαλίτσα

μάτι είναι πονηρό,

(όμως)

το φιλί με μια γουλίτσα

κάνει πέρα τον οχτρό.

Όταν λένε «καφεδάκι»,

έχει και συμβολισμούς,

ραντεβού σ’ ένα παγκάκι…

και αγάπη… με καημούς.

Στης αγάπης τις προσκλήσεις

όποιος είπε «δεν μπορώ»,

πόνο πρόσφερε στον άλλο

και καφέ πολύ πικρό.

Πάμε για ένα καφεδάκι; 

(από την ποιητική συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


        Ο  ΒΡΑΧΟΣ

%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85

Βράχος στέκει στ’ ακρογιάλι

γόης και μ’ εγωισμό,

όγκους έχει στο κεφάλι

και το βλέμμα στο γκρεμό.

Τ’ αφρισμένο κύμα δέρνει

πόδια κι άγουρο μυαλό

κι ένα μήνυμα του φέρνει

απ’ τον άμμο τον ψιλό.

Να μην κάνει κι άλλα λάθη,

λέει ο άμμος ο παθός,

κι αν θα ήθελε να μάθει,

βράχος ήτανε κι αυτός.

(από τη συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)


Η ΧΙΟΝΙΤΣΑ


%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85

Μ’ ένα πέπλο από χιόνι

στον καθρέφτη καμαρώνει,

νύφη με περίσσια χάρη,

άστρο ήταν και φεγγάρι.

Κάτασπρα κι αφράτα χιόνια

ήταν τα καλά της χρόνια

κι αποφάσισε ως τη Δύση

στο προσήλιο να καθίσει.

Με το ταίρι της στη Φύση

ονειρεύτηκε να ζήσει,

μα προτού καλά το νιώσει

απ’ τον ήλιο είχε λιώσει.

(από την συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»)


ΚΑΛΑΝΤΑ

trigona-kalanta

Ήθελα να ’μουνα παιδί,

μικρό απ’ το χωριό σας,

τα κάλαντα πρωί – πρωί

να πω στ’ αρχοντικό σας.       

Με τρίγωνο να τραγουδώ,

για να το μάθουν όλοι

πως ο Χριστός γεννήθηκε

«εν Βηθλεέμ τη πόλει».

 

Το είδαν Μάγοι και Βοσκοί,

στης Γέννησης τη μέρα,

πως κι ο Χριστός ήταν παιδί

κι η Παναγιά μητέρα.

Μες στο σκοτάδι είδαν φως,

απ’ του Χριστού τ’ αστέρι,

που ήρθε στον κόσμο ως Θεός,

αγάπη να μας φέρει.

Αγγέλων άκουσαν ψαλμό,

που μήνυμα αφήνει,

με πίστη μόνο στο Χριστό

θα έχουμε ειρήνη.

΄Ηθελα να ’μουνα παιδί,

μικρό απ’ το χωριό σας,

τα κάλαντα πρωί –  πρωί

να πω στ’ αρχοντικό σας.

(από την ποιητική συλλογή «Ηλίανθοι».)


    Ο  ΓΕΡΟ – ΧΡΟΝΟΣ

%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85

Ήρθες μικρός και γέρασες

και σ’ άσπρισε ο χρόνος,

μέσ’ από κόσμο πέρασες

και τώρα είσαι μόνος.

Σε μια χρονιά επρόφτασες

να σπείρεις, να θερίσεις

και για τις άλλες τις γενιές

πληγές πολλές ν’ αφήσεις.

Με γεγονότα τρανταχτά

μετριέται η ζωή σου,

που ’γιναν λύπη και χαρά

σ’ όλη τη γη, θυμήσου.

Με μαύρα νέφη έκρυψες

το φως στην Οικουμένη

κι ο κόσμος απ’ τη ζάλη του

δεν ξέρει που πηγαίνει.

Σέρνεις αργά τα πόδια σου,

σκυφτός με το ραβδί σου,

ρίχνεις ματιά, αν έρχεται,

ξωπίσω το παιδί σου.

Το είδες και στην αλλαγή

του δίνεις τη σκυτάλη

και με ευχές τη συνταγή,

καλή χρονιά να βγάλει.

(από την ποιητική συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ  ΛΟΥΛΟΥΔΙ

cf85cf80ceb5cf81cebfcf87ceb1-ceb1cebbceb5cebeceb1cebdceb4cf81ceb9cebdceb1

Πρασινόφυλλο στη βάση,

της ελπίδας το σκαλί,

φύλλα φλόγες θ’ ανεβάσει

σ’ ένα κόκκινο χαλί.

Τ’ αλεξανδρινό λουλούδι,

χάρη κι όνομα μαζί,

γελαστό σαν αγγελούδι

για χαρές μονάχα ζει.

Στα σαλόνια κι άλλα μέρη

χρώμα δίνει γιορτινό,

την ημέρα που τ’ αστέρι

στέλνει φως αληθινό.

(Από τα ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ)


ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑΚΙ

τζακι Σπύρου στην Καρυά

 

-Καπνισμένο κουτσουράκι,

γιατί λιώνεις σαν κεράκι,

δε μου λες, σαν τι σου λείπει

και μαυρίζεις απ’ τη λύπη.

-Ήμουν σ’ όμορφο πουρνάρι

ζωντανό κι εγώ κλωνάρι,

που είδα κοφτερό πριόνι

τη ζωή να μου τελειώνει.

Τώρα κούτσουρο στο τζάκι

πώς να βρω κι εγώ μεράκι,

θέλω συντροφιά και χάδι,

ένας ούτε και στον Άδη.

Ρίξε κι άλλο κουτσουράκι

και θα δεις ευθύς στο τζάκι

πως με φλόγες αναμμένο

την καρδιά θα σου ζεσταίνω.

 (από τα «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)


Η ΜΑΡΙΔΑ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η μαρίδα στο τηγάνι,

πο-πο! μυρουδιά που βγάνει,

πρόκληση το δίχως άλλο

για μικρό και για μεγάλο.

Μια μπουκιά την κάνουν όλοι

και φτηνή στο πορτοφόλι,

πρώτης τάξης μεζεδάκι

για κρασί και για ουζάκι.

 

Όλη η γειτονιά γνωρίζει

ποιος μαρίδα τηγανίζει

κι όλοι κάνουνε επίσης

αναπνευστικές ασκήσεις.

Απ’ το τζάκι στο τραπέζι,

στο φαϊ κανείς δεν παίζει,

η μανούλα στο τηγάνι

καίγεται, μα τέχνη κάνει.

Φάτε τώρα, σ’ όλους λέει.

και προσέχτε… καίει,

στην πιατέλα σαν τις φέρει,

τις αρπάζουν με το χέρι.

Δίχως άλλα παρακάλια

φάγανε και τα κεφάλια,

και οι γάτες οι καημένες

μείναν παραπονεμένες.

 (Από τη συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»)


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%b7

Ήταν βαθιά μεσάνυχτα στο πατρικό σπιτάκι,

που λάλησε ο κόκορας για σε, μικρό παιδάκι.

Την ώρ’ αυτή της αλλαγής, π’ αρχίζει νέα μέρα,

νωρίς σε σήκωσαν να πεις αλλού την καλημέρα..

Η φτώχεια και η θέληση και των γονιών το χάδι

ήταν οι πρώτοι οδηγοί, του καντηλιού το λάδι.

Με βήματα προσεχτικά βαδίζεις στο σκοτάδι

και βάζεις στόχο μη χαθείς, τ’ αστέρι για σημάδι.

Μονόδρομος η Ανατολή, δεν είχες άλλη λύση,

ν’ αντέξεις μέχρι την αυγή, να δεις που θα ροδίσει.

Στον ίδιο δρόμο πήγαιναν και άλλοι πεζοπόροι,

των προβλημάτων της ζωής γενναίοι αχθοφόροι.

Μα όλους τους προσπέρναγες κι ας ήτανε λεβέντες

κι όταν σε ρώταγαν «πού πας», δεν έπιανες κουβέντες.

Βαθύ  ποτάμι ο Ξεριάς κι ο δρόμος με λιθάρια,

σε μάθανε να περπατάς στης αρετής τ’ αχνάρια.

Κοντά στα ξημερώματα, που ξαγρυπνούν οι λίγοι,

η Χαραυγή με χρώματα τις πόρτες της σ’ ανοίγει.

Κι από το ψήλωμα ψηλά, τους Άργους το Καστέλι

τα μάτια σου δε χόρταιναν τον ήλιο ν’ ανατέλλει.

Την ώρ’ αυτή της φώτισης βρήκες κι εσύ το φως σου

και χάραξες με γράμματα το δρόμο το δικό σου.

(από τη συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


Ο ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

%ce%b2%ce%b9%ce%bf%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83

Απ’ το χάραμα στο πόδι

με ευχές και μ’ ένα ρόδι,

της ζωής την πόρτα ανοίγει,

απ’ τη φτώχεια να ξεφύγει.

Μια κορφή μετά την άλλη

για κατάκτηση προβάλλει

κι απ’ το κάθε μετερίζι

μάχες δίνει και κερδίζει.

Βάζει στόχους κι ανεβαίνει

κι απ’ τα λάθη του μαθαίνει,

μα στου ήλιου πια στο γέρμα

φτάνει και αυτός στο τέρμα.

Θέλει κι άλλα για να κάνει,

μα του λένε πια πως φτάνει,

μάτια, πόδια και τα χέρια

κι απ’ τον ουρανό τ’ αστέρια.

Άξιος φωνάζουν όλοι

στο χωριό του και στην πόλη

και ο νικητής στην πάλη

σ’ όλους σκύβει το κεφάλι.

(από τα «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)

Υ.Γ. : Αφιερωμένο και με πολλά συγχαρητήρια σε όλα τα φτωχόπαιδα – βιοπαλαιστές, που δώσανε τον αγώνα  τον καλό στη ζωή τους και βγήκαν νικητές.


ΠΡΑΣΙΝΟ ΦΩΣ

%cf%80%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bd%ce%bf-%cf%86%cf%89%cf%82

Τράβα μπρος…
Ξοπίσω μην κοιτάζεις πια.
Άναψε το πράσινο,
σου λύθηκαν τα χέρια.
Τ’ αστέρι, καθώς έπεφτε
και πριν να σκοτεινιάσει,
στον ουρανό ξεπρόβαλε,
τόσο δα μα λαμπερό,
των αστεριών τ’ αστέρι.
Ολοφάνερο το σήμα
κι απορώ πώς δεν το είδες.
Ελεύθερος ο δρόμος
για σε απ’ εδώ και μπρος.
Τι περιμένεις;
Τράβα λοιπόν.


ΧΑΜΕΝΗ  ΑΝΘΡΩΠΙΑ

ÄÉÁÍÏÌÇ ÖÁÃÇÔÏÕ ÊÁÉ ÍÅÑÏÕ ÁÐÏ ÔÏÍ ÅËËÇÍÉÊÏ ÅÑÕÈÑÏ ÓÔÁÕÑÏ ÓÅ ÐÑÏÓÖÕÃÅÓ ÊÁÉ ÌÅÔÁÍÁÓÔÅÓ ÓÔÇÍ ÐË. ÂÉÊÔÙÑÉÁÓ /PHASMA /Ã.ÍÉÊÏËÁÉÄÇÓ

Στην «αγορά» δε χάνει χρόνο να τη βρει,

στα λεξικά και παλιατζίδικα μπορεί.

Πάει καιρός, που το άρωμά της δεν πουλά

κι όλοι του λεν, «πάνε τα χρόνια τα καλά».

Χωρίς αρχές το δρόμο χάνει το παιδί

και φταιν πολλοί, αν άσπρη μέρα δε θα δει.

Πέφτουν κορμιά κι ο πόλεμος καλά κρατεί,

όσο τιμούν με δάφνες τον κατακτητή.

Συμφέροντα ξεπούλησαν την ανθρωπιά,

πισώπλατα τη λάβωσαν με μαχαιριά.

Δωσίλογοι πλουτίσαν ατιμωριτί,

για τα λεφτά προδώσανε την αρετή.

Ανθρωπιά, στον κόσμο ξαναγύρισε,

γίνε ανθός στον κήπο του και μύρισε.

Κάνει ευχή, το δρόμο να μην ξέχασε,

γιατί ήταν νιος κι η προσμονή τον γέρασε.

(από την ποιητική συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»).


           Το  ΟΧΙ  του 1940
%cf%84%ce%bf-%ce%bf%cf%87%ce%b9

Στην Ιστορία γράφτηκε, να το διαβάζουν πάντα,

το  ΟΧΙ που είπε η Ελλάς, το έπος του Σαράντα.

Όλη τη Χώρα θέλανε οι Φασιστο-Ναζήδες

γιατί ’ταν ανιστόρητοι και κάναν τους νταήδες.

Μας στείλαν τελεσίγραφο ν’ αδειάσουμε το σπίτι,

βιαζόντουσαν οι Ιταλοί να φτάσουνε στην Κρήτη.

Τα σύνορά μας να διαβούν, ζητούσαν δίχως όρους,

οι κοκορόφτερες στρατιές με τους σημαιοφόρους.

Οι δρόμοι να ’ναι ελεύθεροι, να στρώσουμε και κρίνα,

γιατί ήθελαν παρέλαση να κάνουν στην Αθήνα.

Λιμάνια κι αεροδρόμια προικιό στο Μουσολίνι,

πού να ’ξερε ο φουκαράς στο τέλος τι θα γίνει.

Το δίκιο είναι ισχυρό, χαρά σ’ αυτόν που το ’χει,

γι’ αυτό στον άδικο εχθρό το Έθνος είπε ΟΧΙ.

Το τι απόγινε μετά, εκεί στην  Αλβανία,

το βλέπει όλος ο ντουνιάς στο σινεμά ταινία.

Φάγαν κλοτσιά απ’ τον Τσολιά, τον Έλληνα φαντάρο,

και είδαν με τα μάτια τους στο τρέξιμο το χάρο.

Στα χιονοσκέπαστα βουνά δεν είδαν άσπρη μέρα,

γιατί είχαν  οι Γραικοί φτερά και φώναζαν ΑΕΡΑΑΑ !

                   (Από την ποιητική Συλλογή ΗΛΙΑΝΘΟΙ).


ΑΡΧΑΙΑ  ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΓΛΩΣΣΑ

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%af%ce%b1-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b3%ce%bb%cf%8e%cf%83%cf%83%ce%b1

Σ’ ένα ράφι τα βιβλία με αρχαίους συγγραφείς,

χρόνια μένουν σκονισμένα και δε νοιάζεται κανείς.

Έχουν πνεύματα και τόνους και σημάδια θαυμασμού,

ιστορίες για προγόνους, φώτα του πολιτισμού.

Με πεζά και με τις ρίμες, στις σελίδες του χαρτιού,

δίδαξαν τις επιστήμες και την πίστη του Χριστού.

Λέξεις άγνωστες στη χρήση, λεξικό θα χρειαστεί,

θέλουν Τζάρτζανο για κλίση και για σύνταξη σωστή.

Με τη φόρα των πραγμάτων φόβος έχει απλωθεί,

η στρατιά των αγραμμάτων μήπως και παραδοθεί.

Ο Ρωμιός μπροστά στην κρίση, όπως λένε αρκετοί,

χρέος να τα ξεσκονίσει, «οι καιροί ου μενετοί».

Πλάτωνα κι Αριστοτέλη,  Όμηρο με «μετρική»,

θα τους μάθει, όποιος θέλει, στην Αρχαία Ελληνική.

(Από την ποιητική συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»).


ΗΜΕΡΑ ΣΠΟΡΑΣ

Στην ιερή μνήμη του πατέρα μου

%cf%83%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b1

 Φθινόπωρο κι αναπολώ τις έγνοιες του πατέρα,

που έκανε το καθετί για της σποράς τη μέρα.

Στο τέλος του καλοκαιριού τον σέμπρο είχε κλείσει

και το χωράφι του σταριού το είχε διβολίσει.

Με λίγο σπόρο διαλεχτό στην εκκλησιά ταμένο

ζητούσε χάρη απ’ το Θεό να το ’χει ευλογημένο.

Για τη σπορά προσεκτικά τα πάντα διορθώνει,

τις λαιμαριές, τα τραβηχτά, τ’ αλέτρι και την «ξιόνη».

Ξυπνούσε πρώτος το πρωί, προτού καλά χαράξει,

να κάνει τ’ όνειρο ζωή, την πιο καλή του πράξη.

Από παιδί στ’ αγροτικά και πείρα πια στην πλάτη

σπέρνει το σπόρο καταγής κι αρχίζει το καμάτι.

Το μεσημέρι με σανό τα ζα του ξαποσταίνει

και με ψωμί και με κρασί τον κόπο του γλυκαίνει.

Κατάκοπος απ’ τη δουλειά, γυρνώντας προς τη Δύση,

ευχόταν κι εκείνη τη χρονιά, μπερκέτια να θερίσει.

(Από την ποιητική συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)                                                                          Υ.Γ.: Εδώ και πολλά χρόνια στο χωριό μου, την Καρυά, το όργωμα και η σπορά γίνεται με τρακτέρ, ενώ παλαιότερα γινότανε με τα μουλάρια. Όποια οικογένεια είχε δύο μουλάρια, δηλαδή ένα ζευγάρι, έκανε τις δουλειές αυτές μόνη της. Εάν όμως είχε ένα μουλάρι , έκαναν σέμπρο με ένα άλλο συγγενή  ή γείτονα, που είχε και αυτός ένα μουλάρι και κάναν τις δουλειές εναλλάξ. Όπως τα περιγράφω στο ποίημά μου, κάπως έτσι γινότανε, τέτοια εποχή,προς το τέλος του Σεπτέμβρη, η σπορά τα παλιά τα χρόνια στο χωριό μου κι όχι μόνο. Η ανάρτηση του ποιήματος αυτού γίνεται για να θυμούνται  οι ηλικιωμένοι και να μαθαίνουν οι νεότεροι. (Λεπτομερής περιγραφή της σποράς γίνεται στο βιβλίο μου «Λόγια Καρυάς».)


ΕΙΚΟΝΕΣ  ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85

   Α’

Τα σύννεφα στον ουρανό

σιγά σιγά πυκνώνουν 

και χαμηλώνουν προς τη γη,

 που μήνες περιμένει,

με χίλια στόματα ανοιχτά,

πολλή βροχή να πέσει,

να τη ρουφήξει, να την πιει,

το χώμα να χορτάσει.

Θέλει βροχή, πολύ νερό,

το ξερικό χωράφι,

για να φυτρώσει η σπορά

του γερο-ζευγολάτη.

                 Β΄

Τα αστραπόβροντα τρομάζουν

ζα, ξωμάχους και πουλιά,

που με βια αναζητάνε

μια καλύβα ή σπηλιά.

Τα σκυλιά ανήσυχα ουρλιάζουν.

Κουρούνες και κοράκια κρώζουν,

κάνοντας κύκλους στους αιθέρες.

Κάτι κακό οσμίζονται

και ποτέ δεν πέφτουν έξω.

Αστροπελέκια, καταιγίδες και πλημμύρες

φέρνουν παντού καταστροφές.

Ας όψονται οι καταπατητές της ρεματιάς

και οι εμπρηστές του δάσους.

Τα ορμητικά νερά του Ξεριά

εκδικούνται, μα δε σωφρονίζουν.

%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%86%ce%b8%ce%b9%ce%bd%cf%8c%cf%80%cf%89%cf%81%ce%bf

Γ’

Τα χρυσάνθεμα δανείζουν το χρώμα τους

στα φυλλοβόλα δέντρα.

Πλάτανοι, σφεντάμια, λεύκες, συκιές,

καρυδιές, μουριές, βερικοκιές, μηλιές,

αμπελώνες και πολλά άλλα δέντρα,

στις ρεματιές, στους κήπους, στις αυλές,

στους λόφους και στους κάμπους,

στολίζουν και στολίζονται,

ακολουθώντας πιστά τη μόδα της εποχής,

στα κίτρινα, στα κόκκινα, στα χρυσαφένια

και σε άλλες παραπλήσιες αποχρώσεις.

Κάθε δέντρο κι άλλο χρώμα,

κάθε φύλλο και χρυσό στολίδι.

Μοναδικές της εποχής εικόνες,

βλέπονται, μα δεν περιγράφονται.

Η ομορφιά του δειλινού, πριν το δκοτάδι φτάσει,

ταιριάζει στο Φθινόπωρο, πριν βαρυχειμωνιάσει.

%cf%86%ce%b8%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%80%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%ce%b5%cf%85%cf%81%cf%85%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%af%ce%b1

                                  Δ΄

Οι όμορφες εικόνες της Φύσης, οι φθινοπωρινές,

έχουν τη λήξη τους κι αυτές.

Το φυλλορρόημα, η φθινοπωρινή μελαγχολία,

συγκινούν ποιητές και φωτογράφους,

ερωτευμένους και ζωγράφους.

Τα χρυσοκοκκινόχρωμα φύλλα,

λόγω βαρύτητας,

πέφτουν κι αποχαιρετούν δέντρα και κλαδιά.

Ένα ένα και πολλά μαζί,

μισόξερα και μισόχλωρα αιωρούνται στον αιθέρα

 και παιχνιδίζουν, καθώς κατηφορίζουν,

ακολουθώντας τη μοίρα τους στην πτώση.

Και γίνονται πολύχρωμο χαλί,

στρώμα παχύ να το πατάνε όλοι.

Εκεί που ίσκιο κράταγαν βαθύ,

σ’ όλους τους περαστικούς το καλοκαίρι.

Εκεί που στάλιζαν τα πρόβατά τους

οι βοσκοί το κάθε μεσημέρι.

%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%b1

                     Ε΄

Το Φθινόπωρο, στην εξέλιξή του,

αγάλι αγάλι σαν βρεθεί

στην πόρτα του χειμώνα,

δεν έχει μάτια πια να δει

την τελευταία εικόνα.

Σφοδρό τ’ αγέρι του βοριά

με μπόρα και χαλάζι

τα φύλλα ρίχνει απ΄τα κλαδιά

και το τοπίο αλλάζει.

Μετά απ’ αυτή την αλλαγή

τα δέντρα πικραμένα

κοιτούν τα φύλλα τους στη γη

στις λάσπες βουτηγμένα.

Βεργούλες και γυμνά κλαδιά

κάνουν ευχές κι αγώνα,

ν’ αντέξουνε την παγωνιά

στους μήνες του χειμώνα.

(Από την ποιητική συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»).


ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΡΕΣΤΕΝΩΝ

%ce%ba%cf%81%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b5%ce%bd%ce%b1

Κρέστενα πανώρια πόλη ,/ για πολλούς κι αραξοβόλι,

που γυρίσαν απ’ τα ξένα, / για τα στερνά κοντά σε σένα,

Από νεαροί ακόμη, / στο δικό σου σταυροδρόμι,

διάλεξαν την ανηφόρα / και σε δόξασαν στη χώρα.

Κι όσοι μείνανε στον Τόπο / δεν λογάριασαν τον κόπο,

σου ‘δωσαν σοδειές και χάρη / και σου σήκωσαν τα βάρη.

Στην ηλιόχαρη Πλατεία , / μόνιμη η πελατεία,

άνθρωποι με καλοσύνη, / που ο χρόνος τους βαρύνει.

Έχουνε πολλά να πούνε, / για όσα έζησαν και ζούνε,

έντονες οι συζητήσεις, / δε σηκώνουν αντιρρήσεις.

Τα προβλήματα τούς καίνε /  και στο Δήμαρχο τα «λένε»,

για τους φταίχτες αν ρωτήσεις ,/ θα σου πουν… οι κυβερνήσεις.

Ο καιρός… το πρώτο θέμα / και στον ουρανό το βλέμμα,

με  ευχές μην πάνε στράφι / τόσα κόπια στο χωράφι.

Κάθε μέρα στο λιοστάσι / με το νου τους κάνουν στάση,

εκεί δουλεύουν ως το βράδυ / για το βλογημένο λάδι.

Άλλο θέμα στην παρέα,/ κρίσεις για τη νεολαία,

και κουνώντας το κεφάλι, / φταίνε, λένε, … οι δασκάλοι.

Ζωηρές φωνές κι αστεία / σπάνε τη μονοτονία,

πρέπει να μετράς τις λέξεις, / θα σε κρίνουν και θα μπλέξεις.

Όαση θαρρώ για όλους, / προπαντός για αργοσχόλους,

που φουμάροντας ντουμάνι / μια καρέκλα δεν τους φτάνει.

Ταξιδιώτη, σαν περάσεις, / τον καφέ σου μην ξεχάσεις,

αν μπορέσεις να παρκάρεις, / στην Πλατεία να τον πάρεις.

(Από την ποιητική Συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»)

Υ.Γ. :Τα Κρέστενα είναι μία από τις ωραιότερες επαρχιακές Πόλεις της πατρίδας μας. Είναι πρωτεύουσα της Περιφέρειας Ολυμπίας του  Νομού Ηλείας.  Εκεί είχα την τύχη να υπηρετήσω ως Σχολικός Σύμβουλος, όπου ήταν και η εκπαιδευτική μου έδρα. Ο τουριστικός επισκέπτης της,  και με αφετηρία αυτήν την Πόλη,  θα μπορέσει  να χαρεί,  πέραν του αχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Ολυμπίας και πολλές ξακουστές τοποθεσίες στην ευρύτερη περιοχή,  όπως, τον Επικούρειο Απόλλωνα, την Ανδρίτσαινα, τη λίμνη του Καϊάφα, το φράγμα του Αλφειού, το Κατάκολο ,  τον όμορφο Πύργο, τη Ζαχάρω κλπ.   Το ποίημα το αφιερώνω στη Δασκάλα, κυρία Αθηνά Κομπορόζου, που κατάγεται από τα Κρέστενα και έγινε αφορμή πρόσφατα να επανασυνδεθώ, μετά από πολλά χρόνια,  φιλικά στο facebook  και  με πολλούς άλλους   συναδέλφους και γενικότερα γνωστούς από το Νομό Ηλείας.


ΜΠΡΟΣΤΑΡΗΣ

%ce%b4%ce%b9%cf%83%ce%b1%ce%ba%ce%b9-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%89%ce%bc%ce%bf

Ζαλωμένος στον ανήφορο,

μέρα και νύχτα,

με το δισάκι του χρέους

και της ευθύνης

κρατάς ψηλά το κεφάλι

κι ανεβαίνεις.

Ξέρεις τι θέλεις και που πας.

Με πίστη, με θέληση, με γνώση

και με αγάπη, πάνω απ’ όλα,

σηκώνεις το φορτίο σου.

Κι εγώ αθέατος συντρέχτης,

μαζί με την ευχή,

την προσευχή μου κάνω,

να έχεις καλό δρόμο

και μ’ οδηγό την Παναγιά

στα τρίκορφα να φτάσεις.

Το πιστεύω.

(από τη συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»).


Η ΟΜΠΡΕΛΑ

%ce%bf%ce%bc%cf%80%cf%81%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b1

Την είχα σαν τα μάτια μου

και στήριγμα στο χέρι

και μπόρες δε λογάριαζα

το σύννεφο αν φέρει.

Σαν έπιανε ψιλόβροχο,

πηγαίναμε σεργιάνι

και η καρδιά μας έπινε

νεράκι, για να γιάνει.

Με σιγουριά μου έλεγε,

εκείνη πως αντέχει

και θα το δείχνει στη ζωή

τις ώρες που θα βρέχει.

Μα δυο κομμάτια έγινε

στην πρώτη καταιγίδα,

στο χέρι το ‘να μου ‘μεινε

και τ’ αλλό δεν το είδα.

Βρεγμένος ως το κόκαλο,

αν ζω θα τη θυμάμαι,

χωρίς ομπρέλα στη βροχή,

τι άλλο να φοβάμαι!

(από την συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»)


  Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΠΟΡΑ

×ÁËÁÆÏÐÔÙÓÇ ÊÁÉ ÐËÇÌÌÕÑÅÓ ÓÔÏÍ ÄÉÏÍÕÓÏ ÁÔÔÉÊÇÓ (PHASMA/ÌÉ×ÁËÇÓ ÊÁÑÁÃÉÁÍÍÇÓ)

Μας ήρθε σύννεφο βαρύ με του Νοτιά  τ’ αγέρι,

αστράφτει, πέφτουν κεραυνοί και μπόρα πάει να φέρει.

Σαν άρχισε με μια βροντή  ο  ουρανός να κλαίει,

το δάκρυ έγινε βροχή και στα ρυάκια ρέει.

Φρεσκοσκαμμένο το βουνό σταγόνα δεν κρατάει

και τ’ αφρισμένο πια νερό κορμούς κατρακυλάει.

Τα ρέχτια τρέχουν με ορμή κι η στράτα πλημμυρίζει

και το ποτάμι το μακρύ σαν το θεριό μουγκρίζει.

Το Μέγα ρέμα το γνωστό το είχαν μπαζωμένο

κι ο χείμαρρος ορμά σ’ αυτό και τρέχει δίχως φρένο.

Ζητούσε μήνες τη βροχή ο κόσμος με λαχτάρα,

μα ήρθε σ’ άλλους ως ευχή και σ’ άλλους ως κατάρα.

Βρεθήκαν άστεγοι πολλοί σε  μια και μόνο ώρα

κι αναρωτιούνταν με οργή τι θ’ απογίνουν τώρα.

Δε φταις, Ξεριά μου, μόνο συ, για το κακό τους χάλι,

αυτοί που ξέρουν το γιατί θα πουν πως φταίνε κι άλλοι.

(από τα «Δοξαρίσματα»).


 ΟΙ  ΠΥΡΓΟΙ *

%ce%b4%ce%b9%ce%b4%cf%85%ce%bc%ce%bf%ce%b9-%cf%80%cf%85%cf%81%ce%b3%ce%bf%ce%b9

Δίδυμοι Πύργοι γυάλινοι, κορμοί της Νέας Τάξης,

που θα ‘πρεπε, για να τους δεις, στ’ αστέρια να κοιτάξεις.

Στην εμπασιά του λιμανιού, το ξακουστό ζευγάρι,

για χρόνια, θέα του κοινού είχε ζωή και χάρη.

Δίδυμοι πύργοι κολοσσοί, η δύναμη στα ύψη.

Κακό δέν πρόβλεψε κανείς, αν ήθελε προκύψει.

Οι πύργοι γίναν, μυστικά, στόχος σε τρομοκράτες,

και  μ’ αεροπλάνα φονικά τούς λάβωσαν στις πλάτες.

Πιλότοι, θύτες – θύματα κι’ αυτοί, στης λάμψης το σκοτάδι

τους πύργους γκρέμισαν στη γη και τη ζωή στον Άδη.

Πενθεί ο κόσμος πια στη γη, που είδε «το μελλίσι»

στις φλόγες μέσα να χαθεί και στους καπνούς να σβήσει.

Θρηνούν αθώους με κραυγή οι Νεοϋορκέζοι

κι αναρωτιούνται οι λαοί με τη φωτιά ποιος παίζει;

Στης Ιστορίας το σκαλί για πάντα θα ‘ναι φάροι,

που ‘τρεξε πρώτη και καλή τα υλικά να πάρει,

να προλαβαίνει το κακό κάθε κουβέρνο νέο

και το μεγάλο φονικό να ‘ναι το τελευταίο.

Υ.Γ. * 11 Σεπτεμβρίου 2001 είναι « η ημέρα που άλλαξε ο κόσμος». Την ημέρα αυτή έγινε μία από τις μεγαλύτερες τρομοκρατικές επιθέσεις από τους ισλαμιστές, που κτύπησε στην «καρδιά» την υπερδύναμη, Ηνωμένες Πολιτείες και εξαπλώθηκαν και συνεχίζουν μέχρι τώρα σε ολόκληρο τον  κόσμο .Με το κτύπημα αυτό, που έγινε με αεροπλάνα, δεν γκρεμίστηκαν  μόνο οι γνωστοί δίδυμοι  πύργοι στη Νέα Υόρκη, αλλά έχασαν τη ζωή τους  πάνω από 3000 άτομα. Όλος ο κόσμος μούδιασε καθώς παρακολουθούσε ζωντανά το φρικτό θέαμα, Στην ιερή μνήμη όλων των θυμάτων έγραψα και αφιερώνω το παραπάνω ποίημα από τη συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ». Αιωνία η μνήμη τους.


Ο Ι   Β Ε Ρ Ε Σ

βερες

Παραμονή του ΑΪ-Γιαννιού

να πας στο πανηγύρι,

να δεις στ’ αλώνι του χωριού

ποιος το χορό θα  σύρει.

Θα δεις ψηλό λεβεντονιό

και άξιο παλικάρι,

που σου ‘χει στείλει προξενιό

γυναίκα να σε πάρει.

Σαν σε καλέσει στο χορό      

κι αλλού δεν έχεις βλέψεις,

μπροστά σε όλο το χωριό

να πας και να χορέψεις.

Παραγγελιές ο κλαριτζής

για χάρη σου θα παίξει

και συ στου νιου τ’ αφτί να πεις

την τελευταία λέξη.

Καθώς θα κάνεις τη στροφή

κρατώντας το μαντίλι,

τις βέρες πες , κι ας μαθευτεί,

να πάει να παραγγείλει.

(Από την ποιητική συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»).

Υ.Γ. : 29 Αυγούστου, εορτή της αποκεφάλισης του Ιωάννου του Προδρόμου και στην Καρυά, το Χωριό μου, γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Τα παλαιότερα χρόνια ( Όπως τα γράφω  και στο βιβλίο μου «ΛΟΓΙΑ  ΚΑΡΥΑΣ») ήταν η ημέρα γνωριμίας των νέων και γινόντουσαν και απισημοποιούνταν  τα προξενιά. Δίνανε λόγο, ευχές, χορεύανε κλπ. Από την εποχή αυτή είναι εμπνευσμένο και το ποίημα « ΟΙ ΒΕΡΕΣ» . Άλλες εποχές.


Η ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ

μελισσούλα

Για σένα, μελισσούλα μου,

ο κήπος μου ανθίζει

κι αγάπη με τα δάκρυα

κάθε φυτό δροσίζει.

Χρόνια και χρόνια πέρναγαν

κι εγώ στον κήπο μόνος,

περίμενα τη μέλισσα,

να γλυκαθεί ο πόνος.

Μια μέρα, στα λουλούδια μου

ήρθε να πάρει μέλι,

μα τσίμπησε τα μήλα μου

και την καρδιά με βέλη.

Με πόνεσε, τ’ ομολογώ,

αυτό το τσίμπημά της,

τρώω το μέλι της τ’ αγνό

και πίνω στην υγειά της.


ΤΑ  ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ
πουλί στο κλήμα

Μπρος σ’ έν’  άγουρο σταφύλι

δυο σπουργίτια γίναν φίλοι

και αρχίσαν το γιορτάσι,

πριν ακόμη ωριμάσει.

Ταβλαδόροι τα μικρούλια

ντόρο κάναν με τα πούλια

και η μουσική τους παίζει

πριν να στρώσουνε τραπέζι.

Διαλαλούν πως θα ‘χουν τρύγο,

γιατί βλέπουν πως σε  λίγο

πρώτη θα γινεί στ’ αμπέλι

τούτη η αγουρίδα μέλι.

Σιγουριά πολλή τα πιάνει

και προσμένουν να γλυκάνει

με χαρά, κι  αυτό διότι,

θα έχουν γάμου φαγοπότι.

Μα το πήρανε χαμπάρι

οι γειτόνοι κι οι κουμπάροι

κι ούτε ρώγα, απ’ την πείνα,

δεν αφήσανε για κείνα.

(Από την ποιητική Συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»).


Ο  ΔΙΑΓΟΡΑΣ

«Κάτθανε, Διαγόρα, ουκ εις τον Όλυμπον αναβήσει». (Παυσανίας)

διαγορασ

Στους στίβους δρόμο πήρανε, καλό και μ’ ανηφόρα,

«Ιδού η Ρόδος» είπανε οι γιοί του Διαγόρα.

Στην Ολυμπία έλαμψαν με το παράδειγμά τους,

με κλάδους δάφνης έγραψαν χρυσό το όνομά τους.

Τιμές μεγάλες γνώρισαν αυτός και η γενιά του,

μα  πιο πολύ τον τίμησαν με έργα τα παιδιά του.

Τα είδε στ’ αγωνίσματα να παίρνουν πρώτες νίκες,

να δαφνο-στεφανώνονται απ’ τους ελλανοδίκες.

Με τα στεφάνια στόλισαν το πατρικό κεφάλι

και θρίαμβο εχάρισαν στο γερο-ασπρομάλλη.

Οι θεατές τού κραύγαζαν : Αθάνατος θα μείνεις !

Εκεί ψηλά που σ’ ύψωσαν, μη θες Θεός να γείνεις…

Με τα παιδιά που έκανες,  όσο περνούν τα χρόνια,

Διαγόρα, τι κι αν πέθανες, θα ‘χεις ζωή αιώνια.

Άκρη δε θα ΄χει η δόξα σου και η φήμη σου μεγάλη,

θα καμαρώνει η χώρα σου για « Κολοσσό» και πάλι.

(Από την ποιητική Συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


 ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ  ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

ποιημα Σπυρου

Μια νύχτα πάλι στ’ όνειρο

ήρθες με τη Σελήνη

και φώτισες το πρόσωπο

από τη σκοτοδίνη.

Σε είδα φεγγαρόλουστη

στην πόρτα να προβάλεις,

με το γνωστό χαμόγελο,

χωρίς μιλιά να βγάλεις.

Θαμπώθηκαν τα μάτια μου

και πήγα να ξυπνήσω,

μα συ με καθησύχασες,

για να το συνεχίσω.

Κοντά μου ήρθες κι άναψες

της μνήμης το καντήλι

και συντροφιά μου κράτησες

με τη μιλιά στα χείλη.

Μεγάλου μήκους παίχτηκε

του βίου μας ταινία,

ο μίτος ξετυλίχτηκε

και οι μέρες μία – μία.

Γι’ αυτό κυρά Φεγγάρω μου,

το δρόμο να μη χάνεις

και στ’ όνειρό μου ταχτικά

επίσκεψη να κάνεις.

(Από την ποιητική Συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»).


ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

πανσεληνος

Μια νύχτα με πανσέληνο

δε θα ’χεις ζήσει άλλη,

αν δε βρεθείς τον Αύγουστο

και συ σε περιγιάλι.

Η φεγγαρόλουστη βραδιά

με φως θα τελειώσει,

με νυχτοπούλια συντροφιά,

θα λες μην ξημερώσει.

Το μήνα αυτό με το καλό

προσμένω τη Σελήνη,

ολόγιομη να τη χαρώ

στη λίμνη με γαλήνη.

Βουτιά να κάνω στο νερό,

για να την αγκαλιάσω,

και με φιλί ερωτικό

το χέρι της να πιάσω.

Να την κοιτώ χωρίς μιλιά

στο φως να κιτρινίζει,

και να ακώ στη σιγαλιά

το κύμα να φλοισβίζει.

Στης λίμνης το μικρό γιαλό

μ’ αυτή τη φεγγαράδα,

κοιτάζοντας τον ουρανό

να κάνουμε βαρκάδα.

Και να χαράζουμε γραμμή,

το κύμα μη μας πάρει,

μια σημαδούρα φωτεινή

τ’ Αυγούστου το φεγγάρι.

(Από την ποιητική Συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»).


ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ  ΣΤΑ ΚΑΨΑΛΑ
ΚΑΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ ΣΠΥΡΟΣ

Σε κείνο το ψηλό βουνό

που το ’καψαν και πάλι,

ξεστράτισε σαν ορφανό

ένα κουτσό τσακάλι.

Τρεις μέρες ψάχνει νηστικό

και τρεις χωρίς νεράκι,

να βρει αγρίμι ζωντανό

και ίσκιο σε δεντράκι.

Μα κει ήταν δάσος και βοσκοί,

ρυάκια κι όχι ξέρες,

και τραγουδούσαν τη ζωή

αηδόνια και φλογέρες.

Μα κει γινόντουσαν χαρές,

χειμώνα καλοκαίρια,

τ’ αγρίμια είχανε φωλιές

κι οι Κλέφτες τα λημέρια.

Από ραχούλες σε πλαγιές

τα βήματά του σέρνει,

ουρλιάζοντας στις ρεματιές,

μα απάντηση δεν παίρνει.

Ουρλιάζει μήπως και του πει,

εκείνος που θα ξέρει,

γιατί κανείς του εμπρηστή

δεν «έκοψε» το χέρι;

Μια κουκουβάγια μοναχά

του είπε προς το δείλι,

πως η κραυγή του μένει πια,

το μήνυμα να στείλει.

(Από την ποιητ. Συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)


Κ Ω Σ Τ Η Σ   Ο   Α΄

(Στην ιερή μνήμη του πατέρα μου)
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΩΣΤΗΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΙΣ

Ξωμάχος, φύλακας της γης,

καλύβα θεμελιώνει

και νοικοκύρης στο εξής

κρατά γερό τιμόνι.

Ζυμώνει χώμα στη βροχή

με ήλιο και φεγγάρι,

για να σηκώνει στη ζωή

το χρόνο και τα βάρη.

Καλός πατέρας, με στοργή,

για τα παιδιά του θέλει,

μη λείψει λάδι στο φαϊ

και στο ψωμί τους μέλι.

Το δρόμο της Ανατολής

στο χάρτη τους χαράζει

και είδε τ’ άστρο της αυγής

με μπόρες και χαλάζι.

Ο χρόνος έπεσε βαρύς

μαζί κι αστροπελέκι,

το νήμα κόψαν της ζωής,

μα αυτός σε θρόνο στέκει.

(Από την ποιητική συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


Η ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

032

Νοσταλγός που ξεφυλλίζει

το βιβλίο της ζωής

και τη μνήμη ακονίζει

σε εικόνες μιας στιγμής,

στην παλιά φωτογραφία,

που ’χει τώρα κιτρινίσει,

κάνει ζουμ με νοσταλγία

σ’ ό,τι είχε αγαπήσει.

Συνειρμοί με τη σειρά τους

ρίχνουν φως στα περασμένα,

λέγοντας με τ’ όνομά τους

όσα είχε ξεχασμένα.

Με τα μάτια αραδιάζει

πρόσωπα και αναμνήσεις,

δε χορταίνει να κοιτάζει,

κάνει κρίσεις και συγκρίσεις.

Στο μυαλό επαναφέρει

άγνωστες για τώρα φάτσες

και κρατώντας την στο χέρι

οδηγείται σ’ άλλες στράτες.

Στην παλιά φωτογραφία

κρύβονται, αν αγαπάς,

περασμένα μεγαλεία,

για να κλαις και να γελάς.

( Από την ποιητική συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)

Υ.Γ. :  Επειδή όλοι μας ανατρέχουμε στα προσωπικά και οικογενειακά άλμπουμ, για να ξαναδούμε παλιές φωτογραφίες μας, πιστεύω ότι το ποίημά μου αυτό είναι για όλους μας καθημερινά επίκαιρο.


ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΑΛΗΝΗ

sally-swatland-summer-memories

Περίοδος της ξεγνοιασιάς

των διακοπών οι μέρες,

τις περιμένουν τα παιδιά,

δασκάλοι και μητέρες.

Στις παραλίες για δροσιά

ο δρόμος θα τα φέρει,

θα ζωντανέψουν τα νησιά

κι αυτό το καλοκαίρι.

Ολημερίς στην αμμουδιά

παιγνίδι, ξάπλα, μπάνια,

κι αν δουν βαρκούλα με πανιά

μπαρκάρουν για λιμάνια.

Τ’ αρμυριασμένο τους κορμί,

με ήλιο και φεγγάρι,

βουτάει στη θάλασσα μ’ ορμή

και κολυμπά σαν ψάρι.

Με τέχνη και υπομονή

πύργους και κάστρα χτίζουν

και με χαρούμενη φωνή

χαμόγελα σκορπίζουν.

Τα κύματα παρακαλώ,

καθώς και το μπουρίνι,

να μην ταράξουν στο γιαλό

την παιδική γαλήνη.

                                      (από την ποιητική Συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)                                        Ο πίνακας είναι της Sally Swatland: Summer memories (καλοκαιρινές αναμνήσεις).


ΤΟ ΜΕΛΩΔΙΚΟ ΠΟΥΛΙ

αηδονι

Κοντά στην ακροποταμιά,

ο χρόνος σα γυρίσει,

η φύση στρώνει τα χαλιά

τ’ αηδόνι να πατήσει.

Με όνειρα για τη ζωή

στους θάμνους θα φωλιάσει

και με το ταίρι του μαζί

θα πέσει να πλαγιάσει.

Με νότες λέει τους καημούς

μετά  τ’ ανεμοβρόχι,

και σου ζητάει να τ’ ακούς,

μα να το βλέπεις όχι.

Μαέστρος κότσυφας λαλεί,

τ’  άλλα πουλιά μαλώνει,

πουλιά,  σωπάστε μια στιγμή,

γιατί  λαλεί τ΄αηδόνι.

Από κλαδάκι σε κλαδί

πετά και ξαποσταίνει,

ελεύθερο γλυκολαλεί

και σε κλουβί δε μπαίνει.

Μελίσματα με την τροφή

στο αηδονάκι δίνει,

με τέχνη και υπομονή

αηδόνι για να γίνει.

Τις νύχτες με αστροφεγγιά

και με χλωμό φεγγάρι,

ακούς την αηδονολαλιά,

αν ύπνος δε σε πάρει.

(από την συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


ΜΕΛΤΕΜΙΑ  ΚΑΙ  ΜΠΟΥΡΙΝΙΑ

ΜΕΛΤΕΜΙΑ

Με βάρκα σαν καλάρισα

για γόπες και λυθρίνια,

και τα μελτέμια γνώρισα

και ξαφνικά μπουρίνια.

Στο πέλαγος λαχτάρισε

η βάρκα, σαν βαπόρι,

να κάνει ό,τι κάνανε

και οι θαλασσοπόροι.

Τα δυο πανιά σχιστήκανε,

μ’ ένα κουπί δεν πάει,

στον πρώτο κάβο στρίψαμε,

η ρότα δεν τραβάει.

Μετά και οι δυο γινήκαμε

στα κύματα παιγνίδι

και στο λιμάνι γέλασε

το στρείδι και το μύδι.

Στο ακρογιάλι άραξα,

κι η βάρκα στέλνει σήμα,

μα τη σκεπάζει η θάλασσα

και τ’ αφρισμένο κύμα.

(Από την συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)


ΤΟ ΛΙΧΝΙΣΜΑ

ποιημα για Λύνισμα

Μισή βδομάδα πέρασε

κι ας φαίνεται για ψέμα,

που τ’ αεράκι ξέχασε

να ’ρθει στο πίσω ρέμα.

Εκεί στ’ αλώνια γίνεται

γιορτή τον Αλωνάρη

κι  ο νοικοκύρης βιάζεται

να δει καρπό στ’ αμπάρι.

Λιοπάνες κι άλλα σύνεργα

θα βρουν δουλειά στρωμένη,

τα ζα δουλεύουν γι’ άχυρο

κι ο «πλέχτρης» περιμένει.

Σωρός το λιώμα αλίχνιστο,

καταμεσής στ’ αλώνι,

χωρίς αεροφύσημα

δεν κάνει για δριμόνι.

Οι λιχνιστάδες όρθιοι,

χωρίς να λένε λέξη,

ρίχνουν ματιές στα σύννεφα,

φοβούνται μήπως βρέξει.

Συχνά πετούν ψηλότερα

μικρές φκυαριές με λιώμα,

μα κείνο πάλι ανάλαφρα

γυρίζει προς το χώμα.

Βοριά μου, δώσ’ το σύνθημα

η εργατιά ν’ αρχίσει

με «δεκριάνια» λίχνισμα

για ν’ αποαλωνίσει.


ΤΟ ΦΟΡΤΩΜΑ

ΦΟΡΤΩΜΑ

Βάλε πλάτη, παλικάρι,

να φορτώσω το πλευρό,

θα το γείρει το μουλάρι

και μονάχος δεν μπορώ.


ΔΕΝ  ΞΕΧΝΩ,  ΜΑΝΟΥΛΑ

σάρωση0004   Η μάνα μου Ελένη Καραμούντζου (Κωστίνα).

Δεν ξεχνώ πρωί και βράδυ

το μοναδικό, γλυκό φιλί

και της σιγουριάς το χάδι,

που μου τα ‘δινες εσύ.

Δεν ξεχνώ τη νοστιμάδα,

που είχε το ζεστό ψωμί,

τα κουλούρια στην απλάδα,

που τα ζύμωνες εσύ.

Δεν ξεχνώ τα παραμύθια,

«το γουρούνι το παχύ»,

που μου φαίνονταν αλήθεια,

γιατί τα έλεγες εσύ.

Δεν ξεχνώ την αλισίβα

και το λούσιμο μαζί,

τα σκουτιά που ήταν στοίβα

και τα μπάλωνες εσύ.

Με έμαθες στην προσευχή μου

πώς να κάνω το σταυρό

και στον κόρφο κρεμασμένο

μου είχες πάντα φυλαχτό.

Τα έχω στο μυαλό γραμμένα

και κρατώ τη συνταγή,

λέγοντας για το καθένα

έτσι το έκανες κι εσύ.

(Από τη συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, 2003

 ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΑΝΔΡΙΑΝΑ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ

Την Πόλη, την Αγια-Σοφιά,

το « Μέγα Μοναστήρι »,

με τόσες μνήμες συντροφιά

τη νιώθεις κοιμητήρι.

Και περιμένεις τη στιγμή

που ο «Βασιλιάς» θα ψάλει

μελωδικά και με πυγμή

το  «Τη Υπερμάχω…» πάλι.

Οι σκλαβωμένοι χριστιανοί,

μ’ ολόγιομο φεγγάρι,

τον «Πατριάρχη» να φανεί,

προσμένουν στο Φανάρι.

Και κάνουν όνειρα πολλά

με πίστη και μ’ ελπίδα

να γαληνέψουν τα θολά

νερά στην Προποντίδα.

Να βρει λιμάνι η προσφυγιά

του Γένους απ’ τη Δύση

και μέσα στην Αγια-Σοφιά

ξανά να προσκυνήσει.

Ανθόσπαρτη να βρει τη γη,

χωρίς «καμένα δάση»,

κι απ’ την Κερκόπορτα ορδή

να μην ξαναπεράσει.

(Από την ποιητική συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)

Υ.Γ. :  Το ποίημα (αφιέρωμα) αυτό γράφτηκε με πόνο στην καρδιά και δάκρυα στα μάτια όταν επισκέφτηκα την Κωνσταντινούπολη,  το 2003. Η δημοσίευσή του στην ιστοσελίδα μου γίνεται με τη συμπλήρωση  563 χρόνων από την αποφράδα ημερομηνία που « η Πόλις εάλω » από τις  τουρκικές ορδές, στις 29 Μα΄ί΄ου 1453.   [Ο πίνακας «Η Αγιά Σοφιά» είναι της ζωγράφου Ανδριάνας Καραμήτρου.]


ΤΟ  ΤΑΜΑ  ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

σάρωση0003

Κάθε χρόνο, μήνα Μάη,

μια φωνή του το ζητάει :

«Κωνσταντίνου και Ελένης

στο ξωκλήσι να πηγαίνεις».

Ήτανε μικρός ακόμα

κι άρρωστος βαριά στο σώμα,

που τον πήγε στο ξωκλήσι

με λαμπάδα, για να ζήσει.

Τάμα κι εντολή γραμμένη

όσο ζει να τον πηγαίνει,

κι αν θα βρει ποτέ «το φως του»,

εκεί να πάει μοναχός του.

Υγιής, στον Άγιο Κωνσταντίνο,

στη γιορτή του πάει για κείνο,

και με ψαλμωδιές στα χείλη

κερί  ανάβει και καντήλι.

Κάθε χρόνο στο πουρνάρι,

στης πηγής το κεφαλάρι

τον προσμένει και το ξέρει,

ένα άσπρο περιστέρι.

(Από την ποιητική μου συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ»)

Υ.Γ. :   Στην Καρυά, ψηλά στο Αρτεμίσιο και στο δρόμο που πηγαίνει για τη Νεστάνη, βρίσκεται το γραφικό ξωκλήσι Άγιος Κωνσταντίνος. Στο προαύλιό του υπάρχουν πολλές ιτιές, ένα μεγάλο πουρνάρι και μία πηγή με γάργαρο και δροσερό νερό. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σε όλους τους φίλους και τις φίλες (Κωστή , Κώστα,  Κωνσταντίνο, Ντίνα Ελένη , Νίνα…) που γιορτάζουν, στις 21 Μαϊου.


ΘΟΔΩΡΗΣ  ΒΛΑΣΤΑΡΑΣ – Στην ιερή του μνήμη

ΘΕΟΔΩΡΟΣ

Σαν χήρεψε και με παιδί

μικρό  κι αρρωστημένο,

ξενοδουλεύει να το δει

γερό και μορφωμένο.

Η Βλασταρού πουρνό πουρνό,

για το μοναχοπαίδι,

βγάζει βρομιές σε πλυσταριό

αντί να ζητιανεύει.

Τα κόπια, χάδι στ’ ορφανό,

ψωμί να το στηρίξει,

βιβλία να έχει στο σχολειό,

τα μάτια του ν’ ανοίξει.

Την Κατοχή ο Θοδωρής,

αφήνει μάνα μόνη

και στα βουνά από νωρίς

το λάβαρο σηκώνει.

Το λάβαρο της λευτεριάς

και της δικαιοσύνης,

για να  ‘ρθουν μέρες της χαράς,

τα δώρα της ειρήνης.

Μα πριν ξανάρθει λευτεριά,

το βόλι του προδότη,

της μάνας κόβει τα φτερά,

του Θοδωρή τη νιότη.

Κυρά Κατίγκω, θα χαρείς,

σαν μάθεις τι θα γίνει,

ο γιόκας σου ο Θοδωρής

αθάνατος θα μείνει.

Υ.Γ.  Ένας από τα πολλά θύματα κι αδικοχαμένους του εμφυλίου πολέμου, Άργος 1945.


Η  ΧΑΡΑ
ΧΑΡΑ

              Βγήκα στον κήπο, στην αυλή

              με την ψιλή βροχούλα,

              μα με τη σκέψη θετική

              σε σένανε  Χαρούλα.

 

              Χωρίς ομπρέλα περπατώ

              κι ο κόσμος ας το ξέρει,

              πως κι όταν βρέχει σου κρατώ

              για συντροφιά το χέρι.

 

              Βρήκα τα φύλλα καταγής

              σαν το χαλί στρωμένα,

              χρυσά στολίδια εποχής

              με τέχνη σκορπισμένα.

 

              Τα ρόδια, πάνω στη ροδιά,

               απ’ τη βροχή σκασμένα,

               κι ας λένε πως τους έλειψα

               και σκάσαν’ από μένα.

 

               Κυκλάμινα , που να τα δεις!

               εμάζεψα για σένα

               και με σταγόνες της βροχής

               σ’ τα στέλνω  δροσισμένα.    


            Ο  ΚΥΡ  ΜΕΝΤΙΟΣ

 paramithia_gia_paidia_tragoudi_itan_enas_gaidaros

                         Από  πώλος όνου, γράφεις

                            ιστορία συνεχώς

                            και σε σένα αναβάτης

                            πρώτος ήταν ο Χριστός.

 

                            Μα σε ζήλεψαν «κεφάλα»  

                             τ’ άλλα ζωντανά της γης,

                             Ιερουσαλήμ και βάγια

                             σ’ εμποδίζουν για να βρεις.

 

                             Τώρα που ‘γινες γαϊδούρι,

                              με σαμάρι πιο γερό

                              κι αδειανό παχνί στ’ αχούρι,

                              σου φορτώνουν  το σταυρό.

 

                              Σ’ έχουν απ’ το πόδια δέσει,

                              γαϊδουράγκαθα να τρως

                               κι ό,τι θέλεις, με τη σκέψη

                               θα τα λες εδώ κι εμπρός.

 

                               Κι αν τολμήσεις και γκαρίξεις,

                               σε κλοτσούν στα πισινά,

                               θέλοντας και μη να δείξεις

                                σεβασμό στ’ αφεντικά.

 

                                Μα κυρ Μέντιε, θυμήσου,

                                 ξέρεις κι άλλη συνταγή,

                                 δείξε τους τη δύναμή σου

                                 κι ο Χριστός θα σ’ ευλογεί.    


                    ΤΟ  ΜΟΝΟΠΑΤΙ

 μονοπατι

                           Τα μεσάνυχτα και κάτι

                           ας βρούμε φως και μονοπάτι,

                           για να το πούμε με χαρά,

                           πως ποτέ δεν είν’ αργά.

 

                           Τα μεσάνυχτα και κάτι

                           με  το νέο μονοπάτι

                           θα δούμε τ’ άστρο της αυγής

                           με σιγουριά και πιο νωρίς.

 

                           Τα μεσάνυχτα και κάτι,

                           της ζωής μας μονοπάτι,

                           θ’ ανοίξεις πόρτα αλλαγής

                           κι όλους εμάς θα οδηγείς.

 

                           Αχ ! καλό μας μονοπάτι

                           και πεζοί και με το άτι

                           κάνουμ’ όνειρα και σκέψεις,

                           αν βρεθείς, να μην τελέψεις.

 

                           Δεν περνά αλλιώς η κρίση,

                           πρέπει κι ο λαός να ζήσει,

                           με δουλειά και ενωμένοι,

                           να ο δρόμος… Περιμένει.

 

                          Τα μεσάνυχτα και κάτι,

                           κοινό ας βρούμε μονοπάτι,

                           για να το πούμε με χαρά,

                           πως ποτέ δεν είν’ αργά.

(Μελίσσια, 1-6-11- Γράφτηκε  για τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων, για να  βρουν επιτέλους κοινό δρόμο προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης,  που περνάει η χώρα.)


       ΦΩΝΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ     

 ΦΩΝΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

     –   Καλέ μου φίλε, Τζίτζικα,

         τα τζιτζιρίσματά σου

         τ’ ακώ κι αναρωτήθηκα,

         ποια είναι η χαρά σου ;

 

    –    Δεν είν’ χαράς καλέσματα

         ούτε για φαγοπότι,

         μπουχτίσανε στα ψέματα

         τζιτζίκια  και ανθρώποι.

 

         Βλέπω και πάλι θύματα,

         φωτιές το καλοκαίρι

         και τελαλώ μηνύματα

         μ’ ένα βιολί στο χέρι.

 

         Μαύροι καπνοί υψώνονται,

         φυσομανούν οι ανέμοι

         και οι λαοί σταυρώνονται

         σ’ όλη την οικουμένη.

 

         Μα θα μου πεις, πως σήμερα,

         κουμάντο κάνουν άλλοι

         και μπρος σε μας νωρίτερα

         κι άλλος γκρεμός προβάλλει.

 

         Γι’ αυτό και ασταμάτητα

         του κόσμου  «τα τζιτζίκια»

         με λόγια πια αμάσητα

         σηκώνουν τα μανίκια.


         ΠΩΛΗΤΗΡΙΑ

ΠΩΛΗΤΗΡΙΑ

     Στων προγόνων τα χωράφια

     φύτρωσαν γκορτσιές κι αγκάθια

     και κληρονόμοι νοσηροί

     τα βγάζουν όλα στο σφυρί.

 

     Δεν τους φτάνανε τα χρέη,

     που κανείς γι’ αυτά δεν φταίει, 

     έχουν τ’ άγονα κι αρκούν

     κι οι δανειστές λεφτά ζητούν.

 

     Στον αέρα κρώζουν όρνια

     για τα πλούτη τα αιώνια

     κι αν αγοραστής βρεθεί,

     ερπετά μετρούν τη γη.

 

     Τα χώματά μας ποτισμένα

      με ιδρώτα και με αίμα,

      μ’ όποια θυσία και τιμή

      δε θέλουν ξένων κατοχή.

 

      Στων προγόνων τα χωράφια

      φύτρωσαν γκορτσιές κι αγκάθια,

      και κληρονόμοι νοσηροί

      τα βγάζουν όλα στο σφυρί.   


          ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ


ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

Σκουπίδια, πολλά σκουπίδια!

Σκουπίδια να δουν τα μάτια σου!

Ελληνική παραγωγή σε επάρκεια

και με διεθνή αναγνώριση.

Δε χωράνε σε κάδους και σκουπιδότοπους.

Γέμισαν οι Δημόσιοι χώροι και όχι μόνο.

Πεζοδρόμια, δρόμοι, τοίχοι, παραλίες,

πάρκα, πλατείες, πινακίδες και όπου αλλού πεις.

Σε πόλεις και χωριά. Σε στεριά και σε θάλασσα.

             Εξαιρέσεις λίγες, για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.                     

  Σημάδια των καιρών, που δεν μας τιμούν.

Λύματα , φωτογραφία και κατάντια της λεγόμενης

αναπτυγμένης , δημοκρατικής και προοδευτικής κοινωνίας,

κάνοντας κατάχρηση και του αγαθού της ελευθερίας.

Ανθρώπινα  σκουπίδια και άλλης ζωικής προέλευσης.

Λίγο πριν απ’ το γκρεμό και την καταστροφή  φτάσαμε.

Πλαστικά, στερεά ,υγρά και αέρια απόβλητα, ηθών και αξιωμάτων,

γλωσσικά, προφορικά, γραπτά  και εικονογραφημένα.

Μικροκομματικά,  ανικανότητας, ρουσφετολογικά,

επαγγελματικά, αναξιοκρατίας, προβολής και τηλεοπτικά.

Όλα με ονοματεπώνυμο και χωρίς ημερομηνία  λήξης.

Επιπλέουν στα θολά και βρώμικα νερά

της θάλασσας, των λιμνών και των ποταμών.

Μεταφέρονται με τα παντός είδους κύματα και τον αέρα.

Ρυπαίνουν , δηλητηριάζουν και κακοποιούν την ατμόσφαιρα.

Αναγνωρίζονται απ’ όλες τις αισθήσεις.

Σε αναγκάζουν να βουλώνεις τα αφτιά  σου,

να κλείνεις τα μάτια σου,

και να πιάνεις τη μύτη σου.

Όπου και ν’ ακουμπήσεις λερώνεσαι.

Είναι μέρα νύχτα στα σπίτια μας, χωρίς ντροπή,

με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Απρόσκλητα και χωρίς έγκριση κανενός

μπαίνουν και κάνουν καταλήψεις και καταστροφές

στα σπίτια, στα σχολεία, σ’ όλους τους χώρους δουλειάς

και κυρίως στα κέντρα αναψυχής και διασκέδασης.

Είναι κι αυτά σαν τις ναρκωτικές θανατηφόρες ουσίες,

τη νικοτίνη , το αλκοόλ, το στοίχημα και τη χαρτοπαιξία,                    

που σιγά σιγά εθίζουν και  κάνουν εξαρτημένους,

άνδρες, γυναίκες και κυρίως τα παιδιά.                              

Δύσκολη και θέλει θέληση και χρόνο η απεξάρτηση.                        

Όπου και να πας σ’ ακολουθούν, σκιά σου γίνονται,

πάλι θα τα βρεις μπροστά σου.

Αιτία πολλών καταστροφών και σήψης.

Τα βλέπει και τρομάζει κόσμος και ντουνιάς,

μα  αυτών που χρόνια κυβερνάνε, καθώς και των βολεμένων,           

       το αφτί τους δεν ιδρώνει, δε θέλουν

ή αδυνατούν να αντιμετωπίσουν το σκουπιδαρειό,

γιατί  υπάρχουν σκοπιμότητες και τα συμφέροντα μεγάλα.

Αυτά είναι που δεν αφήνουνε καθαρισμός να γίνει,

γιατί είναι και αυτά σκουπίδια.

Προς το παρόν αντίδραση καμία. Ορατότητα μηδέν.

Ας μη χάνουμε όμως και την ελπίδα.  Πού ξέρεις;

Ίσως βρεθεί «ο Ηρακλής», να κάνει  κι άλλον άθλο,

 διώχνοντας τα μαύρα σύννεφα από τον ουρανό μας.

Στου λαού το χέρι είναι.


             Ο  ΕΛΛΗΝΑΣ


Ο ΕΛΛΗΝΑΣ

Στης ζωής την ανηφόρα, αχ! Πατρίδα μου,  γιατί

συνεχώς κατρακυλάω κι άντε φτου κι απ’ την αρχή.

 

Θες τα τρόχαλα του δρόμου, θες που έχω ζαλωθεί,

πριν καλά να πάρω ανάσα, χάνω ύψος και κορφή.

 

Φταίξανε βεβαίως  άλλοι και μαζί μ’ αυτούς κι εγώ,

μα πιστεύω πως σηκώνω δυσανάλογο σταυρό.

 

Και γι’ αυτό σου το δηλώνω, λίγο πριν απ’ το γκρεμό,

το ιστορικό μου χρέος με καλεί ν’ αγωνιστώ.

 

Κι αν θα χρειαστούν θυσίες, τιμή για μένα περισσή,

αν στη δύσκολη  τη μάχη πρώτη θα σωθείς εσύ.

 

Μόνο λεύτερη στον κόσμο, σαν το λάδι δίνεις φως,

για να βλέπουν στο σκοτάδι και να πάν’ κι αυτοί εμπρός.


      Η ΕΞΟΥΣΙΑ

Η ΕΞΟΥΣΙΑ 

Φιλόδοξη και άβουλη  στα στέκια τριγυρνάει,

για να μας σώσει κόπτεται, την ψήφο μας ζητάει.

 

Η ψήφος δίνει δύναμη, θέσεις κλειδιά μ’ αξία,

για ν’ αποκτήσει τελικά τρανή περιουσία.

 

Τη νίκη της γιορτάζουμε με λάβαρα μαζί της

κι επαίτες καταλήγουμε μπροστά στο μαγαζί της.

 

Αν σε δεχτεί καμιά φορά, ξεχνά τις υποσχέσεις

και τρέχεις τις ελπίδες σου αλλού να καταθέσεις.

 

Σ’ ό, τι ζητήσεις πρόθυμη, εν γνώσει κοροϊδεύει,

του ισχυρού παράγοντα το δίκιο βασιλεύει.

 

Των απεργών τα  αιτήματα στα σοβαρά δεν παίρνει,

έχει φρουρούς στην πόρτα της κι αν χρειαστεί τους δέρνει.

 

Σηκώνουν τότε τις γροθιές προς την αστυνομία

και με γιαούρτια και αβγά κτυπούν την εξουσία.

 

Γελάει με το γιαούρτωμα, μα δε ζητά συγνώμη,

δεν κοκκινίζει η πέτσα της, τ’ αφτί της δεν ιδρώνει.

 

Γι’ αυτό καθένας ας σκεφθεί, σε ποιον την ψήφο δίνει,

είναι ντροπή χωρίς δουλειά να ζει μ’ ελεημοσύνη.


           ΦΥΛΑΞΟΥ !

 ΦΥΛΑΞΟΥ

Κυκλοφορούν  υποκριτές,

που κάνουν τους ξερόλες,

να ξέρεις κι οι περιστερές

λευκές δεν είναι όλες.

 

Υποκριτές του μπαλκονιού,

γνωστοί κι ως λαοπλάνοι,

ζητούν την ψήφο του λαού

κι όποιος πιστέψει χάνει.

        

Φυλάξου κι όργωσε τη γη

και να τη διβολίσεις,

ζιζάνιο πάλι να μη βγει,

αλλιώς δε θα θερίσεις.

(Μελίσσια, 27-4- 2012)


  Ο ΕΛΛΗΝΑΣ  ΣΤΗΝ ΚΑΛΠΗ

 Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΠΗ

Μπροστά στην κάλπη σαν βρεθεί,

συμφέροντα  ζυγίζει,

την ψήφο ρίχνει δαγκωτή

χωρίς και να ελπίζει.

 

Υποσχέσεις δίνουν όλοι

κι ένα ένα τα κουκιά

στο κομματικό περιβόλι

τα φυτεύει για σοδειά.

 

Τη μια… σταυρώνει τον Σκορδά,

 την άλλη… τον Λαδέτη,

αλλάζει κόμμα και ζητά

τ’ ανάλογο ρουσφέτι.

 

Μετανοιωμένος παρευθύς

σ’ το λέει να το ξέρεις,

ως ψηφοφόρος θα ‘θελε

να ήταν κουλοχέρης.

 

Τις εκλογές και με οργή

προσμένει να ‘ρθουν πάλι,

μ’ αν δεν αλλάξει συνταγή,

ίδιους ταγούς θα βγάλει.

 

Ας πάρει απόφαση σωστή,

την ψήφο πού  τη δίνει,

για ό, τι  στη χώρα του συμβεί,

θα ‘χει κι αυτός ευθύνη.

 

Μπροστά στην κάλπη σαν βρεθεί

συμφέροντα ζυγίζει,

την ψήφο ρίχνει δαγκωτή

χωρίς και να ελπίζει.


 ΝΑ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ !!!

ΝΑ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ 

Παιγνίδια κάνουν οι ταγοί

με του λαού τον πόνο

και γέλασε σ’ αυτή τη γη

ο «πικραμένος»  μόνο.

Μ’  αλαζονεία  περισσή

για αυτοδυναμία

αδιαφορούν αν προκαλεί

η στάση τους ναυτία. 

Τον σέρνουν πάλι σ’ εκλογές, 

μ’ ό, τι και να σημαίνει,

αντί στις δύσκολες στιγμές

να είναι ενωμένοι.

 

Το μήνυμά του σοβαρά

κανείς δεν έχει πάρει,

λένε  πως άλλους αφορά

και δεν τσιμπάει το ψάρι.

 

Να τους χαιρόμαστε λοιπόν

της Χώρας τους «σωτήρες»,

θα ‘ναι σημάδια των καιρών

τόσο βαθιοί κρατήρες.

 

Λαέ, ως δίκαιος κριτής,

την ώρα αυτή της μάχης,

ξεκάθαρα να ξαναπείς,

τι σου αξίζει να ‘χεις.

 

Παιγνίδια κάνουν οι ταγοί

με του λαού τον πόνο

και γέλασε σ’ αυτή τη γη

ο «πικραμένος»  μόνο.

(Μελίσσια, 17-5-2012)


           ΠΑΡΕ, ΚΟΣΜΕ …

ΠΑΡΕ ΚΟΣΜΕ 

«Μικροπωλητές» στο δρόμο

την πραμάτεια ξεπουλούν

κι αψηφούν τον αστυνόμο,

που τον βλέπουν και γελούν.

 

Πάρε, κόσμε, τζάμπα είναι,

τα έχουν βγάλει στο σφυρί,

μόνο για το θεαθήναι

γράφουν πάνω την τιμή.

 

Πάρε, κράτος παρωδία,

δίχως μπέσα και πυγμή,

θες υγεία και  παιδεία,

θα τα βρεις σε παρακμή.

 

Πάρε τώρα να προφτάσεις,

φούντο πάει το μαγαζί,

φούμαρα για να χορτάσεις

συ και όλοι σαν χαζοί.,

 

Σ’ έμαθαν να ζεις με λόγια

και φτηνή πολιτική,

της ζωής σου τα ρολόγια

τα κουρδίζουν οι κακοί.

 

Τώρα  πια,  που έχεις μάθει,

πάρε σκούπα και ραβδί

κι όλο αυτό το κατακάθι

                         ρίχ’ το στ’ άχρηστα. Να δει!                        


«ΒΟΥΚΕΦΑΛΑΣ»


ΒΟΥΚΕΦΑΛΑΣ

Για ψωμί κι ελευθερία

στον αγώνα μια ζωή

κι απ’ αυτόν δημοκρατία

όλοι  μάθανε  στη γη.

 

Έβγαλε και χούγια όμως,

κλάνοντας  χωρίς ντροπή,

και κλωτσούσε παρανόμως

κάθε είδους προκοπή.

 

Φταίξανε βεβαίως κι άλλοι,

γείτονες και πιο τρανοί,

μα κι εκείνου το κεφάλι

αέρα πήρε στο παχνί.

 

Κι έτσι φτάσαμε στην κρίση,

πρέσα «μνημονιακή»,

«γόρδιος δεσμός», για  να  θυμίσει,

πώς η λύση θα βρεθεί.


  ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ  ΠΟΤΑΜΙ


ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΟΤΑΜΙ

Μ’ οργή ξεχείλισε ξανά

τ’ ανθρώπινο ποτάμι

κι ο πλουτοκράτης ξαγρυπνά

στην όχθη με καλάμι.

 

Προσμένοντας ψαριά καλή

νερά κι αρχές θολώνει,

τώρα που ο κόσμος δεν μπορεί

χαράτσια να πληρώνει.

 

Μεγάλο ρεύμα και βαθύ

τα φράγματα γκρεμίζει

και η θολούρα θα χαθεί

με τέτοιο μετερίζι.

 

Στο διάβα του ηχολογεί,

θεριό βουνό μεριάζει

κι αλίμονο στον αφελή

που δεν το λογαριάζει.

 

Κυλάει στους δρόμους με ορμή

κι αναζητά τον κλέφτη,

να δει εντέλει στο κορμί

πελέκι πια να πέφτει.

 

– Για πού ξεκίνησες να πας

τη χώρα μάνι – μάνι ;

 – Στης προκοπής και στης χαράς

τ’  ακύμαντο λιμάνι.

 

Αχ! Ποταμέ, της ανθρωπιάς,

φτωχούς λαούς ενώνεις,

είσαι μακρύς κι όπου περνάς

το λάβαρο υψώνεις.             


                 ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ


ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Τι μέλλον να ‘χουν τα παιδιά

σχολές πολλές κι αν βγάζουν,

τρίζουν του δέντρου τα κλαδιά,

πατώντας τα τρομάζουν.

 

Τα ζώνουν νέφη χαμηλά

και η μπόρα δε θ’ αργήσει,

ο κόσμος τους κατρακυλά,

θα ‘ναι βαθιά η κρίση.

 

Χορτάσαν ψέματα νωρίς

και κούφιες υποσχέσεις,

ζητούν δουλειά και δεν μπορείς

καλό να υποθέσεις.

 

Ρωτούν να μάθουν το γιατί,

δεν ξέρουν, είναι νέοι,

μα την αλήθεια στη ζωή

κανείς δεν τους τη λέει.

 

Θαλασσοπόροι στα βαθιά

με μπούσουλα παγίδα,

μπάζει η βάρκα τους νερά

κι αναζητούν σανίδα.

 

Μα ένας φάρος μακριά

τρυπάει το σκοτάδι,

για να πατήσουν στη στεριά,

είναι καλό σημάδι.

 

Αγώνας και υπομονή

κι αν χρειαστεί θυσία,

είν’ παραδείγματα σταθμοί,

λαμπροί στην ιστορία.

 

Γνώσεις, ελπίς και ιδανικά,

τα σπρώχνουνε  σε δράση

κι ακούς να λεν τραγουδιστά,

η μπόρα θα περάσει.


Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

γιορτη της μάνα Σπύρος

                                               Ζωή μια Μάνα έδωσε σε μας, παιδιά, και στ’ άλλα                                       και μόνη μας μεγάλωσε με αίμα και με γάλα.

                                               Παιδί και Μάνα νόμισμα χρυσό που δε σκουριάζει,                                           μοιάζει με το εικόνισμα που η Παναγιά θηλάζει.

                                               Αν δεις παιδάκι άρρωστο, που ο πυρετός το καίει,                                                    θα δεις και στο προσκέφαλο τη Μάνα του να κλαίει.

                                               Με τη χαρά του χαίρεται, στον πόνο υποφέρει                                                      κι αν  δει να δυσκολεύεται το πιάνει κι απ’ το χέρι.

                                               Κι όταν παιδί αχάριστο τη Μάνα του πικράνει,                                                       αυτή γι’ αυτό προσεύχεται, κακό να μην το πιάνει.

                                                Γριά στο παραγώνι της ο λογισμός της τρέχει,                                                 μ’ αγάπη στο εγγόνι της κι αυτό παιδί το έχει.

                                                  Γιορτή της Μάνας σήμερα, παιδιά, μην το ξεχνάμε,                                                  φιλιά και άνθη αμέτρητα για πάντα της χρωστάμε.

(από τη συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)

Υ.Γ. : Το ποίημα αυτό το έγραψα, όταν ήμουν δάσκαλος και το απήγγειλε κάποιος μαθητής μου στην εκδήλωση που κάναμε στο σχολείο για την εορτή της Μάνας.   


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

πρωτομαγια σπυρου

Την πρώτη έλα του Μαγιού

στην εξοχή να ζήσεις

το μεγαλείο του Θεού,

την ομορφιά της Φύσης.

 

Να δεις τα λούλουδα χαλί,

για μύρο και στεφάνι,

ν’ ακούς τ’ αηδόνι να λαλεί,

ύπνος να μη σε πιάνει.

 

Έλα στην ακροποταμιά

στα βατραχολημέρια

και δε θα νιώσεις ερημιά,

ώσπου να βγουν τ’ αστέρια.

 

Έλα, σου λέω, μην αργείς,

το Μάη για να πιάσεις,

τις ομορφιές αυτές της γης

δεν πρέπει να τις χάσεις.

 

Τις πεταλούδες για να δεις

στου Μάη το περιβόλι

και σαν κι αυτές και συ να πιεις

μια ρουφηξιά ροσόλι.

 

Μελίσματα ν’ αφουγκραστείς,

στ’ αλώνια να χορέψεις,

στις πρασινάδες να λιαστείς,

στον έρωτα να γνέψεις.

 

Κι αφού τον πάρεις αγκαλιά,

το χρόνο μη φοβάσαι,

χτίσε, πουλί μου, μια φωλιά

κι ευτυχισμένος θα ’σαι.

(Η φωτογραφία είναι από τον κήπο του ποιητή στην Καρυά και  την έχει τραβήξει ο ίδιος)


ΦΙΛΙ ΖΩΗΣ

 ΦΙΛΙ ΖΩΗΣ

Άκου το SOS στα κάψαλα,

σε προσκαλεί η Φύση,

δέντρα να πας για φύτεμα,

δεν έχεις άλλη λύση.

 

Φύτεψε δέντρα, μην αργείς,

το πράσινο να σώσεις,

στο σώμα της καμένης γης

φιλί ζωής να δώσεις. 


Η ΒΡΟΧΟΥΛΑ

 ΒΡΟΧΟΥΛΑ

Την ώρα της ψιλής βροχής

δε φτάνουν οι αισθήσεις,

τις ομορφιές της εξοχής

αληθινά να ζήσεις.


 Η ΑΧΟΡΤΑΓΗ

ΘΑΛΑΣΣΑ Η ΑΧΟΡΤΑΓΗ 

Πίνει κι η θάλασσα νερό,

τη δίψα της να σβήσει,

κι όσο το νιώθει αρμυρό,

δεν της αρκεί μια βρύση.

 

Τα σύννεφα κι οι ποταμοί,

χειμώνα – καλοκαίρι,

δικοί της γίνονται κρουνοί,

μα ευχαριστώ δεν ξέρει.


 ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΣΠΥΡΟΣ 

Αμόλα την καλούμπα, Φώτη,

και τράβα την αν χρειαστεί,

στα ουράνια με την πρώτη

δεν μπορεί να σηκωθεί.

 

Για προσπάθησε και πάλι

να πετάξεις τον αϊτό,

θέλει υπομονή μεγάλη

και τον άνεμο βοηθό.


ΚΟΚΟΡΑΣ ΦΥΛΑΚΑΣ

 ΚΟΚΟΡΑΣ ΑΛΕΠΟΥ

Κόκορας σκοπός, τις νύχτες

ξαγρυπνάει και λαλεί,

φαίνεται, από τις κότες

κάτι ξέρει πιο πολύ.

 

Μια αλεπού, που τον ακούει,

κάνει πως αδιαφορεί,

μ’ από φόβο κι από χούι

στρίβει δρόμο η πονηρή.

 

Κλέφτες θέλουν στο κοτέτσι

να τρυπώσουνε πολλοί,

μα το ξύπνιο κοκοράκι

ασφαλώς τους ενοχλεί.

 

Τον ακούνε κάθε βράδυ

να υψώνει τη φωνή

και φοβούνται στο σκοτάδι

πως ο σκύλος θα φανεί.

 

Βλέποντας πως το κοτέτσι

έχει και «συναγερμό»,

αποφάσισαν πως πρέπει

να του κόψουν το λαιμό.

 

Τ’ άλλο βράδυ μάνι – μάνι

’κει που πήγαν για κλεψιά,

βρήκαν άλλονε να κάνει

κικιρίκου στη σκοπιά.


ΠΟΠΗ Δ. ΔΑΓΡΕ  – στην ιερή της μνήμη

 cf80cebfcf80ceb7-ceb4ceb1ceb3cf81ceb5

Στων ψυχών τ’ αραξοβόλι σ’ έστειλε πολύ νωρίς

το θανατερό το βόλι, τη μανούλα σου να βρεις. 

Στο στερνό σου το ταξίδι φίλους και γνωστούς μετράς

και με γέλιο για στολίδι άλαλα τους χαιρετάς. 

Δε σε πήρανε τα χρόνια, που ήταν λίγα, μα σκληρά,

σε γονάτισαν τα βάρη και της μοίρας  τα γραφτά. 

Άκαιρα σε πήρε ο χάρος, δεν τον πρόλαβε κανείς,

και τον πάλεψες με θάρρος σαν να ήσουν Διγενής. 

Στης ζωής το ανηφόρι κι ως την ώρα της θανής

τράβηξες κουπί μονάχη, άξια μάνα να φανείς. 

Κόρη, αδελφή, μητέρα, τίτλοι και τιμή μαζί,

οξυγόνο στον αέρα τ’ όνομά σου για να ζει. 

Ελαφρύ να ’ναι το χώμα, που σκεπάζει το κορμί

και λουλούδια μ’ άσπρο χρώμα καταθέτω με τιμή.

              Αιωνία σου η μνήμη     (24-6-2005)


ΤΟ ΦΩΣ ΜΟΥ

 ΕΡΩΤΙΚΟ

Με την καρδιά και με το νου

και τα γερά σου χέρια

μ’ ανέβασες στου ουρανού

τα σύννεφα, τ’ αστέρια.

 

Και σ’ άφησα να με οδηγείς,

γιατί ήσουν πια το φως μου,

στις άγνωστες στεριές της γης

κι ωκεανούς του κόσμου. 


ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ

 ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ

Του ήλιου κόρη λαμπερή,

της ποίησης ελπίδα,

στο νου μου χάραξες στρατί

αγάπης, σαν σε είδα.


ΑΕΡΗΔΕΣ

ΑΕΡΗΔΕΣ

Στης Ακρόπολης τα μέρη,

με το ταίρι π αγαπάς,

αν ο δρόμος θα σε φέρει,

στους Αέρηδες να πας.

 

Κι αν δυσκολευτείς λιγάκι

στα Πλακιώτικα στενά,

ρώτα κι άλλο ζευγαράκι

που γι «αέρα» τριγυρνά.

 

Στάσου, μπρος στην Πυραμίδα,

στου Αιόλου το ναό,

και μην χάνεις την ελπίδα

και την πίστη στο Θεό.

 

Κοίτα ποιος αέρας πάει

προς τα κει που πας και συ

κι άσ τη βάρκα να κυλάει

στου γιαλού το θαλασσί.

 

Της ζωής το καραβάκι

θ αρμενίζει με πανιά,

αν αγάπης αεράκι

θα σκορπά την καταχνιά.

 «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»


ΤΑ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών και ο κάθε Ορθόδοξος χριστιανός δε θα γιορτάσει την Ανάσταση του Χριστού, την Κυριακή του Πάσχα, αν δε βιώσει με κατάνυξη, όλα τα βράδια στους ιερούς ναούς, το ανέβασμά του στο Γολγοθά, τη σταύρωσή του και την περιφορά του Επιταφίου. Και ακόμη, δε θα ψάλλει χαρμόσυνα το «Χριστός ανέστη εκ νεκρών…», εάν δεν έχει σιγομουρμουρίσει μαζί με τους ιεροψάλτες τους γνωστούς και ανεπανάληπτους ύμνους : «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…»,  «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…», «Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται…», «Η Ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, …», «Έρραναν τον τάφον…», «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν  τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος» κ.λ.π.

  ΤΑ  ΠΑΘΗ 
ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΑ ΣΕΠΤΑ

Σ’ όποιον αγνοεί τα πάθη,

του λες για πόνο κι απορεί,

στην Ανάσταση κι αν πάει,

τ’ Άγιο φως δε θα χαρεί.

 

Την υγειά τους περιμένουν,

όσοι έχουν  πληγωθεί,

και για  λευτεριά πεθαίνουν,

οι  σκλάβοι στη δική τους γη.

 

Όσοι ήταν πεινασμένοι

μάθανε να εκτιμούν

κι όταν θα ’ναι χορτασμένοι

το ψωμί να μην πετούν.

 

Μάνα μου, γλυκιά μου Μάνα,

λένε όλα τα παιδιά,

μα του ορφανού το κλάμα

καίει και σκληρή καρδιά.

 

Γι’ αυτό,

όποιος βίωσε τα πάθη,

αν θα δείξει και στοργή,

στην Ανάσταση θα μάθει

ότι έχει και γιορτή.            

( από τη συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ» )


Τα Πασχαλινά

 «ΛΑΜΠΡΥΝΘΩΜΕΝ, ΛΑΟΙ»

ΛΑΜΠΡΥΝΘΩΜΕΝ

Με παιδιά κι ευτυχισμένο

είχε τον ονειρευτεί,

μα τής ήταν και γραμμένο

μέγα πόνο να δεχτεί.

Με ακάνθινο στεφάνι

σαν τον είδε στο Σταυρό,

προς στιγμή το νου της χάνει,

θρήνο βγάζει γοερό.

 

Ήταν μάνα , πώς ν’ αντέξει,

στην καρδιά τέτοιο καρφί,

αχ! Θεέ μου, πες μια λέξη,

τι πατέρας είσαι εσύ;

 

Μπα να βουβαθεί το στόμα!

μας ακούει κι ο οχτρός,

πόνεσε, καρδιά μου, ακόμα,

θέλημά ’ναι του Πατρός.

 

Δεν μπορεί να το εξηγήσει

και κραυγάζει, μα γιατί…,

τόσος φθόνος…, τόσα μίση…

στο δικό της το παιδί.

 

Μα ποιους έβλαψε δε βρήκαν

οι Εβραίοι δικαστές,

ψευδομαρτυρίες είχαν

και τους ήταν αρκετές.

 

Βγάλανε την καταδίκη,

«Σταύρωσον»,,, με οχλοβοή

κι αθωώσανε, τι φρίκη!

κάποιον Βαραββά ληστή.

 

Με αυτόν το θάνατό του

είχε πια δικαιωθεί,

σήκωσε και το σταυρό του,

ο πιστός για να σωθεί.

 

Στης Ανάστασης τη μέρα,

που ’ναι απ’ όλες πιο λαμπρή,

του Χριστού μας η μητέρα

πρώτη απ’ όλους θα χαρεί.

 

Θα χαρεί γιατί ο γιος της,

που ανεστήθη εκ νεκρών,

και για κείνη και για όλους

θα ’ναι πανταχού παρών.

( Από την ποιητική συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ» )


Τα Πασχαλινά

 Ο ΠΑΠΑΣ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΚΙΑ

κουκιά

Τα πολύ παλιά τα χρόνια, ο παπάς τριών χωριών

έβρισκε τα εορτολόγια με το μέτρημα κουκιών.

 

Της Αποκριάς το βράδυ, κάθε χρόνο με σπουδή,

έβαζε κουκιά στην τσέπη, δίχως άλλος να τον δει.

 

Θα έτρωγε ένα κάθε μέρα, σύμφωνα με συνταγή,

κι όταν τα κουκιά τελειώναν, θα ’ταν Πάσχα και Λαμπρή.

 

Κύλαγαν γοργά οι μέρες κι ο παπάς την πονηριά

δεν την είπε σε κανέναν ούτε και στην παπαδιά.

 

Όμως για κακή του τύχη, μια ημέρα η παπαδιά,

κει που έπλενε το ράσο, βρήκε μέσα τα κουκιά.

 

Μπα, ο παπάς μου ροκανίζει δίχως δόντια τα κουκιά!

Και χωρίς να τον ρωτήσει, βάζει κι άλλη μια χουφτιά.

 

Πέρασαν πενήντα μέρες κι ο παπάς την Κυριακή

ούτε για Χριστό μιλάει ούτε ψέλνει για Λαμπρή.

 

Μα ο φουκαράς τι  φταίει, αν στην τσέπη τα κουκιά,

τρώγοντάς τα ένα-  ένα, τελειωμό δεν είχαν πια ;

 

Ο παπάς μια μέρα πήγε σ’ ένα διπλανό χωριό

και στο δρόμο τσόφλια είδε από κόκκινο αβγό.

 

Πατριώτες, δε μου λέτε τι συνήθεια κι αυτή,

κόκκινα αβγά να τρώτε, πριν να έρθει η  Λαμπρή ;

 

Απ’ τη σύμπτωση εκείνη έμαθε ο χριστιανός

πως την Κυριακή την περασμένη αναστήθηκε ο Χριστός.

 

Ύστερα απ’ το πάθημά του γύρισε με σιγουριά.

το Χριστό για ν’ αναστήσει στα δικά του τα χωριά.

 

Φόρεσε το πετραχήλι και κρατώντας το σταυρό

ο παπάς, πριν ανατείλει, από το καμπαναριό,

 

με τους ήχους της καμπάνας και φωνή πιο δυνατή

ψέλνει το «Χριστός Ανέστη», να το μάθουν κι οι πιστοί.

 

Πάσχα  πάνω Μπέλεσι, Πάσχα κι σ’ όλη την Καρυά,

Πάσχα στο κάτω Μπέλεσι και το νου σας… στα κουκιά.

( Από την ποιητική Συλλογή «Αλκυόνες» )


Τα Βουκολικά

 Ο ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΕΛΙΓΚΑ

 Ο Τσέλιγκας ο Παναής

απ’ τη ραχούλα πέρα,

φιγούρα άλλης εποχής

σαν παίζει τη φλογέρα.

 

Τα πρόβατα ολημερίς

τα ροβολάει στα πλάγια

και στο κοπάδι του μπορείς

λευκά να δεις και λάγια.

 

Κρατώντας γκλίτσα σκαλιστή

τα σαλαγάει με χάρη,

έχει για φύλακα σκυλί,

γκεσέμι για μπροστάρη.

 

Τα πάει στο ρέμα για νερό,

για στάλο στο πουρνάρι,

και τα σκαρίζει με σκοπό,

να φαν πολύ χορτάρι.

 

Στο γυρισμό τους στο μαντρί

μάνες τ’ αρνιά βυζαίνουν,

να ’ναι μανάρια τη Λαμπρή,

τα κόπια του να βγαίνουν.

 

Με μια καρδάρα καθιστός

στης στρούγκας τα λιθάρια,

πρωί και βράδυ με το φως

αρμέγει τα γαλάρια.

 

Μια «μπέζα» όμως ζωηρή

τον έχει διαβολίσει,

θέλει μεγάλη προσοχή

το γάλα μην του χύσει.

 

Το πρόβειο γάλα το παχύ

θα το τυροκομήσει,

γιαούρτι, βούτυρο, τυρί…

θα βγάλει για να ζήσει.

( Το παραπάνω ποίημά μου ανήκει στην κατηγορία ΒΟΥΚΟΛΙΚΑ, που είναι διασκορπισμένα στις διάφορες Ποιητικές μου Συλλογές. Το  δημοσιεύω στην ιστοσελίδα μου,  μαζί με άλλα τέσσερα ποιήματα, ύστερα από παράκληση φίλων και μάλιστα συγχωριανών,  που έχουν τις ίδιες αναμνήσεις  και τα ίδια παιδικά βιώματα με μένα. )


Τα Βουκολικά

 Η ΤΣΕΛΙΓΚΟΠΟΥΛΑ

ΜΙΑ ΤΣΕΛΙΓΚΟΠΟΥΛΑ

Την έβλεπε στον Ποταμό (1)

τα γίδια να ποτίζει

και από κει στο Βουκολιό (2)

να τα κατηφορίζει.

 

Τα σαλαγούσε με στοργή

με τσιπ και τσιπ να πάνε,

στο Δέντρο (3) που ήταν η βοσκή,

πουρνάρι για να φάνε.

 

Κοτσίδα είχε τα μαλλιά

και κόκκινα τα χείλη,

κεντίδια σ’ όλη την ποδιά

και στο λαιμό μαντίλι.

 

Στη ρόκα έγνεθε μαλλί

για μπελερίνες δύο,

τη μια, για λούσο να φορεί,

την άλλη, για το κρύο.

 

Με τέχνη και στον αργαλειό

ύφαινε τα προικιά της

και της κρατούσε το ρυθμό

ο χτύπος της καρδιάς της.

 

Συχνά βρισκόντουσαν κι οι δυο

στη βρύση, στη ραχούλα…

γιατί ήταν τσελιγκόπουλο

κι αυτή τσελιγκοπούλα.

 

Τσελιγκοπούλα, σ’ αγαπώ,

της είπε, να το ξέρει,

και δαχτυλίδι από χρυσό

της φόρεσε στο χέρι.

 

Έκτοτε, σμίχτες στην ίδια τους τη γη,

στο σπίτι και στη στάνη,

βαράνε στρούγκα μια ζωή

μ’ αγάπη και στεφάνι.

( Οι αριθμοί (1) – (2) – (3) είναι γνωστοί βοσκότοποι στους κατοίκους της Καρυάς.  –  Το ποίημα είναι από τη συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ» )


Τα Βουκολικά

 «ΖΑΣΤΑΝΟΣ»

ΓΙΑ ΤΟ ΖΑΣΤΑΝΟΣ

Ψηλά στον κοκκινόβραχο

 στο βραχοστεφανάρι

      υπάρχει κάποιος «ζάστανος»,

σπηλιάς απομεινάρι.

Μάτι κακό και βάσκανο

            και του γκρεμού η φτέρη            

τη γίδα παν στο «ζάστανο»,

μα πώς να βγει δεν ξέρει.

Σ’ αυτούς τους βράχους βόσκαγε

                                          και ο Σκιαδάς τα γίδια,                                                   

που στο λαιμό τους κρέμαγε

τροκάνια για στολίδια.

Τα γίδια σαν τα γύρισε

στη στρούγκα του το βράδυ

 μετρώντας αναζήτησε

πως λείπει το βεργάδι.

Την άλλη μέρα ψάχνοντας

                                                               με μπόρα και χαλάζι                                                                                                                    

στο «ζάστανο» το ζάρισε

με τρόμο να βελάζει.

Φωνές Σκιαδά απ’ το ξάγναντο

                                                  ακούν οι τσοπαναραίοι,                                                                                  

να παν στον κοκκινόβραχο

και με τριχιές οι νέοι.

Κρεμάστηκαν στο «ζάστανο»,

                                                   πριν πέσει το σκοτάδι,                                                     

και γλίτωσαν με κίνδυνο 

το «άμυαλο βεργάδι». 

( από τα «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ» )


Τα Βουκολικά

 ΓΑΛΑ ΒΛΑΧΑΣ

ΓΑΛΑ

Απ’ το βουνό  ροβόλαγε

μια βλάχα με το γάλα,

που με στοργή το ζέσταινε

σε δυο βυζιά μεγάλα.


( από τα «Φυλλοβολήματα» )


Τα Βουκολικά 

Ο ΚΟΥΡΟΣ

ΚΟΥΡΑ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

                                            Στου Αϊ-Λια το καταράχι / τι γλεντοκοπούν οι βλάχοι;                                             Έχουν κούρο στα κοπάδια / και κριάς βραστό τα βράδια.

                                           Κάθε μέρα σ’ άλλη στάνη, / πριν η ζέστη τούς προκάνει,                                                                            γιδοπρόβατα κουρεύουν / και οι Βλάχες μαγειρεύουν.

                                  Πίνουν και γλεντούν αντάμα, / στέλνοντας γραφή και γράμμα,                                                                        όλος ο ντουνιάς να μάθει / τις χαρές τους και τα πάθη.

( από τη συλλογή «ΗΛΙΑΝΘΟΙ» )


ΤΑ ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

Στα Δερβενάκια ο Μοριάς, / από ψηλό κοτρώνι,

μήνυμα στέλνει λευτεριάς / με τον Κολοκοτρώνη.

Εκεί, ο Γέρος του Μοριά  / δείχνει με το ’να χέρι,

πού έπαθε τη συμφορά / του Δράμαλη τ’ ασκέρι.

Κρατά σημαία με σταυρό, / σπαθί και καριοφίλι,

για να τρομάζει τον εχθρό, / να χαίρονται οι φίλοι.

Λέει στον κάθε μας εχθρό, / πως πρέπει να προσέχει,

γιατ’ η Ελλάδα για φρουρό / τον Άγιο Σώστη έχει.

Να μάθουν όλοι, απ’ τη στεριά / ως τα βραχονησάκια,

πως όσοι θέλουν λευτεριά / φυλάν και Δερβενάκια.

Κι εσύ, διαβάτη, που περνάς / εκεί για λίγο μείνε,

ένα κλαδάκι αγριλιάς / για όλους χρέος είναι.

( Από τη Συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ» )


ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ

ΔΡΑΜΑΛΗΣ

Απ’ τους Κλέφτες, δεν τολμάνε / στην Τριπολιτσά να πάνε

κι απ’ το Άργος τα μεμέτια / φύγαν με βαριά σεκλέτια.

Μα και πάλι ποιος τους σώνει / από τον Κολοκοτρώνη,

άφησαν τα μπαϊράκια / με νεκρούς στα Δερβενάκια.

Ήταν ντάλα μεσημέρι / και του Δράμαλη τ’ ασκέρι

σήκωνε μπουχό στο δρόμο /προς τη Κόρθο, απ’ τον τρόμο.

Μα θα πρέπει να το πούμε, / για να μην τους αδικούμε,

ως τα τελευταία μόδια / είχανε φτερά στα πόδια.

 ( Από τη Συλλογή «Δοξαρίσματα» )


Η ΣΗΜΑΙΑ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

ΣΗΜΑΙΑ

Στης Ακρόπολης το βράχο /ανεβαίνοντας δε θα ‘χω

ευκαιρία πιο μεγάλη / να θαυμάσω τόσα κάλλη.

Παρθενώνας και Σημαία, / σύμβολα παλιά και νέα,

δέσανε και γίναν ταίρι / στης Ακρόπολης τα μέρη.

Στον ιστό σαν κυματίζει / την Ελλάδα συμβολίζει,

που ’ναι ηλιοφωτισμένη / και στον κόσμο ξακουσμένη.

Στέλνει μήνυμα, προς γνώση, / για να μάθουνε καμπόσοι

πως μια χώρα δοξασμένη / στους αιώνες δεν πεθαίνει.

Γαλανόλευκη κυρά μου, / οδηγείς τα όνειρά μου

και τιμής για μένα όρος / να γινώ σημαιοφόρος.

Στον ιστό που σε κοιτάζω, / με καμιά δε σε αλλάζω

και θα ζω σ’ αυτό το χώμα / μόνο λεύτερος ακόμα.


ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

πεινα

 ΦΤΩΧΟΜΑΝΙ

Προσοχή στο φτωχομάνι, / ντόπιο και παντού στη γη,

που ’ναι στη φωτιά καζάνι / έτοιμο να εκραγεί. 

Ο  ΑΝΕΡΓΟΣ

Φοβάται μην ονειρευτεί / μπουγάτσα και σαλέπι,

γιατί ’ναι βράδυ και πρωί / χωρίς λεφτά στην τσέπη. 

ΑΔΕΙΟ  ΣΤΟΜΑΧΙ

Δε χορταίνει το στομάχι / με τα λόγια τα παχιά,

θέλει και κοψίδια να ’χει / με αλάτι στη φωτιά.

ΠΡΟΚΛΗΣΗ

Μην τρως ολόκληρη μπουκιά / μπροστά σε άδειο στόμα,

γιατί σε βλέπουν και παιδιά / που έχουν μαύρο χρώμα.


ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ


ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, ποτέ δεν ξεχνώ τη μακρόχρονη σταδιοδρομία μου στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και το  πόστο από το οποίο κάθε φορά προσέφερα τις υπηρεσίες μου, όπως ως δάσκαλος στην Τάξη, ως Διευθυντής Σχολείου, ως Προϊστάμενος Περιφέρειας και ως  Σχολικός Σύμβουλος. Βαρύ φορτίο αλλά και μεγάλη η τιμή για καθέναν που επωμίζεται τη θεία αποστολή αυτή. Ομολογώ ότι με επηρέασε τόσο πολύ,  ώστε και στις ποιητικές μου συλλογές, πολλά ποιήματά μου έχουν έντονα τα  στοιχεία του διδακτισμού. Επέλεξα, για σας,  λίγα τετράστιχα από την Ποιητική μου Συλλογή «ΦΥΛΛΟΒΟΛΗΜΑΤΑ», που αναφέρονται στο δάσκαλο, στο σχολείο και στο μαθητή, ελπίζοντας να σας αρέσουν:

 Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ              

Βλαστάρια αρδεύει και ανθούς / στο σχολικό περβόλι,

να γεύεται γλυκούς καρπούς / η κοινωνία όλη.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ          

Στο σχολειό μικρός που πήγα, / μου ’μαθαν να λέω λίγα

και κατάντησα φτωχός / και στα λόγια… δυστυχώς!

ΚΑΝΤΗΛΕΡΙ        

Να ’μουν ένα καντηλέρι, /  λαδολύχναρο μικρό,

σε μικρού παιδιού το χέρι, / φως να του ’δινα κι εγώ.

ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΙ 

 Στο σχολειό με κουτσιουμπέλι / κάθε μέρα το παιδί,

         για τη φώτιση που θέλει, / κάτι πρέπει να καεί.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ   

Στους τοίχους γράφουν τα παιδιά, / το τι… ;  κι αυτά δεν ξέρουν,

    με τις πολλές μουντζούρες πια / θα λεν πως υποφέρουν.

ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ  

 Στης ζωής τ’ αλφαβητάρι / συλλαβίζοντας μπορεί

 το πρωτάκι φως να πάρει / και βηματισμό να βρει.

ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Τ’ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ          

 Το παλιό τ’ αλφαβητάρι / το κρατώ για θυμητάρι,

         να με πάει χρόνια πίσω, / τη μα – μα… να συλλαβίσω.

ΤΟ ΑΚΟΝΙΣΜΑ          

Δίχως τρίψιμο στ’ ακόνι / το μαχαίρι θα στομώνει

και ο νιος χωρίς βιβλίο / τούβλο θα ’ναι στο σχολείο.

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ          

Το κύμα δέρνει το γιαλό / κι αυτός μιλιά δε βγάζει,

του το ’χαν μάθει στο σχολειό / και τρόπους δεν αλλάζει.



Δέκα ΧΑΪΚΟΥ ΑΓΑΠΗΣ από τη συλλογή «Δροσοσταλίδες»

ΑΓΑΠΗ

Πες μου «σ’ αγαπώ» 

με πνεύμα και με τόνο

και τίποτ’ άλλο.

 

Δισκοπότηρο

μπορεί να ξεχειλίσεις

μ’ αγάπη μόνο.

 

Αγάπης λόγια,

βάλσαμο για τις καρδιές

που έχουν πόνο.

 

Με μερεμέτια

το σπίτι δε στεριώνει.

Αγάπη θέλει.

 

Κοντά στο τζάκι

δε ζεσταίνονται καρδιές

χωρίς αγάπη.

 

Αγάπης πλοίο,

δίχως κύματα και κάβους

δεν ταξιδεύει.

 

Αχ! Η αγάπη.

Ξεχνάμε πω μας δίνει

ζωή με φιλί.

 

Μάλαγμα καρδιάς

ο λόγος της αγάπης.

Και δεν κοστίζει.

 

Για το ταίρι του,

 στη βάρκα της αγάπης,

κουπί τραβάει.

 

Έρωτας πρώτος.

Για την καρδιά πιστός

                                   και τελευταίος.                                   


 ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ


ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
        

       Τον παράδεισο τους είπαν, / στην Ελλάδα πως θα βρουν

       και στο χάρτη σαν την είδαν, / λάθρα όρμησαν να μπουν.

       Φτάσανε σαν το τσουνάμι, / τι κοινωνική ντροπή!

       μέσ’ από θολό ποτάμι / κι από θάλασσα γυμνοί.

       Μ’ ανοιχτές πληγές και πόνους, / σ’ άλλου είδους κατοχή,

       θα τους βρεις στους δρόμους μόνους, / άστεγους  απ’ άλλη γη.

       Ασιάτες κι Αφρικάνοι, / γυναίκες, άνδρες και παιδιά, 

       καταντήσανε ζητιάνοι / για ψωμί και ανθρωπιά.

        Βρίσκουν όμως ευκαιρία / κάτι «έξυπνα» παιδιά

                                        και τους παίρνουν γι’ αγγαρεία, / με ούτε τα μισά λεφτά.                              

        Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, / άνεργοι χωρίς χαρτιά,

        ελπίδες χτίσανε στο ψέμα, / «μαύρη» γι’ αυτούς η ξενιτιά.

        Πού θα κοιμηθούν το βράδυ; / Πρέπει κάποιος να νοιαστεί,

        γιατί η πείνα στο σκοτάδι / σταματά να επαιτεί.

        Λεηλατούν χωρίς συγνώμη / κι όταν έρθει το πρωί,

        κλειδαράδες κι αστυνόμοι / πιάνουνε  δουλειά μαζί.

        Μετράνε φόνους και ληστείες, / γέμισαν οι φυλακές,

       γκέτο ξένων οι πλατείες / κι ας τις λέν’ ελληνικές.

        Μαύρα σύννεφα κυκλώνουν / την ελληνική τη γη

        και πολλοί χαλί τούς στρώνουν, / να ’ρθει μπόρα κι ας πνιγεί.

        Όμως η τρανή Ευρώπη / ας το δει πιο σοβαρά,

        πως κι αυτοί είναι ανθρώποι / κι «ο φράχτης» δεν τους σταματά.

           Μελίσσια, 25-1-2011  (Από το «ΖΗΤΕΙΤΑΙ  ΠΟΙΗΤΗΣ»)

∗ Φράχτης: Είναι το συρματόπλεγμα στον ποταμό Έβρο, για να μην περνούν οι μετανάστες στην Ελλάδα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Με το ποίημα αυτό έκανα μια πρώτη προσέγγιση στο θέμα πριν πέντε χρόνια. Σήμερα όμως, δυστυχώς, το πρόβλημα αυτό (σύμφωνα και με τις άθλιες εικόνες που παρακολουθούμε στην τηλεόραση από αυτά που συμβαίνουν καθημερινά στα νησιά μας και στο κέντρο της Αθήνας)  έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις, που  η μικρή και αδύναμη Ελλάδα  (και μερικές άλλες χώρες), παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει, αδυνατεί να δώσει λύση μόνη της.  Μοιάζει σαν την πυρκαγιά, που, αφού δεν έχει γίνει πρόληψη και όσο αργεί να γίνει παρέμβαση στις εστίες της φωτιάς, με τη βοήθεια και των ισχυρών ανέμων θα εξαπλωθεί και στις άλλες χώρες. Το μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα, (πρόβλημα του αιώνος που διανύομε) πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα, άλλων εποχών, θα επηρεάσει σίγουρα και αρνητικά τη ζωή όχι μόνο των ελλήνων, αλλά και όλων των λαών της Ευρώπης και του Κόσμου. Ας ευχηθούμε οι διεθνείς Οργανισμοί, οι τρανοί της γης, οι αρχηγοί των κρατών και οι λαοί γενικότερα να αφυπνιστούν , έστω και τώρα, πριν να είναι πολύ αργά για την ανθρωπότητα. SOS. (Μελίσσια, 25-1-2016).


ΤΡΙΑ ΧΑΊΚΟΥ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ  

χελιδονια της Άνοιξησ

Χελιδόνισμα…

Της Άνοιξης τραγούδι.

Χάρμα ακοής.

 

Χελιδονάκι.

Στης Άνοιξης το άρμα,

αυτοκόλλητο.

 

Τ’ άφυλλα κλαδιά

την Άνοιξη προσμένουν

μ’ ανοιχτά μάτια.


ΤΕΣΣΕΡΑ ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ

1821_4

ΕΛΛΑΣ, 1821   

 Κλέφτες, καλόγεροι μαζί, /  στο ίδιο μετερίζι, 

         αγώνες δώσαν για να ζει, / καρπούς για να θερίζει.

ΦΑΡΟΙ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

                     Το Μεσολόγγι κι ο Μοριάς /  και της Γραβιάς το χάνι

                      θα είναι φάροι λευτεριάς, / στην πίστη μας λιμάνι.

ΚΑΣΤΡΟΠΑΛΑΜΗΔΙ 

                Από το Μπούρτζι αγνάντεψα / το κάστρο Παλαμήδι,

                 της λευτεριάς το καύχημα / και τ’ Αναπλιού στολίδι.

ΤΟ  ΚΑΣΤΡΟ

 Οι κλέφτες κάστρο χτίσανε / κοντά στην Παναγία

        κι απ΄την Τουρκιά σωθήκανε /  πατρίς κι Ορθοδοξία.


ΑΝΔΡΙΑΝΑΣ ΚΑΛΕΣΜΑ (στην ζωγράφο Ανδριάνα Καραμήτρου)

ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ

                                     Το κάλεσμά σου πώς μπορώ / να τ’ αρνηθώ, καλή μου,                               πιάσαν οι φίλοι σου χορό,/ χαρά τους και τιμή μου.

             Για σένα παίζουν τα βιολιά,/ γλυκολαλούν τ’αηδόνια,        

ο λόγος σου  κι η πινελιά / θ’ ανθοβολούν αιώνια.

                                          Από μικρή στην ξενιτιά / με μνήμες φορτωμένη,                                                   το γράφεις πάνω στα χαρτιά, / το Σούλι δεν πεθαίνει.

                                          Κρατάς σημαία και σταυρό,/ τιμόνι και πυξίδα,                                                                     γι’ αυτό δε χάνεις τον καιρό, / βηματισμό κι ελπίδα.                  

               Με τόσο πλούτο στην καρδιά, γλυκιά μιλιά και χρώμα,            

για της Ελλάδας τα παιδιά / μείνε παιδί ακόμα.

                                         Το κάλεσμά σου πώς μπορώ / να τ’ αρνηθώ, καλή μου,                                     πιάσαν οι φίλοι σου χορό, / χαρά τους και τιμή μου.


ΧΩΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ           

                                      για ΧΩΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ  

                                       Ξακουστός κυματοθραύστης, / ασπρογάλανα φορεί,

φάρος κι αξιών προστάτης, / βράχο τη λένε οι εχθροί.

Με μούτσους όμως στο τιμόνι / και στο σκαρί παλιά ρωγμή,

 χάνει λάδια, πελαγώνει / και γι’ αυτό λοξοδρομεί.

Μαύρα σύννεφα  και πάλι / της κρύψαν τ’ άστρο την αυγή,

μα έχει τσούρμο απ’ ατσάλι / και στο ξέφωτο θα βγει.

Είχε κι άλλοτε η χώρα / απ’ τις στάχτες σκεπαστεί,

τής αρκεί μια σπίθα τώρα, / να λουστεί με φως η γη.


                                                             ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ         

ΔΙΞΑΡΙΣΜΑΤΑ Δέσποινας Παπαδάτου

                 Στα καντούνια και στις ρούγες / και στ’ «Αλώνια τα ψηλά»,            

χέρι – χέρι με τις μούσες / κάνω βήματα δειλά.

                          Νέος βιολιτζής στο δρόμο / παίζω νότες που αγαπώ,                          

 τ’ όργανο βαρύ στον ώμο / και γι’ αυτό στραβοπατώ.

                           Κάνω στάση ν’ ανασάνω, / να κουρδίσω το βιολί,                                

το σκαλί το παραπάνω / θέλει τόλμη πιο πολλή.

                          Με δοξάρι θα μαλάξω / της καρδιάς μου την πληγή                          

και τα τέλια θα κοιτάξω / μήπως θέλουν αλλαγή.

                           Κι αν τις νύχτες με φεγγάρι / λαμπικάρει το μυαλό,                            

τ’ αλκυόνειο ζευγάρι / ρίμες θα ’βρει και γιαλό.

( ΔΟΞΑΡΙΕΣ: Ο πίνακας της Δέσποινας Χ. Παπαδάτου – Καραβούλια, που κοσμεί και το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής «Δοξαρίσματα» )


Ο ΚΟΥΚΟΣ

ΕΝΑΣ ΚΟΥΚΟΣ

                                              Ένας κούκος ξεπροβάλλει /σε κλαράκι και λαλεί,                                            πως η γη θα στρώσει πάλι /τ’ ανοιξιάτικο χαλί.

                                               Πάει σε γάμο συχαριάρης,/ να το κρύψει δε μπορεί                                                   κάνει πρόβες ως λυράρης,/ για ν’ αρχίσουν οι χοροί.

                                               Κάνει κούκου, με μεράκι,/ μόνος πάντα στην αρχή,                                         για ν’ ακούσουν στο σοκάκι/ για τη νέα εποχή.

                                                Κούκου – κούκου αραδιάζεΙ,/ άνθη φέρνει για προικιό,                                                μα η «νύφη» όρους βάζει,/ θέλει κι άλλους στο χορό.

                                                Δύσπιστη από τα χρόνια,/ ένας κούκος δεν αρκεί,                                      μόνο με τα χελιδόνια / ανθοστέφανο φορεί.

                                                 Στο χορό θα μπουν μαζί τους/ τα πουλιά με τα βιολιά,                                                χτίζοντας με τη δική τους / και του κούκου τη φωλιά.

                     ( Από τη συλλογή «ΔΟΞΑΡΙΣΜΑΤΑ»)


S.O.S.

cf87cf89cf81ceb9cebf

                                 Στo χωριό, το δυο χιλιάδες, / νεκροθάφτες και παπάδες,                                                                    πιάσανε δουλειά και πάλι / στην κηδεία του Μιχάλη.

                                  Με χαρά στο μνήμα φτάνουν / την ταφή του για να  κάνουν,                                                           τα μνημόσυνα ν’ αρχίσουν / πρέπει και αυτοί να ζήσουν.

                                  Για τη Γιώργαινα ρωτάνε, / θα ‘ναι εκατό, δε θα’ναι;                                                                         Χρόνια χήρα η καημένη / κι όμως ζει και υγιαίνει.

                                  Και ο γερο-Κληρονόμος, / ενενήντα πέντε κι όμως                                                                             φύτεψε προχθές αμπέλι / και γυναίκα νέα θέλει.

                                  Κουμπαριές και με στεφάνι / στο χωριό κανείς δεν κάνει,                                                                ο χορός στο πανηγύρι / θέλει νιό για να τον σύρει.

                                  Το χωριό αργοπεθαίνει, / νέος άνθρωπος δε μένει,                                                                           η καμπάνα κι αν χτυπάει / το κουβέρνο δε ρωτάει.


ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ

cf84ceb1-cf87ceb5ceb9cf81cebfcf84ceb5cf81ceb1

Πίκρες, βάσανα και πόνοι / με τυλίξαν σε σεντόνι,

που όσο πάει και παλιώνει, / σκούρο γίνεται και λιώνει.

Χρόνια πίσω κι αν μετράω, / όλο και κουπιά τραβάω,

και γι’ αυτό πολύ φοβάμαι…

Μήπως σύννεφα κι αγιάζι / φέρουν μπόρες και χαλάζι,

μήπως και τον άλλο χρόνο / το χαράτσι θα  πληρώνω.

Όμως, / πριν με βρει κι άλλο μπουρίνι,

πρέπει τα σωστό να γίνει, / μου είπε ψύχραιμη φωνή,

που την έφερε τ’ αγέρι  / και ας ήταν καλοκαίρι :

«Ο καλός καραβοκύρης / με το μπούσουλα στο χέρι

στις φουρτούνες θα φανεί».

Σήμερα με πείρα λέω :

Τι καλά που ήταν πέρσι / και δεν το ’ξερα !

Μα καλά θα είμαι ακόμη, / όταν θα βρεθούν οι δρόμοι,

να περνώ με υπομονή, / αν θα μού ’ρθουν στη ζωή

και τα   χ ε ι ρ ό τ ε ρ α .


ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

d4cad947958e007c729cbb68f0c66eba

Ελλάδα, πώς κατάντησες, ποιος έφταιξε γαμώ το,

πολύ κακό σωρεύτηκε στον ξακουστό σου τόπο.

Τι ηθικός κατήφορος, τι ξεπεσμός, τι χρέη!

Βαρκούλα μες στον πέλαγο, χωρίς κουπιά να πλέει.

Σου λεν πως φταίν’ οι γείτονες και άλλοι συνεταίροι,

μπορεί και το δολάριο και το ευρώ εν μέρει. 

Οι Τούρκοι, οι λαθρομετανάστες  και οι Αμερικάνοι,

οι Άγγλο- Γάλλοι, οι Γερμανοί κι όσους ο νους δεν πιάνει.  

Παράδειγμα γι’ αποφυγή κατάντησες, καημένη,

για κλέφτες και τεμπέληδες μιλά η οικουμένη. 

Οι τράπεζες, τ’ αφεντικά  και οι αρχοντάδες όλοι,

το φουσκωτό στην τσέπη τους μας δείχνουν πορτοφόλι. 

Φαύλοι που ζουν χωρίς ντροπή, σε βάρος των ειλώτων,

κυκλοφορούν ως «Έλληνες» κι είναι… στρατιά ασώτων. 

Τους βάρβαρους στα σύνορα στρατός δεν τους προσμένει,

είναι οι εχθροί στα σπλάχνα σου και καλοπληρωμένοι.

Κι αν θα ρωτήσεις  Έλληνα, για όλα αυτά…, τι λέει;

Θα σ’ απαντήσει « ειλικρινά» πως μόνο αυτός δε φταίει.

Αυτός…, που θέση στο Δημόσιο με το ρουσφέτι θέλει

κι αν δεν τον δουν τα δάχτυλα βουτάει και στο μέλι.

Αυτός…, που όπως όφειλε τους φόρους δεν πληρώνει

και «πόθεν έσχες» ψεύτικο στον έφορο δηλώνει.

Αυτός…, που το κουβέρνο μας το φέρνει στο τιμόνι

κι αν το συμφέρον το απαιτεί τη μηχανή λαδώνει.

Αυτός… που παράνομα παλάτια  έκτιζε στην άμμο,

στις ρεματιές, ακόμη και στα δάση,

με δανεικά από τις τράπεζες κι όχι καλό κουμάντο.

Μα Έλληνας  δεν είν’ αυτός… και σαν κι αυτόν και άλλοι,

έχει γενναίους η Ελλάς, που θα τη σώσουν πάλι.


ΤΟ ΧΡΕΟΣ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Φτωχός ο λόγος, μα θα πω / στο φίλο μου το Γιάννη*,

με στίχους, ένα φχαριστώ / για μένα όσα κάνει.

Με είδε πρώτος την αυγή, / στο χέρι του με πιάνει,

στον «πέλαγο» να μ’ οδηγεί, / να βρω κι εγώ λιμάνι.

Το «άστρο» μου το φωτεινό / με πήγε στην «Αγιάσο»

και βρήκα κει, το δειλινό, / δεντρί για να κουρνιάσω.

Δεντρί με ρίζες και κλαριά / και φυλλωσιά μεγάλη,

φιλόξενο για τα πουλιά /  που τραγουδούν τα κάλλη.

 Οι «Αλκυόνες» τώρα πια, / πετούν αγάλια αγάλια,

ήλιο να βρουν και αμμουδιά / στης Λέσβου τ’ ακρογιάλια.

Πολλά σκαλιά για την κορφή / κι εγώ ως στρατοκόπος

ανηφορίζω κατά κει, /  που ’ναι ανθισμένος τόπος.

Σαν ωριμάσουν οι καρποί / κι ο λόγος που έχει σπείρει,

μαζί του θα έχω μοιραστεί / τ’ ολόγιομο ποτήρι.

(*) Είναι ο εκλεκτός μου φίλος, σχολικός σύμβουλος Φιλολόγων και συγγραφέας, Γιάννης Χατζηβασιλείου, ο «μέντοράς» μου στην ποιητική μου διαδρομή.


Η ΨΥΧΟΥΛΑ ΤΗΣ

cebaceb1cebdcf84ceb7cebbceaccebaceb9

Σαν είδε φως στο λιακωτό, /το τζάκι να καπνίζει,

σήκωσε πλάκα και σταυρό, / στο σπίτι της γυρίζει.

Βλέπει στο τζάκι τη φωτιά, / μα δεν τη συγυρίζει,

τα χέρια κρύβει στην ποδιά /  και λιβανιές μυρίζει.

– Μανούλα!  Καλώς όρισες, / θα σε λυπήσω πάλι,

ο κήπος σου, που φρόντιζες, / λουλούδια πια δε βγάλει.

Μαγκούρα, βλέπω, δεν κρατάς, / στο δρόμο πώς αντέχεις ;

Γυαλιά επίσης δε φοράς / και πρέπει να προσέχεις.

– Άκου, παιδί μου,  σα ρωτάς, / για φως και μονοπάτια,

στον κάτω κόσμο περπατάς  / με της ψυχής τα μάτια.

– Σε πρόσμενα πολύ καιρό, / με ξέχασες ;  Θεέ μου !

Θέλεις καφέ, θέλεις νερό, / ψωμί, κρασί, για πες μου ;

 Μ’ ένα χαμόγελο πικρό, / κρυμμένο απ’ το μαντίλι,

δε θέλει, μου ’πε, πια νερό, / μα λάδι στο καντήλι.

(Από την ποιητική συλλογή «ΑΛΚΥΟΝΕΣ»)

(  Το ποίημα αυτό είναι ένα από τα πολυβραβευμένα ποιήματά μου και

συγκινεί περισσότερο τους ηλικιωμένους, που έχουν στερηθεί τη Μανούλα τους. )


25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821

ΓΙΟΡΤΗ 25ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 

Εικοσιπέντε του Μαρτιού της ξακουστής χρονιάς

για την Ελλάδα σήμανε το τέλος της σκλαβιάς.

Στην Ιστορία της ξανά χαράχτηκε σταθμός,

που αφετηρία έγινε μαζί και οδηγός. 

Την ίδια μέρα σαν κι αυτή  ήρθε κι ο άγγελος στη γη,

στον κόσμο είδηση να πει για του Θεού μας το παιδί.

Γι’ αυτό διπλά γιορτάζουμε, ως Έλληνες και Χριστιανοί,

τη λευτεριά της Χώρας μας και του Χριστού μας τη γιορτή. 

Τετρακόσια τόσα χρόνια η Ελλάδα σκλαβωμένη

και οι Τουρκομουσουλμάνοι με τον Πάπα ενωμένοι,

τ’ όνομά της στην Ευρώπη απ’ το χάρτη είχαν σβήσει

και για άλλους λόγους θέλαν, λεύτερη ποτέ μη ζήσει. 

Μα η γενιά του  Έθνους μας, αυτή του Εικοσιένα,

τους άφησε διδάγματα με αίμα ποτισμένα,

πως πολεμά για ιδανικά  ανθρώπινα και θεία

και πως δε ζούνε χωριστά Ελλάς κι Ορθοδοξία.          

Το μήνυμα το έστειλε σ’ όλη την Οικουμένη,

το «λευτεριά ή θάνατος» να μάθουν τι σημαίνει

και πιο πολύ οι  άπιστοι, βαρβάροι και Τουρκιά,

να μην ξεχνούν το Ζάλογγο, το γέρο του Μοριά. 

Η Ελλάς το Εικοσιένα, ένδοξη σαν την αρχαία,

στην Ακρόπολη υψώνει γαλανόλευκη σημαία,

ασφαλή χαράζει σύνορα σε πελάγη και στεριά

κι από τότε τραγουδάει τον ύμνο της στη λευτεριά. 

Κληρονομιά στους Έλληνες και  ιστορικό το χρέος,

υπόσχεση να δίνουμε σαν σήμερα με δέος,

πως δε θ’ αρκούμαστε απλά στην άσκηση της μνήμης,

αλλά πως θα ’μαστε φρουροί και άξιοι της φήμης.


 ΚΑΡΑΒΙ «Η ΕΛΛΑΣ»

xreos-ellada

Τον κάβο – ντ’  Όρο που περνάς

με κύματα πελώρια,

κουράγιο, μάνα μας Ελλάς,

θα πέσουν τα μποφόρια.

Μαζί με το «όχι», στο «Βοριά»,

τη δοξασμένη λέξη,

πες του και γι’ άρμενα γερά

και τσούρμο που θ’ αντέξει.

Αν γαληνέψουν τα νερά,

σαν πρώτα θ’ αρμενίζεις

και με τα μπράτσα στιβαρά

τη φτώχεια θα ξορκίζεις.

Όμως και η νέα σου γενιά

διδάγματα να βγάλει,

μεγάλους κάβους στη σειρά

δεν έχει χώρα άλλη.

Την ώρα τούτη και οι τρανοί

ας μάθουνε στη Δύση,

το φως και πάλι θα φανεί,

ο φάρος δε θα σβήσει.  

( Καρυά, 20-2-2012 )


 ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

inkpenhand_1

Ζητείται νέος ποιητής / με όραμα και θάρρος,

να ’ναι σοφός, ελληνιστής, / στη «θάλασσά μας» φάρος.

Την κατηφόρα μας να δει /  και των ηθών την πτώση

και μ’ όπλα, στίχους δηλαδή, / τη χώρα για να σώσει.

Άναψ’ τα φώτα, ποιητή, / μας πνίγει το σκοτάδι,

αλίμονό μας αν και συ, / ξεμείνεις από λάδι.

Πάντα στους δύσκολους καιρούς /  μ’ έναν πυρσό στο χέρι

μπροστάρης ήσουν στους λαούς / σ’ όλης της γης τα μέρη.

Έλα σα Ρήγας, Σολωμός /  ή Παλαμάς επίσης,

για να γενεί ξεσηκωμός, / να βρει το Έθνος λύσεις.

Καβάφης, Ρίτσος…, διάλεξε, / Ελύτης ή Σεφέρης

που Θερμοπύλες φύλαξαν / κι αυτοί, αν θες να ξέρεις.

Άναψ’ τα φώτα ποιητή, / μας πνίγει το σκοτάδι,

αλίμονό μας αν και συ / ξεμείνεις από λάδι.


ΜΑΥΡΑ  ΣΥΝΝΕΦΑ  

blackcloud

Μαύρα σύννεφα σκεπάζουν

το γαλάζιο ουρανό

και κοράκια ακώ να κράζουν,

μπόρες έρχονται φρονώ.

Ήλιο κρύψανε κι αστέρια

και δε νοιάστηκε κανείς,

ώσπου γίνανε μαχαίρια

κι αίμα στάζουν καταγής.

Μας το λεν οι καλεσμένοι

από Δύση και Βορρά,

πως η Χώρα μας βρεγμένη

σε ομπρέλα δε χωρά.

Τα κατάφερε να φτάσει,

λίγο πριν απ’ το γκρεμό,

τώρα με δουλειά και βιάση

θ’ αλλάξει ο ρους στον ποταμό.

Για να δούμε ήλιο πάλι,

σύννεφα κι ο διχασμός,

είθε ο Θεός να βάλει

στο μυαλό μας λίγο φως.

Μες στην κρίση αν πούμε όλοι,

ενωμένοι «πάμε εμπρός!»,

έτσι θα σωθεί η Πόλη

και θα σκάσει κι ο εχθρός.  

( 10-10-2011 )


  ΠΕΡΑ ΒΡΕΧΕΙ…

1462277

Αστραπές, βροντές και νέφη / χρόνια χτύπαγαν το ντέφι

κι έπιαναν χορό οι ανθρώποι, / σαν κλητοί σε γλεντοκόπι.

Δανεικά απ’ την Ευρώπη /  κι ο λογαριασμός κατόπι

και με χέρσα τα χωράφια / μείναν  αδειανά τα ράφια.

Έτσι κεραυνός και μπόρα /  βρήκαν  ανέτοιμη τη χώρα

κι όσο πάει κι ανταριάζει, / πέφτει πιο χοντρό χαλάζι.

Την πλημμύρισαν τα χρέη, / μένουν άνεργοι οι νέοι,

κι όπου τη χολή τους χύνουν, / σίγουρα συντρίμμια αφήνουν.

Για να δούμε, ποιος θ’ αντέξει, / μέχρι και μυαλά να βρέξει,

γρήγορα να βρουν μια λύση, / πρέπει κι ο φτωχός να ζήσει.

Τότε όλοι στην Πατρίδα, / αν θα κλείσει και η ψαλίδα,

με όρκο ίσοι κι ενωμένοι / θα της πουν  πως δεν πεθαίνει.

( Μελίσσια 18-11-2011 )


 ΨΥΧΗ

purple but

Μια πεταλούδα τριγυρνά / στου κήπου μου τα άνθη,

και μ’ ενδιαφέρον τα ρωτά, / κακό μην έχουν πάθει.

Αθόρυβα και τρυφερά, /  μ’ αγάπη και με νάζι,

φιλιά τους δίνει σταυρωτά / και δάκρυ λεν…, πως βγάζει.

Πετά στων δένδρων τα κλαδιά / και σ’ όλα κάνει στάση,

μα την πανέμορφη ροδιά /  δε λέει, να την ξεχάσει.

Πρωί,  πρωί την καρτερώ, /  δε μου χαλάει χατίρι,

της δίνω μάλιστα νερό, /  να πιει απ’ το ποτήρι.

Με νεύμα λέει ευχαριστώ / και στο νερό ζυγώνει,

μα αλλάζει γνώμη στο λεφτό / και η γνωριμιά τελειώνει.

– Τον κήπο σου τον λαχταρώ, /  μα συ καιρό μη χάσεις,

γιατί πετώ στον ουρανό, / σαν κάνεις να με πιάσεις.

– Πεταλουδίτσα, φτερωτή, / ποιο είναι τ’ όνομά σου ;

Και μου ’πε βιαστικά  στ’ αφτί, / «ΨΥΧΗ», μα για την ώρα, «γεια σου».


Η ΑΛΛΗ ΑΝΟΙΞΗ  

aniksi8070

Ολάνθιστη και χαμογελαστή, μετά τη βαρυχειμωνιά, / όπως και κάθε χρόνο, ήρθε η Άνοιξη και φέτος. / Λίγο καθυστερημένα θα μου πείτε, αλλά ήρθε. / Το είπαν πρώτες οι πικρομυγδαλιές, με άρωμα και χρώμα / κι ακολουθούν οι μέλισσες, οι μόνες που δουλεύουν. / Το λεν και στα ψηλά βουνά τα λιγοστά τα χιόνια, / που λαμποκοπούν, πριν λιώσουν απ’ τον ήλιο. /Το επιβεβαιώνουν και τα λαλίστατα χελιδόνια, / που κάνουν τιτιβίζοντας αναγνωριστικές πτήσεις. / Η άλλη όμως Άνοιξη; Όχι αυτή, η άλλη: / Της δημοκρατίας, της οικονομίας, της ανανέωσης, / της δημιουργίας, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς, / της καλλιέργειας της γης, της δικαιοσύνης, της πολιτικής, / της ασφάλειας, της ανάπτυξης, της εργασίας, της παραγωγής, / της προόδου, της υπευθυνότητας, της πληρωμής των φόρων, / της αξιοκρατίας, της αλλαγής του εαυτού μας κυρίως, / της παιδείας, της υγείας, της ανάτασης, της νομιμότητας, / της ηθικής, της πίστης, των αξιών, των αρχών και παραδόσεων / και γενικά της χειμαζόμενης κοινωνίας μας, / πότε  τέλος πάντων θα ’ρθει στην όμορφη χώρα μας; / Πότε θα φανούν τα χελιδόνια της; / Κανείς δεν ξέρει ακόμη και φως στο τούνελ δε φαίνεται / προς το παρόν και το σκοτάδι καλά κρατεί. / Η μαύρη αλήθεια είναι ότι με τις ντουντούκες των μέσων / ενημέρωσης όλοι οι ψευταράδες πολιτικάντηδες την υπόσχονται, /χωρίς και να τη θέλουν πραγματικά. Η θολούρα τους βολεύει. / Σκεπάζει και την ανικανότητα και τις προθέσεις τους. /Σα  δεν  ντρέπονται!!!  Τάζουν λαγούς και πετραχήλια / κι ο λαός δεν τους πιστεύει μεν, αλλά τους ψηφίζει. / Τι να πει κανείς! Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται. / Μπούχτισε όμως από τα ψέματά  τους κι αντοχή δεν έχει άλλη. / Αντί  για  λουλούδια ευδοκιμούν κομματικά  γαϊδουράγκαθα. / Φαίνεται ότι η πολυπόθητη Άνοιξη της πραγματικής ζωής, / να έχει χάσει τον προσανατολισμό της με το πούσι που επικρατεί, / ή μάλλον, και το πιο σίγουρο στην εποχή μας, να της έστησαν / και πάλι ενέδρα, στα στενά περάσματα της διπλωματίας, / τα γνωστά και μη εξαιρετέα πολιτικά και οικονομικά τζάκια, / τα μικρά και μεγάλα συμφέροντα, τα εντός και εκτός των συνόρων, / γι’ αυτό και δε βγαίνει ο αυγερινός, δε ροδίζει γλυκοχάραμα, / γι’ αυτό και δεν τη βλέπουμε να προβάλει στον ορίζοντα. / Οι παλαιοί κάθε λογής σωτήρες τής έσκαψαν το λάκκο / κι όσοι τους διαδέχτηκαν, παλιά τους τέχνη κόσκινο, / συνέχισαν το σκάψιμο και συνεχίζουν το γκρέμισμα, χωρίς να χτίζουν,  / ή καλύτερα να χτίζουν μόνο παλάτια για τον εαυτό τους. / Ρίχνουν στάχτη στα μάτια του καταπιεσμένου και προδομένου / λαού και πιστεύουν, κούνια που τους κούναγε, ότι τον κοροϊδεύουν. / Αλλά ως πότε. Έχει ο καιρός γυρίσματα. Ας μην το ξεχνούν. /  Κουράγιο Έλληνες!!! « Ίτε, παίδες Ελλήνων!!!». / Εμπρός, ποτέ δεν είναι αργά. Μη χάσουμε και την ελπίδα. / Η ιστορία διδάσκει, εάν τη διαβάζομε,  να μην κάνομε / τα ίδια λάθη και όχι να τα επαναλαμβάνομε. / Ο ήλιος είναι λαμπρότερος μετά την καταιγίδα. / Ψηλά τα κεφάλι και δουλειά, δουλειά, πολλή δουλειά / και το δάφνινο στεφάνι θα είναι η ανταμοιβή. / Πίστη, ελπίδα κι συνεχής αγώνας είναι η ζωή.


ΕΛΠΙΔΑ

47169-532-1(1)-960

Χειμώνας κι έξω πέφτει χιόνι,  / κακό γι’ αυτούς που μένουν μόνοι,  / φυσάει βοριάς και κάνει κρύο  / και όπως λένε «καιρός για δύο». / Στης παγωνιάς την εποχή / κάνω ευχή και προσευχή, / μεγάλη νύχτα και ψυχρή / μονάχους πάλι να μη βρει. / Χειμώνας και νωρίς βραδιάζει / κι όποιος αντέξει το αγιάζι, / κι οι βάρκες απ’ το φυσομάνι  /  άγκυρα ρίχνουν στο λιμάνι.  / Στης παγωνιάς την εποχή, / κάνω ευχή και προσευχή, / να βρουν στοργή στα χειμαδιά  / όλου του κόσμου τα παιδιά.  / Το καταχείμωνο χιονίζει / κι όμως η μυγδαλιά ανθίζει,  / η νύχτα όσο κι αν κρατήσει,  /θα βγουν ανθοί στο βραχονήσι.  / Στης παγωνιάς την εποχή,  / κάνω ευχή και προσευχή, / να έχει εκείνος που πονεί / ελπίδα και υπομονή. (από τη συλλογή «Ηλίανθοι»).  


Ο ΓΑΪΔΑΡΑΚΟΣ      (από τις «Αλκυόνες»)

paramithia_gia_paidia_tragoudi_itan_enas_gaidaros

Ένας γάιδαρος δεμένος / μέρα νύχτα στο παχνί, / μοναχός του ο καημένος / δεν μπορεί να κοιμηθεί. // Τη ζωή του χαραμίζει / κάνοντας υπομονή, / έχει δίκιο που γκαρίζει /   και τεντώνει το σχοινί. // Γάιδαρε, δεν είσ’ εντάξει, / τι γκαρίζεις δυνατά; / Στα πλευρά σου θα ξεσπάσει / ο αφέντης, φουκαρά. // Τι σου λείπει, γαϊδαράκο; / Χθες σε πότισε νερό / και τ’ αγκάθια, φιλαράκο, / δε σ’ τα στέρησε, θαρρώ. Όπως σ’ έχουν καταντήσει, / πεισματάρη κι αφελή, / το σαμάρι σου αξίζει / από σένα πιο πολύ. // Κολακεύεσαι με τρόπους / καλοσύνης μια στιγμή / και απ’ όλους τους ανθρώπους / τους αχάριστους μισείς. // Τόσα χρόνια φορτωμένος / το ’μαθες και στο πετσί, / γάιδαρος μασκαρεμένος / άλλος είναι κι όχι εσύ.


ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 

autumn

Αρχές Σεπτέμβρη, τα παιδιά / κοιτούν τα χελιδόνια,
ν’ αφήνουν την ακρογιαλιά, / πριν τα προλάβουν χιόνια.

Φουρτούνες, μπόρες κι αστραπές / και του βοριά τ’ αγιάζι
συχνά τους κάνουν εκτροπές, / μα η ρότα δεν αλλάζει.

Απ’ τα κατάρτια χαιρετούν / τους φίλους στο μπαλκόνι
και με λαλίσματα θα πουν / «κάθε καλό τελειώνει».

Τέλος λοιπόν για τα παιδιά / κι αυτό το καλοκαίρι,
καλό χειμώνα λένε πια, / παιδί μην υποφέρει.

Κι αφού ανοίγουν τα σχολεία, / θα πρέπει μέσα πάλι,
γονείς, δασκάλοι και παιδιά / να βάλουν το κεφάλι.

Του χρόνου πάλι στις ακτές, / ως φίλοι τόσα χρόνια,
μαζί θα κάνουν διακοπές / παιδιά και χελιδόνια.


ΑΡΤΕΜΙΣΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ  

cf80ceb1cebdceb1ceb3ceb9ceb1-cebaceb1cf81cf85ceb1cf83-cebccf80cebbcebfceba

Του Αρτεμισίου Παναγιά, στο ιερό ξωκλήσι,

όλο τον κόσμο προσκαλείς  στο φως κι αυτός να ζήσει.

Προσκυνητές στη χάρη σου, πεζή στην ανηφόρα,
κρατούν λιβάνι και κεριά, για τη γιορτή σου δώρα.

Βιγλάτορας και φύλακας αιώνια βασιλεύεις
κι από του Κάστρου τη σκοπιά υπέρ ημών πρεσβεύεις.

Στη σκέπη σου κατέλυσαν και βρήκαν προστασία
καπεταναίοι ξακουστοί, που γράψαν’ ιστορία.

Απ’ την αστείρευτη πηγή, που είν’ κι ευλογημένη,
πίνουν νερό και αγιασμό διαβάτες διψασμένοι.

Περίβλεπτος, θαυματουργός, δίνεις ζωή κι ελπίδα,
στους άρρωστους τη γιατρειά, στους «ναυαγούς» σανίδα.

«Αρτεμισία Παναγιά», εκεί στο μοναστήρι,
σ’ ό,τι ζητήσουν οι πιστοί, δεν τους χαλάς χατίρι.

«Αρτεμισία Παναγιά», φεγγοστεφανωμένη,
σταυροκοπιέται η Καρυά στα πόδια σου πεσμένη.

«Αρτεμισία Παναγιά» και του Χριστού μητέρα,
θα ’μαι κι εγώ προσκυνητής στης Κοίμησης τη μέρα.


Ο ΜΠΑΞΕΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ 

fourseason2

Περάστε, φίλοι, στον μπαξέ το λουλουδοσπαρμένο, / σας προσκαλώ μετά χαράς, μ’ αγάπη σας προσμένω.  /  Αρώματα και χρώματα με   χάρη κι αρμονία /   ψηφιδωτά στον κήπο μου, στο σπίτι μ’ αφθονία.  /  Χαρά με λένε κι άνθισα στο φως και τον αέρα,  /  βαρκούλα που ταξίδεψα με κύμα νύχτα – μέρα.  /   Σα μελισσούλα τριγυρνώ, κάθε ανθός με ξέρει /   και στο Πανόραμα θα ζω χειμώνα – καλοκαίρι.  /  Περάστε, φίλοι, στον μπαξέ το λουλουδοσπαρμένο,    /  σας προσκαλώ μετά χαράς, μ’ αγάπη σας προσμένω.


ΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ

parliament-building

Παιγνίδια κάνουν οι ταγοί / με του λαού τον πόνο
και χαίρονται σ’ αυτή τη γη, / αυτοί που κλέβουν μόνο.

Με αλαζονεία περισσή / για αυτοδυναμία
αδιαφορούν αν προκαλεί / η στάση τους ναυτία.

Το μήνυμά του σοβαρά / κανείς δε θε να πάρει,
λένε πως άλλους αφορά / και δεν τσιμπάει το ψάρι.

Με βόλι γίνεται ουλή, / αν άκριτα ψηφίζει,
και η κάλπη στέλνει στη Βουλή / αυτόν που του αξίζει.

Ας τους χαιρόμαστε λοιπόν / της Χώρας τους «σωτήρες»,
θα ’ναι σημάδια των καιρών / τόσο βαθιοί κρατήρες.

Όμως, για σκέψου μην σ’ αναλογεί / μερίδιο ευθύνης ;
Θέλει περίσκεψη πολλή, / σε ποιον την ψήφο δίνεις.


ηλιανθοι   Υπέροχοι Ηλίανθοι, φωτογραφισμένοι από τον ποιητή, στον κήπο του στην Καρυά.


Advertisements